Skip to main content
Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022
Εφιάλτης στο βιβλίο με τα επίθετα

Οι πεζογράφοι δίνουν μεγάλη προσοχή στην πρώτη παράγραφο των έργων τους. Κατανοητή η φροντίδα τους: η πρώτη εντύπωση μετράει· χώρια που πολλοί αναγνώστες, εκτός από το οπισθόφυλλο, διαβάζουν και την αρχή για να αποφασίσουν αν θα αγοράσουν ένα βιβλίο. Κι εγώ έτσι κάνω. Ίσως γι’ αυτό δεν είχα διαβάσει μέχρι τώρα κανένα από τα μυθιστορήματα του Γρηγόρη Αζαριάδη. Ούτε και το τελευταίο του, την Οργάνωση, θα επέλεγα να διαβάσω, αν αποφάσιζα με κριτήριο την πρώτη παράγραφο. Την παραθέτω:

Η νύχτα απλώνει απειλητικά το μαύρο πέπλο της πάνω από την πόλη. Η βροχή πέφτει δαιμονισμένα, μαστιγώνοντας τους δρόμους. Αλλεπάλληλες αστραπές αυλακώνουν τον θεοσκότεινο ουρανό, ανοίγοντας επιμήκεις φωτεινές πληγές στο μαύρο κουφάρι του. Ο παγωμένος αέρας λυσσομανάει ανελέητα. Τα ψηλόκορμα δέντρα ταλαντεύονται σαν χορευτές ενός θανατηφόρου τάνγκο καθώς πλησιάζει στο εφιαλτικό του φινάλε. Από κάπου μακριά, αδύναμοι ήχοι από μηχανές αυτοκινήτων σβήνουν αργόσυρτα. Το σκηνικό θυμίζει σκοτεινό ντεκόρ ασπρόμαυρης ταινίας τρόμου χαμηλού προϋπολογισμού, με το φόβο να αναβλύζει από την οθόνη, να απλώνεται βίαια στην αίθουσα και να σπρώχνει τους πανικόβλητους θεατές να ψάχνουν στα τυφλά την έξοδο. (σ. 11)

[Όταν συνέλθετε, ξαναδιαβάστε την φωναχτά, σαν ξόρκι.]

Από τις 98 λέξεις, οι 23 είναι επίθετα ή επιρρήματα. Απανωτές οι παρομοιώσεις, οι αναλογίες, οι μεταφορές – και υπερβολικές στη διατύπωσή τους. Κι όλα αυτά για να μάθουμε ότι εκείνη τη νύχτα έβρεχε και φυσούσε. Δεν αρχίσαμε καλά!

Δυστυχώς, δεν είναι μόνο η αρχή προβληματική: έτσι πάει όλο. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερε ο Αζαριάδης (γιατί περί κατορθώματος πρόκειται), αλλά στην Οργάνωση τα έχει κάνει σχεδόν όλα λάθος. Επειδή τα προβλήματα είναι πολλά, θα είμαι αναγκαστικά φειδωλός σε ενισχυτικά των επιχειρημάτων μου παραθέματα. (Έχω αποδελτιώσει πλήθος παραδειγμάτων για να υποστηρίξω όσα θα ισχυριστώ στη συνέχεια· ωστόσο, δεν γίνεται να τα παραθέσω όλα στο σώμα του κειμένου, αν θέλω να κρατήσω σε λογικό πλαίσιο την έκτασή του. Για την πληρότητα του θέματος, έχω προσθέσει στο τέλος ένα «Παράρτημα» με ομαδοποιημένα τα σχετικά αποσπάσματα. Εννοείται ότι μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την επιχειρηματολογία χωρίς να προσφύγει στο «Παράρτημα».)

Δομή: Ασφαλής και δοκιμασμένη: τριτοπρόσωπη αφήγηση, χρόνος ενεστώτας. 4 μέρη, 63 κεφάλαια. Η ανέλιξη δεν είναι γραμμική: με βάση το 2017, γίνονται συνεχείς αναδρομές στα προηγούμενα 30 χρόνια. Από ειδολογικής άποψης, πρόκειται για σκληρό procedural της σκανδιναβικής σχολής, με τις πολυπρόσωπες ερευνητικές ομάδες.

Κεντρική ιδέα: Εκδίκηση. Σκληροί κακοποιοί ξεκληρίζουν μια ολόκληρη οικογένεια, εκτός από τον πεντάχρονο γιο, στον οποίο χαρίζει μεγαλόψυχα τη ζωή ο επιφορτισμένος με τη δολοφονία του εκτελεστής. Το αγόρι μεγαλώνει με μία εμμονή: να εκδικηθεί τους δολοφόνους των οικείων του.

Η ιδέα ασφαλώς δεν είναι πρωτότυπη: χωρίς υπερβολή, χιλιάδες μυθιστορήματα και ταινίες ή σειρές διαφόρων ειδών (γουέστερν, νουάρ, δράσης, αστυνομικές, κοινωνικές) έχουν βασιστεί σε παραλλαγές της.

Πλοκή: Το 2017, το αγόρι που επέζησε από το ξεκλήρισμα της οικογένειας Ιωάννου είναι πλέον 35 χρονών και κυκλοφορεί με το όνομα Μαύρος. Στην προσπάθειά του να πάρει το αίμα του πίσω, διεισδύει στην Οργάνωση, η οποία είναι η συνέχεια της εγκληματικής συμμορίας που τον άφησε ορφανό το 1987. Παράλληλα, στα ίχνη της Οργάνωσης βρίσκεται και η ομάδα της αστυνόμου Τρύπη, βασικής ηρωίδας του Αζαριάδη και σε προηγούμενα μυθιστορήματα. Μετά από 400 σελίδες, όπου γίνεται το έλα-να-δεις, η κάθαρση δεν επέρχεται: ο Μαύρος παίρνει την πιο παράδοξη εκδίκηση που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί (δεν δίνω λεπτομέρειες για ευνόητους λόγους) και η Οργάνωση συνεχίζει το έργο της, προς απογοήτευση των διωκτικών αρχών. Και τώρα θα πρέπει να περιμένουμε τη συνέχεια: «Ας ετοιμαστούμε για την Οργάνωση σεζόν δύο» (σ. 400). Λογοτεχνία τηλεοπτικής λογικής.

Στην πορεία, μαθαίνουμε πολλά για το οργανόγραμμα και το έργο της Οργάνωσης, «ουσιαστικά μιας “κυβέρνησης”, που ελέγχει μια μεγάλη γκάμα παράνομων δραστηριοτήτων, διαχωρισμένων σε διάφορους τομείς. Για παράδειγμα, ναρκωτικά, πορνεία, εκβιασμοί, ξέπλυμα χρήματος, μέχρι και δολοφονίες, συμβόλαια θανάτου» (σ. 41), που την στελεχώνουν «μεγαλοκακοποιοί, μεγαλοεπιχειρηματίες, δικαστικοί, δημοσιογράφοι, αστυνομικοί […] ακόμη και πολιτικοί» (σ. 77) –χωρίς πρόσημο, γιατί «όλοι παίζουν στο παιχνίδι, απ’ όλες τις παρατάξεις» (σ. 195)–, με επικεφαλής κάποιους ανώνυμους «Επενδυτές», οι οποίοι «βρίσκονται πίσω από το πενήντα τοις εκατό των παράνομων δραστηριοτήτων στη χώρα» (σ. 199). Η περιγραφή θυμίζει ψεκασμένη συνωμοσιολογία, αλλά στη μυθοπλασία όλα επιτρέπονται. Καμιά φορά, δια της υπερβολής λέγονται μεγάλες αλήθειες. Το καίριο της «καταγγελίας» εξαρτάται από τους συγγραφικούς χειρισμούς. Με θεματικούς άξονες το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη διαπλοκή, οι δυνατότητες μοιάζουν ανεξάντλητες. Αυτή όμως η ευλογία εύκολα μετατρέπεται σε κατάρα. Ο Αζαριάδης καταπιάνεται στην Οργάνωση με σύμπαντα τα εγκλήματα και πέφτει, αναμενόμενα, στην κλασική παγίδα: προσπαθώντας να τα πει όλα για όλους με τη μία, ουσιαστικά δεν λέει τίποτα για κανέναν.

Εντούτοις, και παρά την πολυδαίδαλη πλοκή, ο Αζαριάδης ελέγχει το υλικό του. Βγάζει νόημα η ιστορία, εν πάση περιπτώσει· είναι μεν εξωφρενικά και αναληθοφανή τα όσα διαδραματίζονται, αλλά τρύπες δεν υπάρχουν. Λόγω των αναδρομών, χρήσιμες οι ημερομηνίες και οι σημάνσεις «παρελθόν» και «παρόν». Από την άλλη, ξενίζουν οι αλλεπάλληλοι χρονικοί δείκτες: όπου η δράση εντείνεται, ο συγγραφέας θεωρεί απαραίτητο να μας ενημερώνει πού βρισκόμαστε χρονικά, με τίτλους υποκεφαλαίων: «Την ίδια στιγμή», «Δέκα λεπτά αργότερα», «Ένα λεπτό αργότερα» κ.ο.κ. Σαν να διαβάζεις σενάριο. Πιστεύω ότι ο Αζαριάδης δεν κρύβει εδώ την επιθυμία του να γίνει η Οργάνωση σειρά στο αγαπημένο του Netflix (το οποίο αναφέρει επανειλημμένως, ανάμεσα στις πολυάριθμες τηλεοπτικές αναφορές). Σεβαστή η φιλοδοξία του (αν υφίσταται), αλλά εδώ, στα χαρτιά, έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία. Το να γράφεις μυθιστόρημα που πολύ θα ήθελες να γίνει τηλεοπτική σειρά διαφέρει ριζικά από το να γράφεις σενάριο που περνιέται για μυθιστόρημα. Το βρίσκω υποτιμητικό να μου υπενθυμίζεται διαρκώς η χρονική στιγμή των εξελίξεων. Κάποια πράγματα ο συγγραφέας πρέπει να τα αφήνει στον αναγνώστη – εκτός κι αν τον θεωρεί ανίκανο να παρακολουθήσει τα τεκταινόμενα χωρίς τυφλοσούρτη.

Χαρακτήρες: Στην Οργάνωση κατονομάζονται περίπου 100 χαρακτήρες, αρκετοί από τους οποίους έχουν και παρατσούκλια, ανεβάζοντας κι άλλο τον αριθμό των ονομάτων. Είναι πάρα πολλά. Εκτός της σύγχυσης που προκαλείται, με τόσους χαρακτήρες, δεν μένει χώρος ούτε για μια στοιχειώδη ανάπτυξή τους. Με την εξαίρεση της Τρύπη (και των δύο υφισταμένων της, Μπρίνη και Μόραλη) και του Μαύρου, όλοι οι υπόλοιποι μένουν άδεια κελύφη. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες είναι άψογα δουλεμένοι. Λ.χ., τίποτα δεν μας προετοιμάζει για την τελική «στροφή» του Μαύρου. Για χάρη της ανατροπής (που θα δείχνει νόστιμη στην οθόνη, δεν αμφιβάλλω), ο συγγραφέας (που, ως παντεπόπτης, όλα τα ξέρει) δεν δικαιολογεί, ως όφειλε, γιατί ο Μαύρος γίνεται τελικά «ένας απ’ αυτούς» (βλ. σ. 392 και στο εξώφυλλο). Καλές οι ανατροπές, αλλά θέλουν και επιδέξιους χειρισμούς προοικονομίας.

Ο χαρακτήρας της Τρύπη, υποθέτω, έχει χτιστεί σε προηγούμενα μυθιστορήματα της σειράς. Ωστόσο, ο αναγνώστης δεν είναι υποχρεωμένος να έχει διαβάσει τα άπαντα Αζαριάδη (6 μυθιστορήματα ανάμεσα 2012-2022) για να καταλάβει τι γίνεται. Εγώ, ας πούμε, ξέρω μόνο όσα διάβασα στην Οργάνωση: «Η αστυνόμος Τρύπη είναι σαράντα χρονών, 1,74 και 62 κιλά, με σφιχτό, γυμνασμένο κορμί, κοντά καστανά μαλλιά, πράσινα μάτια και προτεταμένα ζυγωματικά» (σ. 34). Δεν την λες κι άσχημη: «Οι περισσότεροι άντρες, πιθανόν και οι γυναίκες, θα την ήθελαν αφόρητα. […] Σκοτεινή, απόμακρη και την ίδια στιγμή πανέμορφη, σε βασανιστικό βαθμό» (σ. 145). Εκτός από αστυνόμος, δε, είναι και αντιεξουσιάστρια (βλ. σ. 131). Απ’ τη ζωή βγαλμένα όλ’ αυτά.

Ο Μαύρος, τώρα: «Ψηλός αδύνατος, με καλογυμνασμένο κορμί, σκληρός, ψυχρός, αμείλικτος, τα μάτια του δυο παγωμένες γκριζοπράσινες λίμνες. Στο βλέμμα του η ατσάλινη αλαζονεία του Τιτανικού καθώς πλέει αγέρωχος προς το μοιραίο παγόβουνο που ξεπροβάλλει λίγα μέτρα από την πλώρη. Τόσο απόμακρος και ταυτόχρονα απίστευτα ελκυστικός» (σσ. 145-146). Τι να σχολιάσω; Ούτε η Λένα Μαντά δεν τα θα έγραφε καλύτερα! Hard-boiled με ροζ ανταύγειες.

Ατμόσφαιρα: Κρίνοντας από την Οργάνωση, η σωστή ατμόσφαιρα για ένα σκληρό αστυνομικό εξασφαλίζεται από τη βροχή, τον αέρα, το σκοτάδι, τα ποτά, τα τσιγάρα, το αίμα και το σπέρμα.

Σ’ αυτό το μυθιστόρημα, επί 30 χρόνια βρέχει ασταμάτητα – και φυσάει δαιμονισμένα (βλ. «Παράρτημα»). Στην Ελλάδα αυτά. Λ.χ., στην κηδεία του αρχιφύλακα Μαντά, θύματος της Οργάνωσης, «ξαφνικά, με κάποιον μαγικό τρόπο, κάμποσα παγωμένα ρεύματα ορμούν κατά ριπάς και λυγίζουν τα αιωνόβια κυπαρίσσια του νεκροταφείου. Ο ανατριχιαστικός ήχος τους θυμίζει ουρλιαχτά βασανισμένων φαντασμάτων από τον άλλο κόσμο, που τυλίγουν σαν μακάβριο σάβανο το χωριό» (σ. 173). Έρχεται και η βροχή, σε περίπτωση που ανησυχούσατε: «Σαν κάποιος να πάτησε ξαφνικά έναν διακόπτη, οι ουρανοί ανοίγουν και μια καταιγιστική βροχή σαρώνει τα πάντα» (σ. 175). Μιλάμε για πολλή βροχή, ούτε στο Εδιμβούργο τέτοιο πράμα.

Εντωμεταξύ, άπαντες πίνουν (μπίρες και ακριβές μάρκες ουίσκι, κυρίως Lagavulin – ας όψεται ο Izzo) και καπνίζουν (στριφτά τσιγάρα και πούρα – και μπάφους) ακατάπαυστα.

Μέσα σ’ αυτόν τον ζόφο, διαπράττονται κάθε λογής εγκλήματα: ξυλοδαρμοί, εκφοβισμοί, εκβιασμοί, ένας βιασμός (σ. 20), ένα περιστατικό ενδοοικογειακής βίας (σ. 68), ένας εμπρησμός (σ. 101), βασανιστήρια αστυνομικών (σσ. 237 και 321), ένας εξ αμελείας φόνος σεξεργάτριας από δύο βουλευτές εν ενεργεία (σ. 252), ένοπλες συμπλοκές και φόνοι, πολλοί φόνοι (βαρέθηκα να μετράω πτώματα, ούτε σε βιντεοπαιχνίδι τέτοιος χαμός). Σαν να μην έφτανε τόση νοσηρότητα, ο Αζαριάδης την ενισχύει ρητά: «Το σκηνικό είναι ισοπεδωτικά εξωπραγματικό. Οι εικόνες ανατριχιαστικής φρίκης ξεπερνούν τη φαντασία διεστραμμένου σκηνοθέτη που φιλοδοξεί να γυρίσει το πιο εφιαλτικό θρίλερ την ιστορία του κινηματογράφου. Η αποθέωση του απόλυτου τρόμου» (σ. 124). «Και αίμα. Παντού γύρω αίμα. Ποτάμια αίμα» (σ. 99· βλ. και σ. 214, 216, 325) γράφει μετά από μια επίθεση με Uzi (!) σε καταγώγιο· τα ίδια και στις κατ’ οίκον επιθέσεις κατά μεταναστών: «Θα πέσει ξύλο, πολύ ξύλο» (σ. 205), «Και παντού αίμα» (σ. 214), «Και παντού γύρω αίμα. Αίμα και τρόμος» (σ. 216). (Σεξ προσεχώς!) Να μην το κουράζω, μπήκατε στην ατμόσφαιρα – με το ζόρι.

Παρ’ όλα αυτά, ατμόσφαιρα με το στανιό δεν φτιάχνεται. Όλες αυτές οι συγγραφικές «ενισχύσεις» είναι καταγέλαστες. Η ατμόσφαιρα οφείλει να προκύπτει αβίαστα από τις περιστάσεις, υπαινικτικά – όχι από μετεωρολογικά δελτία, όχι από λουτρά αίματος, όχι από ντουμάνια και καπνιστό ουίσκι· αλλιώς το δράμα καταντάει εύκολα κωμωδία – και δεν σώζεται, όσα πέπλα και σάβανα (λέξεις-φετίχ στο αζαριάδειο σύμπαν) να επιστρατευτούν για τη συγκάλυψη.

Ύφος: Ο Αζαριάδης το έχει τάμα να μην αφήνει ουσιαστικό χωρίς επίθετο (βλ. «Παράρτημα»). Δεν εξηγείται αλλιώς ο τρόπος που γράφει: μία στις πέντε λέξεις του είναι επιθετικός προσδιορισμός. Τέτοια μανία με τα «καλολογικά στοιχεία» είχα να δω από το δημοτικό, πόνεσε το μυαλό μου. Και όμως, ανάμεσα στις επιρροές του (οι οποίες αναφέρονται στο σύντομο βιογραφικό του στη σ. 5, πράγμα που επίσης ξενίζει: τις εκλεκτικές συγγένειες τις ανιχνεύει ο αναγνώστης, δεν του τις δίνει έτοιμες ο συγγραφέας) φιγουράρουν κορυφαίοι συγγραφείς όπως ο Chandler, ο Manchette και το ζεύγος Sjöwall-Wahlöö, για τους οποίους λέει ο ίδιος ότι «στο ζενίθ των φαντασιώσεών του αρχίζει να πιστεύει ότι γράφει στο δικό τους ύφος». Οφείλω να τον βγάλω από την πλάνη του: καμία σχέση. Αν θέλει να ψάξει τις επιρροές του, καλύτερα να στραφεί στον Dahl, στον Nesbø (στους Σκανδιναβούς, γενικά) και στις αστυνομικές σειρές που κατακλύζουν εσχάτως τις καλωδιακές πλατφόρμες – και στις ταινίες, φυσικά, όπως μαρτυρούν οι πολλές κινηματογραφικές αναφορές του.

Εκτός του καταιγισμού από τα εφιαλτικά επίθετα (που από μόνα τους σαμποτάρουν οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση για το «ύφος Αζαριάδη»), ο συγγραφέας της Οργάνωσης έχει πολλά άλλα ελαττώματα, από τα οποία ενδεχομένως θα τον απάλλασσε μια στιβαρή επιμέλεια (βλ. «Παράρτημα»). Για παράδειγμα, χρησιμοποιεί πολλές –και εν πολλοίς αχρείαστες– βωμολοχίες. Ασφαλώς βρίζουμε τόσο (και περισσότερο) σε ιδιωτικές συνομιλίες, αλλά η αθυροστομία στους διαλόγους δεν προσδίδει ζωντάνια στον γραπτό λόγο· αντίθετα, τον ευτελίζει. (Ας μην ανησυχούν, όμως, ο συγγραφείς: τα μπινελίκια, όπου χρειάζονται, τα προσθέτουν μόνοι τους οι αναγνώστες.) Υποθέτω ότι ο Αζαριάδης (γεν. 1951) προσπαθεί να συμβαδίσει με την εποχή του και, ίσως, να κερδίσει το νεανικό κοινό. Θεμιτή η φιλοδοξία. Ωστόσο, αυτό δεν θα το πετύχει γράφοντας κακά ελληνικά, τύπου «γαμημένο προαίσθημα» (σ. 86)· καλύτερα να ερευνήσει το ιδιόλεκτο της σύγχρονος νεολαίας, γιατί η ξεπερασμένη αργκό που βάζει στο στόμα νέων ανθρώπων –π.χ., «την έχεις κάτσει τη βάρκα» (σ. 238) και «έσφιξαν τα γάλατα» (σ. 361)– το μόνο που επιτυγχάνει είναι να προδίδει την ηλικία του.

Ως προς το χιούμορ, ο Αζαριάδης κάνει ό,τι μπορεί (δηλαδή, όχι και πολλά).Έχει δώσει στους περισσότερους κακοποιούς παρανόμια από την σκανδιναβική μυθολογία, σε κάποιους χαρακτήρες ονόματα από τον Όμηρο, σε άλλους «αστεία» ονόματα που παραπέμπουν κάπου (ενδεικτικά: Όντιν, Πάρης Τρωάδης, Πουαρίδης, Σκουλίκης). Αυτά αποφορτίζουν τον ζόφο – υποτίθεται· για μένα, τον υπονομεύουν. Πάντως, υπάρχουν αστεία στο μυθιστόρημα· μόνο που τα περισσότερα είναι τετριμμένα [π.χ., «“Excited, που λέμε στα ελληνικά» (σ. 285)] και τα λίγα αυθεντικά, σχεδόν όλα αποτυχημένα [π.χ., «Το βλέμμα του Ράνκαρ θυμίζει Αφρικανό φύλαρχο που συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω να τσιμπάει μεζέ από το ταψί όπου ψήνεται σε χαμηλή φωτιά ιεραπόστολος με πατάτες baby» (σ. 112)].

Σεξισμός: Ο Αζαριάδης είναι φεμινιστής – και θέλει να το καταλάβουμε καλά αυτό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κεντρικός χαρακτήρας είναι γυναικείος: η Τρύπη. Βέβαια, την έχει φανταστεί θεά και «αντράκι», αλλά και πάλι: γυναίκα. Η Τρύπη, λοιπόν, έχει σχέση με τον δημοσιογράφο Καρυπίδη. Αλλά κάνει σεξ, άπαξ, και με τον Μαύρο (βλ. σσ. 157-161). Γιατί όχι; Δεν θα κρίνω τη σεξουαλική της συμπεριφορά, αλίμονο. Αλλού είναι το πρόβλημα. Όταν μερικές μέρες αργότερα, η Ιωάννα-Νάταλι, που είναι ερωτευμένη με τον Μαύρο, του κάνει σκηνή για το νταραβέρι του με την Τρύπη, εκείνος απαντάει: «Αν ήταν μπάτσος που πήγαινε με όποια γουστάρει, θα έλεγες “ωραίος τύπος το παλικάρι”, ενώ όταν πρόκειται για γυναίκα τα πράγματα αλλάζουν. Έτσι δεν είναι, ρε Νάταλι;» (σ. 311). Έτσι είναι, αναμφίβολα. Θετικότατο το μήνυμα για την ισότητα στην αυτοδιάθεση. Ωστόσο, ο συγγραφέας, αλλού μέσα στο ίδιο μυθιστόρημα, αντιφάσκει. Ο αρχιφύλακας Μπρίνης συζεί με τη «χυμώδη Νατάσα», μια «ψηλή, όμορφη Ουκρανή με κολασμένο κορμί» (σ. 335), θύμα του τράφικινγκ. Την είχε σώσει από το κύκλωμα που την εκμεταλλευόταν, ερωτεύτηκαν αλλήλους κι ένωσαν τις τύχες τους. Όμορφα. Όμως, στην επόμενη σελίδα, εκεί που ο Μπρίνης φεύγει από το σπίτι να πάει να κάνει αστυνομικά πράματα, διαβάζουμε: «“Θα σε περιμένω, μωρό μου”. Το βλέμμα της γεμίζει υποσχέσεις. “Θα σου έχω ετοιμάσει πιροσκί”. Ξέρει καλά τις αδυναμίες του. Στοργή και Προδέρμ. Καλό σεξ και καλό φαγητό» (σ. 336). Πάρ’ τον κάτω τον φεμινισμό.

Θέλει η αντρίλα να κρυφτεί κι η πατριαρχία δεν την αφήνει. Άλλο παράδειγμα: τα διαμειβόμενα στην κηδεία του Μαντά. Η χήρα του, και πρώην σύζυγος, τον είχε χωρίσει για τα μάτια της κουμπάρας. Συμβαίνουν αυτά, δεν είναι θέμα. Οι «δύο μαυροφόρες σαραντάρες» εμφανίζονται στην κηδεία μαζί και είναι, εννοείται, κούκλες. Τις βλέπει ο άντρακλας Μπρίνης και λέει στον Μόραλη: «Πάντως, μιλάμε για τρομερά μωρά. Καθόλου δεν θα με χάλαγε ένα τρίο» (σ. 177). Πάρ’ την κάτω και την υπερηφάνεια της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας.

Είναι φανερό στο κείμενο ότι ο Αζαριάδης αγαπάει τις γυναίκες. Θέλει, όμως, να τις «χαϊδέψει» και ως αναγνώστριες. Δεν τα καταφέρνει: τα ένστικτα του αρσενικού-παλαιάς-κοπής βγαίνουν μπροστά, ακάλεστα, και δυναμιτίζουν τις (όποιες) προθέσεις του.

*

Από τα παραπάνω, συνάγεται κατ’ ανάγκη το συμπέρασμα ότι το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη Η οργάνωση δεν αντέχει σε κριτική. Και γεννάται ευλόγως το ερώτημα: Τότε γιατί ασχολήθηκα; Μα γιατί δεν ασχολείται κανείς! Οι «έγκριτοι» κριτικοί απαξιούν – και στο μεταξύ ο Αζαριάδης χαίρει εκτίμησης (για λόγους που μου διαφεύγουν) στον χώρο του αστυνομικού και τίθεται (περίπου) στο απυρόβλητο από τους εξ επαγγέλματος λιβανιστές. Το ότι αποφεύγουμε να στηλιτεύσουμε την κακή λογοτεχνία δεν σημαίνει ότι δεν την αναγνωρίζουμε όταν τη συναντάμε· απλώς την προσπερνάμε. Αλλά το κακό έχει παραγίνει: πρέπει επιτέλους να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Γι’ αυτό ασχολήθηκα: ήταν ώρα να βγει κάποιος και να πει, ρητά και κατηγορηματικά, ότι μυθιστορήματα όπως Η οργάνωση είναι επιζήμια για την υπόθεση της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας.

 

—Γρηγόρης Αζαριάδης, Η οργάνωση, Bell: 2022, 407 σελίδες, ISBN: 9789605071592, τιμή: €11,90.

 

***

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

Εννοιολογικές α-νοησίες

[Εδώ ανθολογώ αποσπάσματα από την Οργάνωση όπου η κακή χρήση της γλώσσας καθιστά τις προτάσεις α-νόητες. Αυτού του είδους τα λάθη είναι τα σοβαρότερα στον γραπτό λόγο. Αντί σχολιασμού, υπογραμμίζω τα προβληματικά σημεία.]

«Τα φωτογραφίζει και τα αποθηκεύει στην οθόνη του εγκεφάλου του». (σ. 14)

«Τα δεύτερα Chivas αργοπεθαίνουν στα χαμηλά ποτήρια». (σ. 31)

«[…] αποδυόμενη στη χαρακτηριστική της συνήθεια της σύνθλιψης μεγάλων συνδετήρων ανάμεσα στα μακριά της δάχτυλα». (σ. 41· βλ. το ίδιο και στις σσ. 44 και 151)

«Η γλώσσα της παίζει άσχημα παιχνίδια στο στόμα του». (σ. 46)

«Κάνει άσχημα πράγματα με τη γλώσσα της μέσα στο στόμα του». (σ. 157)

«Το στρίγκλισμα του εσωτερικού τηλεφώνου τη διακόπτει». (σ. 48)

«Ο Λακρός τραβάει μια απύθμενη τζούρα από το τσιγάρο του». (σ. 61)

«Το βλέμμα του γιου ξερνάει θάνατο». (σ. 70)

«Η βροχή έχει γυρίσει σε καταιγίδα, ο αέρας λυσσομανάει κι οι αστραπές παίζουν άσχημο παιχνίδι στο κορμί του σκοτεινού ουρανού». (σ. 97)

«Διαδοχικά σμήνη βολίδων διασχίζουν σαν αστραπές το ερημικό τοπίο κι ο ανατριχιαστικός ήχος τους σπάει κόκαλα. Αλλεπάλληλες φωτεινές εκρήξεις λεηλατούν το σκοτάδι». (σ. 101)

«[…] το κινητό του χτυπάει νευρικά». (σ. 104)

«Το Hyundai του Λοκρού κοιμάται τον ύπνο του δικαίου». (σ. 107)

«[…] οι τρομακτικοί ήχοι της καταιγίδας που βασανίζουν εφιαλτικά το ακουστικό του πεδίο, σωπαίνουν». (σ. 113)

«Η Τρύπη προσπαθεί να αποπροσανατολίσει τη βάναυση επίθεση εφιαλτικών συναισθημάτων που βλέπει να επελαύνει αδυσώπητη». (σ. 124)

«[…] νιώθει την κάννη ενός όπλου να δίνει ένα παγωμένο φιλί στον ατσαλάκωτο αυχένα του». (σ. 164)

«Αλλοπαρμένοι ίσκιοι του περιθωρίου, που κρύβονται παλεύοντας να μείνουν μακριά από την απειλητική εμβέλεια των κοινωνικών ραντάρ της εξουσίας». (σ. 169)

«[…] δολοφονημένος από κακές σφαίρες». (σ. 176)

«Η καταιγίδα χαμογελάει σαδιστικά καθώς τους υποδέχεται με ανοιχτές αγκάλες». (σ. 178)

«Η ψυχρή, ανέκφραστη μάσκα του παίκτη του σκληρού πόκερ αρχίζει να θρυμματίζεται κι από κάτω ξεπροβάλλει μια άλλη μάσκα. Αυτή του τρομακτικού φόβου». (σσ. 225-226)

«Το μυαλό της δουλεύει σε στροφές φόρμουλας στο γκραν πρι του Νίρμπουργκρινγκ». (σ. 243)

«Πάνω στο τραπέζι αναπαύονται έξι μικρά στικάκια». (σ. 264)

«“Χαλάρωσε λίγο, ταξίαρχε. Η ζωή είναι μικρή”. “Και πρέπει να χαίρεσαι κάθε στιγμή σαν να ήταν μοναδική”, τον κόβει ο Βεργίνης. “Δεν αφήνουμε τις αντιεξουσιαστικές θεωρίες να δούμε τι σκατά νέα έχεις;”» (σ. 283)

«[…] χιλιάδες μικροί συνειρμοί χτυπάνε εφιαλτικά στο πίσω μέρος του εγκεφάλου του Μαύρου». (σ. 299)

«Τραβάει μια μακριά, ατέλειωτη τζούρα, εκσφενδονίζει στο άπειρο το πεθαμένο τσιγάρο […]» (σ. 302)

«Ένα τεράστιο λυκόσκυλο ουρλιάζει κι εκσφενδονίζεται σαν ρουκέτα στην πορεία που διαγράφει το σώμα του Μαύρου πάνω στο χώμα». (σ. 317)

«Τα κορμιά τους γεμίζουν από πολλές μικρές, θανατηφόρες τρύπες». (σσ. 324-325)

«Το ύφος του θυμίζει Αμερικανό στρατιώτη που αιμορραγεί από πυρά Βιετκόνγκ σε πολεμική υπερπαραγωγή του Χόλιγουντ». (σ. 355)

 

Όχι άλλα επίθετα!

Με την έμφαση που έχω δώσει στην περίσσεια επιθέτων και επιρρημάτων στην Οργάνωση, θα έλεγε κανείς ότι τους έχω κηρύξει τον πόλεμο. Αλήθεια είναι: αντιπαθώ τους επιθετικούς προσδιορισμούς. Τους παρομοιάζω με τα έντονης γεύσης μπαχαρικά που βάζει ο μάγειρας στο φαγητό όταν θέλει να κρύψει την κακή ποιότητα των βασικών υλικών της συνταγής. Θα δυσκολευτείτε να βρείτε καλό συγγραφέα που να χρησιμοποιεί περισσότερους από τους απολύτως απαραίτητους.

Ο Αζαριάδης το παρακάνει: όλα στην υπερβολή, στον υπερθετικό βαθμό. Οι μπράβοι έχουν χέρια σαν «θεόρατες τανάλιες» (σ. 21) και είναι «τεράστιοι τύποι» (σσ. 215, 301) και «γιγαντόσωμοι άντρες» (σσ. 207, 214)· το τέρας είναι «εφιαλτικό» (σ. 83)· τα μάτια «τεράστιες λίμνες» (σ. 192)· η νύχτα «κατάμαυρη» (σ. 170)· ο ουρανός επίσης «κατάμαυρος» (σ. 74)· το μαύρο τζιπ «τεράστιο» (σ. 364)· ως και κάτι πράσινοι φάκελοι είναι «μεγάλοι» (σ. 377). Δεν έχουν τέλος τα παραδείγματα: οστά ανασύρονται με «αποκρουστικά ανατριχιαστικό τρόπο» (σ. 128)· σκελετοί «ουρλιάζουν εκκωφαντικά» (σ. 130)· ένα τζιπ στρίβει «στριγγλίζοντας αποκρουστικά» (σ. 303). Όλα αυτά είναι ενδείξεις κακής γραφής, ο εφιάλτης των επιμελητών.

Ειδική μνεία αξίζει στη χρήση του επίθετου «γαμημένος/η/ο Χ». Πρόκειται για δάνειο από τα αγγλικά, ως κατά λέξη μετάφραση του “fucking X”. Ο Αζαριάδης το χρησιμοποιεί 5 φορές (αν δεν μου ξέφυγε κανένα): «γαμημένο προαίσθημα» (σ. 86), «γαμημένη πραγματικότητα» (σ. 128), «γαμημένο λόγο» (σ. 323), «γαμημένο σύνδρομο» (σ. 398), «γαμημένο συναίσθημα» (σ. 401). Δεν είμαι κατά των γλωσσικών δανείων – όταν καλύπτουν ένα κενό στη γλώσσα υποδοχής. Εδώ, όμως, δεν βλέπω να υπάρχει λόγος να καλοδεχτούμε το συγκεκριμένο δάνειο, γιατί έχουμε άλλους τρόπους να πούμε το ίδιο πράγμα (π.χ., «κωλο-συναίσθημα»). Ξέρω ότι τελικά θα χαθεί η μάχη, γιατί το εν λόγω επίθετο έχει περάσει στα ελληνικά, περισσότερο μέσα από τους υπότιτλους σειρών και ταινιών και λιγότερο από τις μεταφράσεις βιβλίων. Για να χαθεί μια μάχη, βέβαια, πρέπει πρώτα να δοθεί. Με αυτό κατά νου, όταν το εντοπίζω σε ελληνικό λογοτεχνικό κείμενο, το επισημαίνω.

 

«Και η βρόχα έπεφτε στρέιτ θρου»

Στην Οργάνωση, από ένα σημείο και πέρα άρχισα να το διασκεδάζω με την ατέλειωτη βροχή (δεν έβγαινε αλλιώς η ανάγνωση). Έχω αποδελτιώσει δεκάδες μουσκεμένα αποσπάσματα, αλλά θα παραθέσω μόνο τον αφρό (γιατί κοντεύω να αντιγράψω όλο το βιβλίο, σαν να είμαι τιμωρημένος). Ξαναδιαβάστε την all-time classic πρώτη παράγραφο στην αρχή του σημειώματος, και μετά συνεχίστε εδώ:

«[…] ένας μαύρος ουρανός, μια σιγανή ψιχάλα, ένας παγωμένος άνεμος […]» (σ.71)

«Παγωμένες ριπές ανέμου φέρνουν ρίγη στη σπονδυλική του στήλη και ποτάμια νεροποντής τον μουσκεύουν μέχρι το κόκαλο». (σ. 90)

«Η βροχή επιτίθεται στην άσφαλτο καταιγιστική. Ξαφνικές αστραπές χαρακώνουν τον μαύρο ουρανό, ζωγραφίζοντας την εφιαλτική μάσκα πτώματος στα αζήτητα νεκροτομείου». (σ. 91)

«Ο ουρανός είναι μαύρος. Ο αέρας ουρλιάζει παγωμένος. Η βροχή χτυπάει στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα με βρεγμένα χέρια μυθικού γίγαντα. Λιγοστοί διαβάτες κυκλοφορούν στους στενούς δρόμους, τυλιγμένοι στην γκρίζα ομίχλη, αχνά φαντάσματα που περιπλανώνται με κουρασμένο βήμα και περιμένουν το σάβανο της νύχτας να τους σφίξει στη θανάσιμη αγκαλιά του». (σ. 104)

«Η καταιγιστική βροχή κι ο θυελλώδης αέρας δυσχεραίνουν την οδήγηση. […] Οι υαλοκαθαριστήρες στο φουλ μοιάζουν να χορεύουν στο ρυθμό σκληρού μεταλλικού ροκ». (σ. 110)

«[…] και η λυσσαλέα βροχή που γδέρνει το τοπίο […]» (σ. 111)

«Μέσα στο ονειρικό πέπλο της ομίχλης που τυλίγει σαν σάβανο το τοπίο […]» (σ. 112)

«Ο τρομακτικός ήχος καλύπτει για ένα δευτερόλεπτο τη βροχή και τον άνεμο που λυσσομανούν στο ξέφωτο». (σ. 114)

«[…] παραδίδονται στη μανία της βροχής και του παγωμένου ανέμου». (σ. 123)

«Κάτω από την επίμονη, καταιγιστική βροχή […]» (σ. 124)

«Ψιλόβροχο. Παγωμένος αέρας. Μικρές λίμνες στην υγρή άσφαλτο». (σ. 169)

«[…] καβαλάει ένα μαύρο άλογο και καλπάζει μέσα στην καταιγίδα μαυροντυμένη κι αγέρωχη. Ίδιος απεσταλμένος του χάρου». (175)

«Μεσάνυχτα και κάτι ψιλά. Η δυνατή βροχή κι ο παγωμένος άνεμος συνεχίζουν να σφυροκοπούν τη μισοφωτισμένη πόλη. Ο σκοτεινός ουρανός μοιάζει με βαρύ πέπλο που απλώνεται ασφυκτικά στους δρόμους της έρημης γειτονιάς, εκεί όπου οι διαβάτες αποτελούν είδος υπό εξαφάνιση». (σ. 189)

«Ένα ξαφνικό ψιλόβροχο μουσκεύει τον στενό μισοσκότεινο δρόμο». (σ. 232)

«Συννεφιά. Ψιλόβροχο. Δυνατός αέρας. Ορατότητα περιορισμένη. Ψυχή ζώσα γύρω». (σ. 263)

«“Ψιλοβρέχει. Αέρας του σκοτωμού. Ψυχή γύρω”». (σ. 269)

«“Βρέχει;” ρωτάει η Ιωάννα. “Μόλις ξεκίνησε”, απαντάει ο Μαύρος». (σ. 144)

 

Η κορυφαία εμμονή

Ο Αζαριάδης έχει διάφορες εμμονές, για τις οποίες έχει ήδη γίνει λόγος. Μία απ’ όλες είναι τόσο παράδοξη που θέλω να την αναφέρω ξεχωριστά. Βάζει συχνά την Τρύπη να κάνει δαχτυλίδια με τον καπνό, που θυμίζουν «τους δακτυλίους του Κρόνου» (σ. 248). Θεωρεί άραγε ότι φτιάχνουν ατμόσφαιρα αυτά τα παιχνίδια με τον καπνό; Δεν ξέρω· πιθανώς. Το θέμα είναι ότι γι’ αυτά τα δεξιοτεχνικά δαχτυλίδια (καπνού, ξαναλέω) τη θαυμάζουν και τη ζηλεύουν (!) τουλάχιστον δύο άλλες γυναίκες: «Η Τρύπη στρίβει τσιγάρο. Το ανάβει. Τζούρα και συμμετρικά δαχτυλίδια προκαλούν τον φθόνο της Νάταλι» (σ. 344) και «Η Τρύπη στρίβει τσιγάρο. Ανάβει. Φυσάει τα συμμετρικά δαχτυλίδια και κερδίζει το αναμενόμενο βλέμμα μείγμα θαυμασμού και ζήλιας από την Καϊμαζόγλου» (σ. 376). «Αναμενόμενο» το βλέμμα· άρα, όλο αυτό ο Αζαριάδης το θεωρεί φυσιολογικό. Είναι αυτό που λένε «ο συγγραφέας δημιουργεί τον δικό του κόσμο».

 

Ο εφιάλτης των επιμελητών

Αντιγράφω από τις «Ευχαριστίες»: «Τεράστιες ευχαριστίες στην επιμελητική ομάδα, στην Κατερίνα Ασήμου και τον Παναγιώτη Τασιόπουλο, για την επίμονη, ανελέητη εργασία πάνω στο κείμενο του βιβλίου. Με στρίμωξαν αρκετές φορές στη γωνία, αλλά σίγουρα ανέβασαν το επίπεδό του» (σ. 406). Δεν ξέρω πώς την εννοεί την επιμέλεια ο Αζαριάδης. Το βιβλίο δεν έχει ορθογραφικά ή τυπογραφικά λάθη, άρα οι διορθωτές έκαναν καλή δουλειά. Και στα πραγματολογικά, οι επιμελητές επίσης· το μόνο που τους ξέφυγε είναι τι εστί «αφηρημένη τέχνη»: «[…] μια παράξενη συλλογή έργων μοντέρνας αφηρημένης τέχνης. Πλαστικές σακούλες σκουπιδιών, ξεχαρβαλωμένα πεταμένα έπιπλα, εγκαταλειμμένα καροτσάκια συνοικιακών σουπερμάρκετ, σκισμένα λάστιχα αυτοκινήτων, μέχρι και πτώματα μικρών εξωγήινων όντων» (σ. 148).

Ωστόσο, η ουσιαστική επιμέλεια δεν έχει να κάνει (μόνο) με τον έλεγχο των πραγματολογικών. Δεν μπορώ να φανταστώ επιμελητή που να μην δυσφορεί με την ποσότητα των επιθέτων στην (τυπωμένη) Οργάνωση, ή με τα περισσότερα από τα προβλήματα στα οποία έχω ήδη αναφερθεί, να μην τα ξαναλέω. Συνεπώς, η «επιμελητική ομάδα» δεν έκανε σωστά τη δουλειά της. Επειδή, όμως, ξέρω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται αυτοί οι άνθρωποι, δεν τους θεωρώ υπεύθυνους για το τελικό αποτέλεσμα. (Άλλωστε, πιστεύω ότι δεν υπάρχει επιμελητής στον κόσμο που θα μπορούσε να σώσει το συγκεκριμένο μυθιστόρημα.) Κατά πάσα πιθανότητα, ακόμα κι αν πρόβαλαν αντιρρήσεις, δεν εισακούστηκαν. Ίσως μάλιστα να προσπάθησαν –και να κατάφεραν–, στο μέτρο που τους επιτράπηκε, να βελτιώσουν κάπως το κακό που τους είχε βρει. Κι εδώ γεννάται η απορία: Άραγε πόσο χειρότερο μπορεί να ήταν το κείμενο που τους είχε παραδώσει ο συγγραφέας;

 

(Αμπελο)φιλοσοφίες

Σε ένα μυθιστόρημα όπως η Οργάνωση, που χαρακτηρίζεται «κοινωνικοαστυνομικό» από τον ίδιο τον συγγραφέα του, θα περίμενε κανείς ότι θα διάβαζε κάτι καίριο και ουσιαστικό για το οργανωμένο έγκλημα, τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Ματαίως· δεν θα βρει παρά κοινοτοπίες και κουβέντες καφενείου. Για παράδειγμα, κάποια στιγμή ο παππούς του Μαύρου, στην προσπάθεια του να διαμορφώσει ηθικά τον μικρό, του λέει τα εξής σοφά: «“Το Καλό είναι το Φως. Το Κακό είναι το Σκοτάδι. Οι καλοί άνθρωποι, σαν τους δικούς σου, σαν κι εμάς, έχουν την καρδιά τους στο φως. Οι κακοί, σαν τους δολοφόνους, έχουν την καρδιά τους στο σκοτάδι”». Το αντιθετικό μοτίβο Φως-Σκοτάδι, το οποίο διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα, είναι τόσο τετριμμένο που φέρνει τον αναγνώστη σε αμηχανία: χρειάστηκαν 400+ σελίδες για να ειπωθεί κάτι που χωράει σε ένα fortune cookie;

Ό,τι βαθύτερο έχει να καταθέσει ο συγγραφέας είναι το τσιτάτο του Nietzsche για την άβυσσο που σε καρφώνει όταν την καρφώνεις, το οποίο αναφέρεται μάλιστα δύο φορές, τη μία από την Τρύπη (βλ. σ. 160) και την άλλη από τον Μαύρο (βλ. σ. 294), πάντα χωρίς αναφορά στον φιλόσοφο. (Πταίσμα βέβαια, αφού αποτελεί μέρος διαλόγων, οπότε τη λαθροχειρία χρεώνονται οι χαρακτήρες.)

 

Σκληρό μελό

Ποιος είπε ότι στα σκληρά αστυνομικά δεν χωράνε συναισθηματισμοί; Ο Αζαριάδης τούς διαψεύδει: «Κάθε μέρα και περισσότερες οικογένειες εκδιώκονται από τα μικρά, στενάχωρα διαμερίσματα. Εκεί όπου προσπαθούν να στριμώξουν λίγες αχτίδες ελπίδας. Να συμμαζέψουν τα κομμάτια μιας κατακερματισμένης ζωής. Να χτίσουν τα όνειρά τους για ένα λίγο πιο ανθρώπινο μέλλον. Η βία όμως των ομάδων που επιτίθενται αποδεικνύει ότι κάθε ελπίδα είναι μάταιη. Και το μόνο που μένει είναι να φύγουν όσο πιο μακριά μπορούν, με στόχο απλώς την επιβίωση» (σ. 216). Και συγκίνηση και πολιτικοκοινωνικό μήνυμα, δύο σε ένα.

Ακόμα πιο έντονη είναι η εκβίαση συναισθήματος εκεί όπου ο Μπρίνης και ο Μαύρος βρίσκουν βαριά τραυματισμένη την Τρύπη. «[Ο Μπρίνης] την κρατάει στα χέρια. Χαϊδεύει τα μαλλιά της. Εκείνη παραμένει χωρίς αισθήσεις, το κορμί της έρμαιο στα χέρια του. Αποστρέφει το βλέμμα για να μη δει ο Μαύρος δυο δάκρυα που κυλάνε απ’ τα μάτια του κι απειλούν να θέσουν σε αμφισβήτηση την εικόνα του σκληρού, αλύγιστου μπάτσου. “Είναι καλά;” ρωτάει με αγωνία ο Μαύρος. “Θα γίνει καλά”, ψελλίζει ο Μπρίνης. Ο Μαύρος αναστενάζει με ανακούφιση. Γυρίζει το πρόσωπο για να μη δει ο Μπρίνης δυο δάκρυα, που δεν ταιριάζουν καθόλου στο προφίλ του σκληρού, αλύγιστου παράνομου» (σ. 325). Κι όμως, κυρία μου, κι οι άντρες κλαίνε!

 

Λίγες ροζ ανταύγειες ακόμα

Ανάφερα στο σημείωμά μου την περιστασιακή διολίσθηση της Οργάνωσης από το σκληρό αστυνομικό στην αισθηματική λογοτεχνία. Εδώ θα δώσω μερικά ακόμα παραδείγματα προς επίρρωση του ισχυρισμού μου.

Θα θυμάστε ίσως την αναφορά στην ερωτική σκηνή της Τρύπη και του Μαύρου (βλ. σ. 157-161). Εκεί, λοιπόν, η Τρύπη «παρατηρεί εξεταστικά το πρόσωπό του. Σκοτεινές σκιές, ξεχασμένα φαντάσματα, τρομακτικοί δαίμονες σουλατσάρουν στις γκριζοπράσινες λίμνες των ματιών του». (σ. 159)

Αργότερα, το ίδιο βράδυ, τόσο η Τρύπη όσο και ο Μαύρος ξανακάνουν έρωτα, η πρώτη με τον Καρυπίδη, ο δεύτερος με την Ιωάννα (Νάταλι). Επαναλαμβάνω: δεν με απασχολούν καθόλου οι αντοχές των χαρακτήρων, σωματικές και ψυχικές· με ενδιαφέρει μόνο το κείμενο και οι χειρισμοί του συγγραφέα.

Πρώτα το ζεύγος Ιωάννα-Μαύρος:

«Τον σπρώχνει στον καναπέ. Τον ρίχνει ανάσκελα. Θρονιάζεται πάνω του. Παίρνει το πρόσωπό του στα χέρια της. Κολλάει τα χείλη της στα δικά του. Ο Μαύρος κρατάει την ανάσα του. Χάνεται στο φιλί της. Ένα φιλί. Ένα μοναδικό φιλί. Μια στιγμή σμιλεμένη από το αβέβαιο χέρι αρχαίου γλύπτη με ανεπανάληπτη χάρη και γοητεία, μια στιγμή που νιώθει ότι θα χαϊδεύει τον αμφιβληστροειδή του για όλη του τη ζωή». (σσ. 162-163)

Και τώρα, το ζεύγος Τρύπη-Καρυπίδης:

«Ο Καρυπίδης αντιλαμβάνεται άμεσα ότι κάτι τέτοιες ευκαιρίες δεν είναι για να πηγαίνουν χαμένες. Τη ρίχνει ανάσκελα στο κρεβάτι. Κατεβάζει με μανία το τελευταίο οχυρό. Το ημιδιάφανο μοβ εσώρουχο. Μένει ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα. Αποθεώνει με λατρευτικό βλέμμα πιστού εκείνο το σκοτεινό, τρυφερό τρίγωνο με τις μαύρες κοντοκουρεμένες τρίχες, αυτό που θεωρεί το προσωπικό Τρίγωνο των Βερμούδων, εκεί όπου θα εξαφανιζόταν κάθε τολμηρός ταξιδευτής. “Έλα, λοιπόν, μωρό μου”». (σ. 163)

Έχω άδικο όταν μιλάω για «hard-boiled με ροζ ανταύγειες»;

 

Ματαιοδοξία

Μια τάση που πάει να γίνει της μόδας: συγγραφείς ως μυθιστορηματικοί χαρακτήρες σε δικά τους έργα. Στην Οργάνωση, ανάμεσα στους πάμπολλους χαρακτήρες, εμφανίζεται κι ένας συγγραφέας ονόματι Αστεριάδης, με περιγραφή που «φωτογραφίζει» τον Αζαριάδη (βλ. σ. 254 κ.ε.). Ο χαρακτήρας προσφέρει ελάχιστα στην πλοκή και ο ρόλος του θα μπορούσε κάλλιστα να εξαλειφθεί· για την παρουσία του στο μυθιστόρημα δεν υπάρχει λόγος άλλος από τη ματαιοδοξία του συγγραφέα, πράγμα που ειλικρινά δεν καταλαβαίνω: δεν φτάνει, δηλαδή, που βλέπει το όνομά του στη μαρκίζα;

 

Μια πικρή αλήθεια

Αυτή είναι, λοιπόν, η αστυνομική μας λογοτεχνία; Δυστυχώς, είναι και αυτή. Ευτυχώς δεν είναι μόνο αυτή. Στο είδος του αστυνομικού που διακονεί ο Αζαριάδης, αυτή τη στιγμή είναι περισσότεροι οι λογοτεχνίζοντες από τους λογοτέχνες. Οι πρώτοι έχουν απελπιστικά χαμηλό ταβάνι, όσο κι αν το παλεύουν: «Οι νότες του μελαγχολικού μπλουζ ακούγονται ανατριχιαστικές σαν αμαξοστοιχία του παλιού καιρού που γλιστράει βασανιστικά αργά στις ράγες μέσα στη σκοτεινή νύχτα και μοιάζει να έχει αφετηρία το πουθενά και προορισμό το μακρινό πουθενά» (σ. 75). Υπάρχουν ασφαλώς καλύτερες περιπτώσεις από αυτήν εδώ, για τις οποίες είμαστε ευγνώμονες όσοι αγαπάμε το αστυνομικό. Και η κατάσταση θα βελτιωθεί αισθητά αν οι συγγραφείς στον πάτο της αξιολογικής πυραμίδας, όπως ο Αζαριάδης, πάψουν να πιστεύουν ότι σκέφτονται σαν έφηβοι και γράφουν σαν μεσήλικες, και συνειδητοποιήσουν ότι μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: σκέφτονται σαν μεσήλικες και γράφουν σαν έφηβοι.