Skip to main content
Παρασκευή 03 Φεβρουαρίου 2023
Διονύσης Καψάλης, "Σημειώσεις για τη μουσική του κόσμου", Αθήνα : Άγρα 2020, μετρικό παράρτημα σε μία κριτική
οπτική επικοινωνία
οπτική επικοινωνία

Συνήθως στη μετρική μετράμε τα γραμμένα. Μετράμε στίχους, στροφές, ποιήματα ολόκληρα, τονισμένες και άτονες συλλαβές, μετρικούς και λεκτικούς τόνους. Εγώ θέλω σε αυτήν την περίπτωση να μετρήσω το κενό. Το κενό που μεσολαβεί ανάμεσα στις στροφές των ποιημάτων της συλλογής και τις μορφοποιεί. Αν το πρώτο ποίημα δίνει όντως τον τόνο στη συλλογή και πρόκειται περί θρήνου, όπως νομίζω, τότε το κενό, η προσωρινή παύση του θρήνου, έχει μεγάλη σημασία. Είναι μια σημαίνουσα σιωπή. Θεωρώ ότι σε αυτά τα δεκαέξι ποιήματα ο θρήνος προσπαθεί να μορφοποιηθεί μετρικά και καταφέρνει να αποστρογγυλωθεί σε δυο περιπτώσεις, στο πέμπτο και το δέκατο πέμπτο ποίημα.

Στην πρώτη περίπτωση, στο "Επιτύμβιο", έχουμε ένα ποίημα τριών στροφών με έντεκα στίχους σταθερά η καθεμιά. Επανέρχεται μεθοδικά και στις τρεις στροφές ο πρώτος στίχος που επαναλαμβάνεται: "Στιγμές στιγμές μαζεύεται η σιωπή". Στον ένατο στίχο υπάρχει σε κάθε στροφή μια προστακτική: "σκέψου", "θυμήσου", "στοχάσου" που συνοδεύεται από το ίδιο αντικείμενο: "αυτούς που ήταν ήταν σαν εσένα / πλασμένοι", από διαφορετικά πράγματα σε κάθε στροφή. Αυτό το σύστημα λειτουργεί σαν πλαίσιο της κάθε στροφής, σαν ένα είδος παρένθεσης που ανοίγει και κλείνει και περικλείει τους επτά στίχους που αλλάζουν, τους επτά στίχους που προσπαθούν να είναι κάθε φορά αλλιώς διατυπωμένοι μα τελικά υποκύπτουν στην νομοτέλεια της θλίψης.

Στη δεύτερη περίπτωση, στο "Εωθινό", έχουμε πέντε στροφές έξι στίχων με σταθερά ομοιοκατάληκτους τους τελευταίους δυο στίχους κάθε στροφής. Και πάλι πάει να μορφοποιηθεί το νόημα σε κάτι σταθερό πριν το τέλος κάθε στροφής. Σε αυτό το ποίημα με τον μόνιμο και μονότονο τρόπο της ομοιοκαταληξίας. Δεν έχει σημασία τόσο αυτό που λέγεται αλλά πώς κόβεται το νόημα και η φωνή σε στροφές.

Και στα δυο ποιήματα το κενό μετράει, αυτό δίνει τον τόνο και τον ρυθμό μέσω της επανάληψης. Αφενός με την επανάληψη δυο στίχων στο πέμπτο ποίημα, αφετέρου με την επανάληψη δυο καταλήξεων στο δέκατο πέμπτο. Είναι δυο ποιήματα που κόβουν όλη τη συλλογή αλλιώς. Τη μορφοποιούν σαν δυο παραδείγματα, στα οποία ο πόνος μπορεί να αποκτήσει μια σταθερή δομή που επανέρχεται. Και καταλήγει σε έναν ρυθμό επίσης: πέντε και δέκα πέντε. Μια πρώτη στάση και μια δεύτερη. Από τις τρεις στροφές των έντεκα στίχων στις πέντε των έξι. Τριάντα τρεις στίχοι που κόβονται τρεις φορές και τριάντα που κόβονται πέντε. Δεν πρόκειται λοιπόν απλώς για μορφοποιημένο κείμενο στο πλαίσιο της σελίδας, αλλά για μια προσπάθεια να αποκτήσει ο θρήνος μια σταθερή μορφή. Και αυτή η απαρτίωση έρχεται σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής που υπακούουν σε άλλα μετρικά δεδομένα και δεν αποκτούν αυτήν τη σταθερότητα στον ρυθμό με τον ίδιον τρόπο. Έτσι η στροφή και η συγκρότησή της σε νόημα κρατάει τον αναγνώστη εγρήγορο σε κάθε περίπτωση να διαπιστώσει πώς θα δημιουργηθεί η στροφή και αν θα γεφυρωθεί με κάποιον τρόπο το κενό.