Skip to main content
Κυριακή 14 Ιουλίου 2024
«Οι παρεκκλίνοντες πίθηκοι του συρμού και των τεχνών»

Στις τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος Η Αθανασία του Μίλαν Κούντερα υπάρχει ένα υπέροχο νοητικό πείραμα/ερώτημα: αν έδινες στους ανθρώπους τη δυνατότητα να κοιμηθούν με τη Ρίτα Χέιγουορθ αλλά να μην το μάθει κανείς ή, να κυκλοφορήσουν απλώς μαζί της δημοσίως, τι θα επέλεγαν; Όλοι θα απαντούσαν ότι θα ήθελαν να κοιμηθούν μαζί της, λέει ο συγγραφέας, γιατί όλοι αρέσκονται να διατείνονται ότι είναι ηδονιστές. Κατά βάθος όμως αυτό που όλοι θα ήθελαν, είναι να τους έβλεπαν μαζί της. «Γιατί ο θαυμασμός είναι που τους ενδιαφέρει και όχι η ηδονή. Τα φαινόμενα και όχι η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα δεν αντιπροσωπεύει πια τίποτα για κανέναν», καταλήγει ο Κούντερα. Όταν είχα διαβάσει το βιβλίο στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με είχε ξενίσει η απολυτότητα του συγγραφέα. Με είχε ξενίσει αυτό το «όλοι» που σου βγάζει το μάτι και από τις δυο πλευρές. Όλοι θα δήλωναν ότι θέλουν να κοιμηθούν μαζί της κρυφά, αλλά τελικά όλοι θα προτιμούσαν να εμφανιστούν μαζί της δημοσίως. Το συγκεκριμένο βιβλίο βέβαια προσπαθεί να σκιαγραφήσει το κωμικοτραγικό της στάσης μας απέναντι στο “δίλημμα” του «είναι» και του «φαίνεσθαι». Και η στάση μας απέναντι σε ένα τέτοιο “δίλημμα” ενέχει όλα τα χαρακτηριστικά που έχει η στάση μας απέναντι σε ένα στερεότυπο: νομίζουμε, εύκολα κιόλας, ότι το έχουμε απαντήσει· νομίζουμε ότι έχουμε επιλέξει.

Το πλήρωμα του χρόνου έφτασε όμως να επιβεβαιώσει τον συγγραφέα μέσα από ένα κατάτι διαφορετικό μονοπάτι. Επειδή τώρα τελευταία παρακολουθώ πολλές βιβλιοφιλικές σελίδες και πολλά βιβλιοφιλικά προφίλ θα πω ότι το ερώτημα μπορεί να ανασκευαστεί ως εξής: αν έδινες στους ανθρώπους τη δυνατότητα να αποκτήσουν εποπτεία –έστω περιορισμένη– του κόσμου χωρίς όμως αυτό να γίνει γνωστό πουθενά, ή, τους έδινες τη δυνατότητα να φανούν ότι διαβάζουν ασταμάτητα και έχουν γνώσεις και απόψεις επί παντός επιστητού, τι θα επέλεγαν; Έτσι μετασχηματισμένο, το ερώτημα, δεν προβληματίζει πια θαρρώ κανέναν με την απολυτότητα της απάντησης που του προσέδωσε ο Κούντερα.

Αλλά αυτό το ανασκευασμένο ερώτημα δεν είναι καθόλου απλό αν το κοιτάξουμε προσεκτικά γιατί ακόμα και κάποιος που διαβάζει περιστασιακά και επιφανειακά δύναται –δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο– να ξεπατικώσει τα εργαλεία εκείνα που θα του επιτρέψουν να αποκτήσει την επίφαση εποπτείας ενός έστω συγκεκριμένου τομέα του κόσμου. Το κακό (που είναι ταυτοχρόνως και καλό) με την ανάγνωση είναι ότι σου δίνει τη δυνατότητα να αποκτήσεις τα εργαλεία εκείνα –ορολογία, φορμαλισμούς– που σου επιτρέπουν να συντηρείς και να διαδίδεις έναν μπούσουλα που δίνει την εντύπωση της γνώσης – την επίφαση της εποπτείας. Τι διακρίνει την εντύπωση της γνώσης από την αληθινή γνώση; Μα φυσικά η σκληρή δουλειά, η τριβή και η εμπειρία με το αντικείμενο.

Στο Περί Χρόνου και Ποταμού του Τόμας Γουλφ, σε ένα σημείο, κάπου προς την αρχή, ο ήρωας μιλάει για τις μεθόδους διδασκαλίας ενός καθηγητή του στο Χάρβαρντ. Ο συγκεκριμένος καθηγητής, υπό το βλέμμα του ήρωα και πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος, είχε τη δυνατότητα να ενσταλάζει στους μαθητές του ακριβώς αυτά τα εργαλεία που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για αυτή την επίφαση της εποπτείας που αναφέρω στη λογοτεχνία. Ο ήρωας του Γουλφ αναφέρεται σε καθηγητή δραματουργίας και η συζήτηση αφορά το θέατρο αλλά η γενίκευση προς τη λογοτεχνία είναι νομίζω δόκιμη.

Παραθέτω:

«Έδινε στους ανθρώπους που δεν είχαν οι ίδιοι τη δύναμη να δημιουργήσουν κάτι που θα είχε αξία και ομορφιά –στους ανθρώπους που ήταν αυθεντικά Φιλισταίοι και εχθροί της τέχνης και του ζωντανού πνεύματος του καλλιτέχνη– μια γλώσσα για να μιλούν με επιπόλαιες τοποθετήσεις σχετικά με όσα διόλου δεν γνώριζαν […]. Και εντέλει δεν οδηγούσε σε τίποτα άλλο από την ψευτιά και την ασημαντότητα, σε ανύπαρκτα πάθη, και στα φαντάσματα της ειλικρίνειας, στις άθλιες συμβατικές τοποθετήσεις και τα πιστεύω ανθρώπων που δεν διέθεταν ούτε πάθος ούτε ειλικρίνεια, και οι οποίοι ήταν πεπεισμένοι στο τίποτα, δεν πίστευαν σε τίποτα, ήταν οι παρεκκλίνοντες πίθηκοι του συρμού και των τεχνών» (σ. 299, μτφρ. Γ. Λειβαδάς, Εξάντας: 2018).

Τι συμπεράσματα μπορεί να βγάλει κάποιος από αυτές τις παρατηρήσεις; Πολλές φορές η διάκριση ανάμεσα στο «είναι» και το «φαίνεσθαι» είναι πολύ λεπτή και ίσως απατηλή. Το ερώτημα του Κούντερα για τη Ρίτα Χέιγουορθ, μέσα στη μεθοδολογική του αυστηρότητα (να κοιμηθείς μαζί της ή να σε δουν μαζί της;), αγνοεί την ουσία. Ο Κούντερα δεν ρωτάει «να ερωτευθείς τη Ρίτα Χέιγουορθ ή να σε δουν μαζί της;». Δεν βάζει το στοιχείο του έρωτα μέσα στο ερώτημα. Στοιχείο που σιωπηλά και καθοριστικά θα οδηγούσε στην υπέρβαση του διλήμματος. «Σιωπηλά» γιατί ο έρωτας θα σε έκανε αυτοστιγμεί ηδονιστή, και «καθοριστικά», γιατί θα αδιαφορούσες για το αν θα σε έβλεπαν μαζί της. Και η ίδια απάντηση βρίσκεται και στην καρδιά του ανασκευασμένου δικού μου ερωτήματος: το ζήτημα δεν είναι να αποκτήσεις απλώς εποπτεία (έστω περιορισμένη) μιας πλευράς του κόσμου αλλά να ερωτευθείς αυτή την πλευρά. Οι Φιλισταίοι του Γουλφ, «οι παρεκκλίνοντες πίθηκοι του συρμού και των τεχνών» είναι αυτοί που δεν διακατέχονται ποτέ από τον έρωτα προς τη γνώση.