Skip to main content
Πέμπτη 13 Ιουνίου 2024
πόθεν έσχες

Χθες, όπως σχεδόν κάθε βράδυ όταν πιάνουν οι ζέστες, βγήκα βόλτα. Περασμένες 10 αλλά ακόμα άνοιξη. Δεν πήγα προς το πάρκο που συνηθίζω, εκεί που είναι δροσερά τα καλοκαιρινά βράδια. Δεν έχει προχωρήσει η κάψα ώστε να είμαι απελπισμένος για λίγες στάλες. Προχώρησα προς τη Λένορμαν. Παρόλο που είχα δειπνήσει, χτύπησα ένα τυλιχτό στο χέρι, στο όρθιο. Πρόσεξα μασουλώντας τις κατσαρίδες, τις πολλές κατσαρίδες στην άσφαλτο. Με ενέργεια και σβελτάδα τρέχαν δεξιά κι αριστερά με νεύρο, σαν να έψαχναν κάτι, κάτι συγκεκριμένο. Σταματούσαν και κοιτούσαν με προσήλωση (ή μύριζαν με προσήλωση, ή άκουγαν με προσήλωση, ή άγγιζαν με προσήλωση). Όταν ήταν βέβαιες ότι εκεί δεν βρισκόταν αυτό που έψαχναν, έτρεχαν στο επόμενο σημείο. Με την ίδια πειθαρχία. Μου έδωσαν την εντύπωση ευφυούς όντος, όχι κάποιου που υπακούει τυφλά και μηχανικά σε χημική εντολή, άβουλα. Μου έδωσαν την εντύπωση όντος που ήξερε τι ήθελε - ήξερε τι έψαχνε και ήξερε πως να το βρει. Θυμήθηκα ότι είχα διαβάσει ότι μια μαμά κατσαρίδα εκκρίνει ουσία με την οποία τρέφει τα μικρά της, ουσία που έχει την ίδια σύσταση με το γάλα. Αυτό με είχε φρικάρει. Το έψαξα μόλις στο Google και δίνω το σύνδεσμο.

Ξέπλυνα στις τουαλέτες της ψησταριάς το λίπος από τα χέρια και τα χείλη μου και προχώρησα πιο πάνω, σε καφέ ανοιχτό 24ωρο, για μια μπύρα. Να μου έρθει η νύστα, να γυρίσω στο σπίτι, να βάλω ανεμιστήρα και τηλεόραση, να βυθιστώ σε ύπνο.

Ελάχιστοι οι θαμώνες, ελάχιστοι οι περαστικοί. Στο μπροστινό τραπέζι ένας γέρος σκυμμένος στο κινητό σκρόλαρε ακατάπαυστα. Με το “γέρος” εννοώ κάποιον που είναι σπιθαμή μεγαλύτερος από μένα σε ηλικία κι εγώ ακολουθώ. Μισό βήμα πίσω αλλά ποτέ δεν αγγίζω τον ώμο του. 

Tags: