Skip to main content
Πέμπτη 23 Μαΐου 2024
I know what you did last week (10-16/10/23)

— Quote της εβδομάδας: «Τα κρόσσια από τη δερμάτινη χειροποίητη τσάντα του οίκου Hermes (sic), ένα από τα σημαντικότερα προϊόντα της φθινοπωρινής-χειμερινής σεζόν, “βουτούσαν” σχεδόν μέσα στο κονσομέ. Η Θέκλα, ορμητική όπως πάντα, με το πυρόξανθο χείμαρρο των μαλλιών της να παρασύρεται από τον φθινοπωρινό αέρα, δεν φρόντισε να περάσει με τον πιο κομψό τρόπο μπροστά από το μεγάλο τραπέζι με τα πορσελάνινα σερβίτσια. Πορσελάνινα, υπερπολύτιμα κομμάτια, εμπνευσμένα από τη συλλογή του σημαντικού συγγραφέα, ελληνολάτρη-ταξιδευτή Πάτρικ Λη Φέρμορ» (Βήμα/Πολιτισμός/Σίβυλλα, 15/10/23).    

— Διάβασα την προηγούμενη εβδομάδα το κείμενο του Διονύση Μαρίνου «7 μυθιστορήματα που μας βάζουν στην καρδιά της σύγκρουσης Ισραήλ και Παλαιστίνης» (Book-Press, 9/10/23). Δεν είναι κακό να πουλάει κανείς βιβλία. Η συστηματική προώθηση βιβλίων μέσω των «βιβλιοφιλικών» σάιτ είναι αναπόσπαστο κομμάτι της αγοράς. Δεν σχολιάζω παρόμοια κείμενα, εκτός κι αν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι. Και εδώ διακρίνω δύο. Πρώτον, το συγκεκριμένο κείμενο συνιστά copy-paste των κειμένων που βρίσκει κανείς στα οπισθόφυλλα των βιβλίων. Ναι, ο συντάκτης κάνει δήθεν και μια προσπάθεια να τα παραλλάξει λίγο αλλά από κάποιο σημείο (μετά τα πρώτα δύο βιβλία) βαριέται και αντιγράφει αυτούσια αποσπάσματα από τα οπισθόφυλλα. Δεν θα είχα προφανώς κανένα πρόβλημα αν δήλωνε κάπου ότι κάνει ό,τι κάνει, αλλά εδώ, ο συντάκτης, παριστάνει τον αναγνώστη. Και πάλι όμως δεν θα έκανα λόγο για κάτι τέτοιο. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Είναι ένα πράγμα να σου αναθέτει κάποιος να φτιάξεις ένα κείμενο προώθησης βιβλίων «για τα Χριστούγεννα», «για το Πάσχα», «για το καλοκαίρι», ή για ό,τι άλλο σκαρφίζεται ο εκδότης του μέσου –εδώ ο κ. Κατσουλάρης– επειδή πρέπει να τηρήσει ισορροπίες με τους εκδότες, και είναι εντελώς άλλο πράγμα να αναθέτεις σε έναν συντάκτη να διαφημίσει βιβλία με αφορμή μια επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ με εκατοντάδες νεκρούς. Θα πίστευα ότι τουλάχιστον τηρούνται τα προσχήματα και κάποιες γραμμές δεν τις περνάει ούτε κάποιος που προσπαθεί να μεγιστοποιήσει την επισκεψιμότητα της σελίδας του με κάθε τρόπο. Πίστευα δηλαδή ότι αυτό το «με κάθε τρόπο» δεν θα συμπεριελάμβανε μια τρομοκρατική επίθεση που κόστισε μερικές εκατοντάδες ζωές – «εκατοντάδες» τη στιγμή που δημοσιεύτηκε το κείμενο. Και πάλι όμως αυτό δεν τελείωσε έτσι. Δεν τελείωσε δηλαδή με την άπαξ ανηθικότητα εκδότη, συντάκτη και του άμεσα διαφημιζόμενου – εδώ το βιβλιοπωλείο «Πολιτεία». Η επιτυχία του πρώτου διαφημιστικού κειμένου άνοιξε την όρεξη σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Έτσι, την Κυριακή, εμφανίστηκε η συνέχεια: «10 βιβλία πολιτικής Ιστορίας και στοχασμού που μας βοηθούν να κατανοήσουμε το Παλαιστινιακό» (Book-Press, 15/10/23). Οι νεκροί ανέβηκαν, η συζήτηση έχει φουντώσει, άρα, ευκαιρία να συνεχίσουμε να πουλάμε βιβλία και να αυξάνουμε τα κλικ στο σάιτ μας – είναι τόσο απλό. Ο πάντα πρόθυμος κ. Μαρίνος, αφού συνέταξε μια παράγραφο με μελοδραματικά ευχολόγια επιδόθηκε ξανά σε copy-paste για ακόμη δέκα βιβλία. Ναι, προφανώς υπάρχουν και άλλοι πιο δόκιμοι τρόποι εφόσον κάποιος επιθυμεί να διαφωτίσει το αναγνωστικό κοινό του. Έτσι όπως, για παράδειγμα, έπραξε ο Μιχάλης Τσιντσίνης στο «Να πρέπει διαρκώς να πιστεύεις ότι υπάρχεις» (Καθημερινή, 15/10/23) όπου χρησιμοποίησε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Νταβίντ Γκρόσμαν, Στο τέλος της γης. Είχε διαβάσει ο κ. Τσιντσίνης το βιβλίο; Αδιάφορο. Το άρθρο ούτε διαφημίζει το βιβλίο –αν ο αναγνώστης σκανδαλιστεί και επιθυμεί να το αγοράσει έχει καλώς– ούτε κάνει απροκάλυπτη χρήση του βήματός του και της θέσης του στην εφημερίδα για να μαζέψει κλικ. Ο κ. Τσιντσίνης διατυπώνει μια «άποψη» και κάνει δόκιμη χρήση λογοτεχνικού αποσπάσματος για να προσδώσει ήθος στο κείμενο. Πράττει δηλαδή το διαμετρικά αντίθετο από την κίνηση των Κατσουλάρη/Μαρίνου/Πολιτείας, που εκτός από το να κεφαλαιοποιούν ένα τρομοκρατικό χτύπημα με χιλιάδες νεκρούς, προσβάλλουν και τη νοημοσύνη των αναγνωστών τους με το να τους σερβίρουν οπισθόφυλλα βιβλίων για αναγνωστικές προτάσεις. Κρίμα. 

Διάβασα τη συνέντευξη, «Μια μεγάλη παράσταση κατορθώνει ένα πλήγμα στην ανθρώπινη μικρότητα» (Lifo, 15/10/23), που παραχώρησε ο Βασίλης Παπαβασιλείου στην Αργυρώ Μποζώνη. Παραθέτω:  

«Υπάρχει και το άλλο είδος ανθρώπων, αυτοί που εκτοξεύονται στην πασαρέλα του θεάτρου και μετά εξαφανίζονται. Ας μην τα συγχέουμε. Εμείς, της πρώτης κατηγορίας, με έναν τρόπο ανήκουμε σε μια πινακοθήκη, σε ένα πάνθεον». 

Να κάνουμε ίσως δώρο στον κ. Παπαβασιλείου ένα ψαλίδι, μήπως και κόψει κάτι. Η συνέντευξη έχει όμως και καλά σημεία: 

«Μια φορά μου έλεγε ο Στρέλερ πως όταν έκανε το Ζουβέ - Ελβίρα είχε πρήξει τον Ζουβέ ρωτώντας τον “γιατί κάνουμε αυτό και πώς το κάνουμε” και τα λοιπά. Γύρισε και του είπε ο Ζουβέ “άκου να σου πω, στη σκηνή δεν συμφέρει να καταλαβαίνεις πολύ. Το κατάλαβες καλά; Δεν έχεις το ρεφλέξ του ηθοποιού”. Ο ηθοποιός λυτρώνεται σε μια βάση κατανόησης δευτέρου βαθμού που περιλαμβάνει και ανοησία. Ένας ηθοποιός μόνο νοήμων, που καταλαβαίνει έξυπνα κείμενα, είναι αποτελεσματικός 30-40%. Δεν ζητάμε όμως αυτό. Ζητάμε τον τοκετό της συγκίνησης του άλλου, γιατί η δουλειά του ηθοποιού είναι δουλειά μαιευτήρα, είναι αυτός που γεννάει την έκπληξη. Τι αθωότητα και τι δύναμη προϋποθέτει η λειτουργία αυτή; Αυτό είναι κάτι που ποτέ δεν ξέχασα. Σε ό,τι αφορά τη σχέση μου με τους ηθοποιούς και τα νεότερα παιδιά, αυτό το ερώτημα του νοήματος δεν επιδέχεται οριστική απάντηση, όπως και στη ζωή. Κανένας δεν μπορεί να σου πει ότι το νόημα μιας φράσης είναι αυτό και κανένα άλλο».

Ο «τοκετός της συγκίνησης του άλλου» και η «δουλειά μαιευτήρα» που αναλαμβάνει ο ηθοποιός τίθενται πολύ εύστοχα εδώ: Ο κ. Παπαβασιλείου, ουσιαστικά, αποπειράται να σκιαγραφήσει το πλεονέκτημα που προσδίδει στον καλλιτέχνη, καθώς αντιμετωπίζει το κοινό του, όχι μόνο να εμφανίζεται αλλά και τελικά να είναι εδεμικός – σε βαθμό «ανοησίας» όπως το θέτει. Η δυσκολία εντοπίζεται πάντα στον τρόπο που ο δημιουργός θα έρθει σε κοινωνία με τη γνώση χωρίς να την απομυθοποιήσει, χωρίς να απομαγευτεί. Η τέχνη εξάλλου είναι πάντα και μια δεξιότητα που εκπηγάζει πρωτίστως από το σώμα και που μόνο περιστασιακά μετουσιώνεται γνωστικά από τη νόηση σε κάτι αναλυτικό/χειροπιαστό. Αυτό εξάλλου κρύβεται και πίσω από το: «Κανένας δεν μπορεί να σου πει ότι το νόημα μιας φράσης είναι αυτό και κανένα άλλο». Το «αισθητικό» παραμένει πάντα υποκειμενικό –στην καλύτερη διυποκειμενικό–, ασχέτως αν αξιώνει καθολική αποδοχή.

— Διάβασα το «Νομπέλ του Σεφέρη, 60 χρόνια μετά» (Τα Νέα, 14-15/10/23) της Μαίρης Αδαμοπούλου. «Επετειακή έκθεση στην πινακοθήκη Γκίκα του Μουσείου Μπενάκη με θέμα το βραβείο της Σουηδικής Ακαδημίας που κέρδισε ο Έλληνας ποιητής» διαβάζουμε στον υπότιτλο. Εδώ σημασία έχει να προσέξουμε τι περιλαμβάνεται στα εκθέματα. Παραθέτω: «Η επιστολή με την οποία η Σουηδική Ακαδημία ανακοίνωνε στον Σεφέρη την υποψηφιότητά του. Το τηλεγράφημα με το οποίο απάντησε ο ποιητής. Φωτογραφίες από το σπίτι της οδού Άγρας με δημοσιογράφους και φίλους μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος. Οι συγχαρητήριες επιστολές που δέχτηκε [...]. Οι κάρτες εισόδου για την τελετή απονομής και το επίσημο δείπνο, όπως και το πρόγραμμα που δόθηκε στο ζεύγος Σεφέρη στη Στοκχόλμη σχετικά με τις ξεναγήσεις τους. [...] είναι μερικά μόνο από τα αντικείμενα που συνθέτουν την ιδιαίτερη αυτή έκθεση [...]. 

Όταν ο επαρχιωτισμός χτυπάει και την πόρτα των μεγάλων μουσείων.