Skip to main content
Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024
I know what you did last week (15-21/8/23)

— Quote της εβδομάδας: «[Ερ.] Ένα βιβλίο, ένας δίσκος και μια ταινία που σας σημάδεψαν; [Απ.] Το βιβλίο είναι το “Γράμματα από τη φυλακή” του Γκράμσι, που έχει σημαδέψει όλη μου τη σκέψη για ιδεολογία, ηγεμονία και πολλά άλλα. Ο καλύτερος δίσκος όλων των εποχών είναι το «Kind of Blue» του Miles Davis. Για ταινία θα μπορούσα να διαλέξω μια πολύ έντεχνη, ας πούμε του Αγγελόπουλου ή του Μπέργκμαν, αλλά δεν θα ήμουν εντελώς ειλικρινής. Διαλέγω το “Casablanca”, με τους Humphrey Bogart και Ingrid Bergman, για τη μάχη που έχουμε όλοι και όλες ανάμεσα στον καθήκον και το πάθος». Από τη συνέντευξη, «Δεν χρειαζόμαστε τόσους πολλούς εκατομμυριούχους», που παραχώρησε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος στον Δημήτρη Τερζή. (Εφημερίδα των Συντακτών, 19-20/8/23). 

— Διάβασα το άρθρο του Σταύρου Κωνσταντινίδη «Η Πανεπιστήμιου άργησε, αλλά θα ανταμείψει την Αθήνα» (Athens Voice, 19/08/23). Όχι, δεν σκοπεύω να εισέλθω στα λημέρια της πολεοδομίας, της αρχιτεκτονικής και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με ένα άρθρο που αξίζει την προσοχή μας, όχι τόσο για την ουσία του. Ο κ. Κωνσταντινίδης διατυπώνει μερικά ευφάνταστα επιχειρήματα που δήθεν δικαιολογούν την καθυστέρηση και την ταλαιπωρία γιατί το όραμα είναι μεγάλο. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η κριτική όμως της κακοπιστίας ξεκίνησε ήδη από το πειραματικό στάδιο εν μέσω πανδημίας, όταν όλες οι σύγχρονες πόλεις του κόσμου προέβησαν σε αντίστοιχα προσωρινά έργα. Για όσους δεν το κατανοούν η Πανεπιστημίου επανασχεδιάστηκε κλιματικά, βιώσιμα, πράσινα [...]», μπορείτε να διαβάσετε τι ακριβώς λέει στο λινκ. Θα ήθελα όμως να προσέξετε κάτι άλλο: Ο κ. Κωνσταντινίδης, ουσιαστικά, με αυτό το άρθρο δεν «ξεπλένει» απλώς το μέγα ατόπημα του «Μεγάλου Περιπάτου» αλλά «ξεπλένει» και τον εαυτό του, για τον πολύ απλό λόγο ότι ο ίδιος ανήκει στο επιτελείο του Δημάρχου, κ Μπακογιάννη. Το λυπηρό βεβαίως είναι ότι η λεπτομέρεια αυτή έχει αποσιωπηθεί. Δεν αναφέρεται ούτε στο βιογραφικό του στην Athens Voice: «’Εχει διατελέσει διοικητής ΥΠΑ, σύμβουλος πολλών Υπουργείων, δημόσιων οργανισμών καθώς και μεγάλων εταιρειών του ιδιωτικού τομέα» διαβάζουμε αλλά πουθενά δεν γίνεται λόγος για τη θέση του στον Δήμο. Στο ίδιο μέσο, στην Athens Voice, ο φιλόπονος αναγνώστης μπορεί όμως να ανακαλύψει και ένα σημείωμα με ημερομηνία 19/12/20. Παραθέτω: «O Σταύρος Κωνσταντινιδης, πρώην διοικητής της ΥΠΑ, με θητεία σε πολλά Υπουργεία και σύμβουλος του Μπουτάρη, ανέλαβε να υποστηρίξει, ως επιστημονικός σύμβουλος του δημάρχου Αθηναίων, Κώστα Μπακογιάννη, την προώθηση του Μεγάλου Περιπάτου της Αθήνας. Απο την περίοδο της πρώτης φάσης της δοκιμαστικής εφαρμογής του Μεγάλου Περιπάτου η αρθρογραφια του κ. Κωνσταντινίδη, προκάλεσε τον ενδιαφέρον του Δημάρχου, και γνωρίστηκαν. Σήμερα που ετοιμάζεται στο πρώτο τρίμηνο του 2021 να γίνουν οι ανακοινώσεις για τα μόνιμα έργα, τις θεσμικές μελέτες όπως το Πολεοδομικό Σχέδιο και η εξαγγελία όλων των έργων και μελετών και αρχιτεκτονικών διαγωνισμών, είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται κοντά στον Δήμαρχο για την στρατηγική και το πολιτικό αφήγημα του μεγαλόπνοου σχεδίου» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου).

Απορεί βέβαια κανείς γιατί ο κ. Κωνσταντινίδης να υποσκάπτει με αυτό τον τρόπο τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία του για ένα άρθρο που πολύ δύσκολα θα λειτουργήσει εξισορροπητικά. 

Παραθέτω και το λινκ μιας απάντησης από μια αρχιτεκτόνισσα. Στο συγκεκριμένο κείμενο της Τζίνας Σωτηροπούλου, με ημερομηνία 19/8/23, θα βρείτε και πολλές φωτογραφίες που αποτυπώνουν την πρόοδο του έργου «που τελειώνει και θα ανταμείψει την Αθήνα». 

— Διάβασα τη συνέντευξη «Γράφω για έναν ιδανικό αναγνώστη» (Καθημερινή, 20/8/23) που παραχώρησε η Τέσα Χάντλεϊ στη Βάλια Δημητρακοπούλου. Παραθέτω:

«[Ερ.] Διάβασα ότι γράφατε για χρόνια πριν εκδώσετε, αλλά πιστεύατε ότι δεν ήταν αρκετά καλό το αποτέλεσμα, καθώς δεν είχατε βρει ακόμη τη φωνή σας. Είμαι περίεργη για το πώς χτίζεται το ξεχωριστό ύφος κάποιου· αν αντιγράφεις και αντιγράφεις ξανά και ξανά, και κάποια στιγμή καταλήγεις στο αυθεντικό σου ύφος. 

[Απ.] Για χρόνια αποτύγχανα προσπαθώντας να γράψω μυθιστορήματα όπως οι συγγραφείς που θαύμαζα περισσότερο. Ήταν η εποχή των σπουδαίων λευκών νοτιοαφρικανών μυθιστοριογράφων, της Ναντίν Γκόρντιμερ και του Τζ. Μ. Κούτσι. Αλλά τότε ακουγόμουν ψεύτικη και κατά κάποιο τρόπο το ήξερα, ακόμη και όταν προσπαθούσα να το κρύψω. Ακουγόμουν σαν ένα παιδί που φορούσε ρούχα ενηλίκων. Έπειτα από πολλή περιπλάνηση, «γύρισα σπίτι». Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και άρχισα να γράφω για τους κόσμους και τους ανθρώπους που γνώριζα. Ωστόσο, νομίζω ότι έχετε τόσο δίκιο, ότι η αντιγραφή είναι σε κάθε στάδιο ένα απαραίτητο μέρος της συγγραφής, δεν σταματά ποτέ εντελώς. Όταν κάθομαι τώρα να γράψω, έχω ανοιχτό δίπλα μου ένα βιβλίο μιας από τις αγαπημένες μου συγγραφείς –ας πούμε της Ελίζαμπεθ Μπόουεν ή της Ανίτα Μπρούκνερ ή της Ελίζαμπεθ Τέιλορ– και οι προτάσεις τους μπορούν να απογειώσουν τις δικές μου προτάσεις. Είναι σαν να βάζεις μπροστά τη γραφή, όπως βάζεις μπροστά ένα αυτοκίνητο».

Ρωτούν γενικά οι δημοσιογράφοι τους συγγραφείς για να εκμαιεύσουν ποιοι είναι οι αγαπημένοι συγγραφείς τους ή ποιοι και πώς τους έχουν επηρεάσει. Και εκείνοι –άκουσον άκουσον– απαντούν και μετά ο κόσμος τα διαβάζει αυτά και βγάζει συμπεράσματα. Λοιπόν, ιδανικό θα ήταν να μην ρωτάμε τίποτα τους συγγραφείς αλλά αφού η συνέντευξη είναι πλέον αναπόσπαστο στοιχείο του brand του συγγραφέα και του μάρκετινγκ των βιβλίων σάς ζητώ να το δείτε λίγο διαφορετικά: ισχύει δηλαδή εδώ ό,τι και για τους έρωτες· οι εξομολογήσεις τέτοιου είδους είναι κίβδηλες, στάχτη στα μάτια. Ο συγγραφέας θα σου πει τους συγγραφείς που αναμένεις να ακούσεις ή τους συγγραφείς με τους οποίους θέλει ή αισθάνεται άνετα να τον συσχετίζεις· δεν θα σου ομολογήσει τους μεγάλους του έρωτες: τα υπόγεια ενεχυροδανειστήρια, τους συλημένους ναούς.

— Διάβασα το τρίτο μέρος του αφιερώματος «Επάγγελμα συγγραφέας» της Λαμπρινής Κουζέλη, «Τάκης Σινόπουλος - Ο ποιητής και οι θεσμοί» (Το Βήμα, 20/8/23). Το αφιέρωμα συνεχίζει να είναι από τα καλύτερα που έχουν εμφανιστεί τον τελευταίο ενάμιση χρόνο στο Βήμα. Ένα σχόλιο μόνο για το αντονιονικό (sic) «Επάγγελμα συγγραφέας» το οποίο ενώ ταίριαζε στις περιπτώσεις του Άγγελου Τερζάκη και του Νίκου Καζαντζάκη, δεν ταιριάζει για την περίπτωση του Τάκη Σινόπουλου αλλά και του Γιώργου Σεφέρη που θα παρουσιαστεί την επόμενη Κυριακή. Ο ποιητής δεν είναι συγγραφέας. Το περίεργο είναι ότι τη λύση τη δίνει η ίδια η κ. Κουζέλη που στο κείμενο της Κυριακής αναφέρει το ορθό «Επάγγελμα λογοτέχνης»: «Μια λογοτεχνική σύνταξη πέρα από τα προφανή οικονομικά ωφελήματα έχει και τη συμβολική αξία της νομιμοποίησης του επαγγέλματος “λογοτέχνης”» γράφει η κ. Κουζέλη. 

Θα κλείσω όμως με την παράθεση ενός μικρού αποσπάσματος που μου έστειλε τακτικός αναγνώστης της στήλης. Παρατηρήστε τη λιτή, «ευθυτενή» φόρμα που σε ελάχιστες γραμμές περνάει στον αναγνώστη όχι μόνο την ατμόσφαιρα της συνάντησης αλλά και το ήθος τόσο του Άγγελου Τερζάκη όσο και των «Εποχών»:

«Βράδυ ώρα 8 συνάντηση με τον κ. Άγγελο Τερζάκη, διευθυντή του περιοδικού “Εποχές”, στο γραφείο του, 3ος όροφος, αριστερά προτού φτάσεις στην πόρτα του “Ταχυδρόμου”. Χτυπάω με γωνία το δάχτυλο. Εμπρός. Μπαίνω. Χειραψία. Καθίστε. Κάθομαι. Το θέμα είναι ν’ αναλάβω την κριτική της ποίησης στο περιοδικό, εναλλάξ ή ταυτόχρονα με τον κ. Κώστα Στεργιόπουλο. Όλα αυτά μετά την παραίτηση του Αλεξ. Αργυρίου. Ο κ. Τερζάκης σοβαρός — όπως πάντα. Στο “σοβαρός” περιλαμβάνεται και το “αγέλαστος”. Διευκρινίζει ορισμένες λεπτομέρειες. Φροντίστε, λέει, αυτό, τούτο, εκείνο. Κατά τα άλλα είστε απολύτως ελεύθερος να διατυπώνετε τη γνώμη σας. Υποχρέωση καμία, προκατάληψη καμία. Ο κ. Τερζάκης σηκώνεται. Ευθυτενής. Από σήμερα κ. Σινόπουλε σας θεωρούμε ταχτικό συνεργάτη των “Εποχών”. Χειραψία. 

Χαίρετε.

Χαίρετε». 

– Τάκης Σινόπουλος, «Νυχτολόγιο», Κέδρος, Αθήνα 1978 - δεν έχω τηρήσει το πολυτονικό του πρωτοτύπου.