Skip to main content
Δευτέρα 15 Απριλίου 2024
I know what you did last week (20-26/2/24)

— Quote της εβδομάδας: «Τα διδάγματα, είναι καλό να τα μοιραζόμαστε. Μπορούν τα εθνικά ζητήματα να εξελιχθούν σε τοπικά προβλήματα; Στην ομάδα εργασίας με τους φοιτητές μου στο Institute of Politics at Harvard Kennedy School, συμφωνήσαμε πως μπορούν. Καλησπέρα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού». Τάδε έφη Κώστας Μπακογιάννης. Από το «Φεύγουν τα καλύτερα μυαλά» (Alfavita, 22/2/24). 


— «Η Νοοσοφία είναι σίγουρα ένα βιβλίο από εκείνα που στοχοποιούνται ως αιρετικά. Η Νοοσοφική θεωρία του Νίκου Καρβέλα συγκρούεται απροκάλυπτα με τις υπερδυνάμεις του κατεστημένου, προτείνοντας έναν ολωσδιόλου καινούργιο τρόπο ζωής. Ένα τρόπο ζωής βασισμένο στην αρμονική συνύπαρξη των λειτουργιών του εγκεφάλου και μιας γλώσσας απαλλαγμένης από όλες τις πατροπαράδοτες ηθικές ιώσεις.

Ο κόσμος αυτός δεν είναι γυάλινος, αλλά είναι σίγουρα εύθραυστος. Απλά κανείς έως τώρα δεν του πέταξε ποτέ μία πέτρα. Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχουν πέτρες. Υπάρχουν μόνο ιδέες. Ο κόσμος αυτός είναι φτιαγμένος από ιδέες. Γι’ αυτό ο εύθραυστος κόσμος δεν έσπασε ποτέ.

Η Νοοσοφία δεν μιλάει με ιδέες, ούτε για ιδέες. Δεν μιλάει με λέξεις τρύπιες που στάζουν πλαναισθήματα. Η Νοοσοφία κάνει έκκληση στη γυναίκα να θρυμματίσει τον εύθραυστο κόσμο των πατροπαράδοτων ιδεών με λέξεις πέτρινες. Η Νοοσοφία παρακαλεί τη γυναίκα να αναζητήσει τη βαθύτερη αιτία της ύπαρξής της στις πέτρινες λέξεις».

– Νίκος Καρβέλας, Νοοσοφία, Κάκτος: 2024.

«Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Νίκος Καρβέλας ασχολήθηκε με τη συγγραφή, αφού έχει εκδόσει το 2006 τα Ποιήματα, Μέγιστο Φως (ποιητική συλλογή), το 2007 το Πιστεύω (φιλοσοφικό δοκίμιο), το 2009 τη Ναυτία Των Ημερών (ποιητική συλλογή), το 2011 τον Τρίτο Δρόμο (το πρώτο του πεζό έργο) και το 2013 την Ευτυχία Του Πάκο» (Queen, 16/2/24).

Ο σχολιασμός είναι περιττός. 

— Στο εξώφυλλο του ΒΗΜΑgazino αυτής της εβδομάδας διαβάζουμε το ευφάνταστο «A new star is born», για την Αναστασία Παντούση. Κανείς ποτέ δεν βρέθηκε να μιλήσει για «παλιά» αστέρια που γεννιούνται. Γιατί άραγε;

— Διάβασα το «Σωλήνας του μέλιτος» (Τα Νέα, 24-25/2/24) του Γιώργου Σκαμπαρδώνη. 

«Σε αυτή την ιστορία υπάρχει μια οδυνηρή διαλεκτική που ίσως δεν την παίρνουμε υπόψη μας – φυσικά και είμαστε υπέρ τού να παντρεύεται ο καθείς όποιον θέλει, αλλά ίσως εδώ προκύπτει μια πιο βαθιά αντινομία: η νομιμοποίηση αποδυναμώνει την όποια αντάρτικη ιδιαιτερότητα της ομοφυλοφιλίας, την κάνει αποδεκτή, απονευρώνει την Καβαφική της έξαψη, το ιεροκρύφιο των συναντήσεων, το πυρετικό των αγγιγμάτων, τη δίωξη που μυθοποιεί το Πάθος – θα πεις: τι μας λες τώρα; Οι άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι της κατηγορίας “των γενναίων της ηδονής” δεν θέλουν παρά να ζήσουν σαν τους στρέιτ, νόμιμα, με παιδιά, με μεταβιβάσεις ακινήτων, στραμπουληγμένοι σε συζυγικά κρεβάτια (που λέει ο Χάκκας). Οπότε οι “γενναίοι” παύουν να είναι γενναίοι πια, γίνονται συνήθεις και τελικώς μ’ έναν θάνατο “σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες”. Δεν ξέρω, μάλλον είμαι σε λάθος δρόμο συλλογιστικής, παρασυρμένος από τη λογοτεχνία και την ευωδία της Παναγίας των Λουλουδιών [βλ. Ζαν Ζενέ]». 

Το κείμενο του κ. Σκαμπαρδώνη προσεγγίζει το θέμα από τη σωστή πλευρά. Ναι, προφανώς το διακύβευμα της ισότητας, καθώς τώρα επιτρέπεται να παντρεύεται «ο καθείς όποιον θέλει», δυνητικά θα αποστραγγίσει τη ζωή και τη λογοτεχνία από τις «καβαφικές» εξάψεις και από τη σαγήνη του “παρανόμου” ή “απαγορευμένου”. Είναι και αυτό μέρος της διαδικασίας προς την πλήρη ισότητα. Το τελευταίο κομμάτι που μετασχηματίζεται πάντοτε, μετά από τις αλλαγές στη νομοθεσία, είναι αυτό της τέχνης και των απολήξεων της στην πραγματικότητα, όπως έχει συμβεί στο εξωτερικό. Η λογοτεχνία οφείλει εξάλλου να βρίσκεται μπροστά και να αφουγκράζεται ό,τι ακόμα δεν έχει εξημερωθεί· ό,τι παραμένει στα σπάργανα. Η λογοτεχνία οφείλει να είναι πάντα επιθυμία. 

«[...] [Η] πλειοψηφία των ανθρώπων, ανεξάρτητα απ’ τις ερωτικές τους επιλογές, θέλουν (και δικαιούνται) έναν μικροαστικό, νόμιμο βίο. Θέλουν προφανώς τον γάμο που τόσο βιτριολικά έχει στιγματιστεί ήδη απ΄τους στρέιτ οι οποίοι βίωσαν τη φθορά της επιθυμίας, την αργή παρακμή, τους αβάσταχτους συμβιβασμούς της οικογένειας – εξού και η φράση: “οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι παντρεμένοι με τους παντρεμένους”. Δεν γίνεται αλλιώς, θα πεις, προορισμός του ανθρώπου είναι η κουλούρα, το παιδί, οι πεθερές και τα συμπαρομαρτούντα [...]».  

Όλα αυτά φαντάζουν όμως ξεπερασμένα. Όλοι οφείλουμε να έχουμε πλέον κατανοήσει ότι ο γάμος και οι μεγάλες σχέσεις συνάδουν καλύτερα με το μπεκετικό «Ever failed. No matter. Try again. Fail again. Fail better», που δεν εμπλέκει πουθενά το έμφυλο. Ισότητα εξάλλου είναι και η συμμετοχή στη δυνατότητα της αποτυχίας. Η αποτυχία, σε κάθε τομέα, ως πιθανότητα πλέον, είναι δικαίωμα όλων μας.  

— Διάβασα το «Σκέφτομαι όλη την ώρα τους αναγνώστες μου» (Το Βήμα, 25/2/24). Η Ελίζαμπεθ Στράουτ μίλησε στον Γρηγόρη Μπέκο. 

Παραθέτω: «Δεν είναι υπερβολή, όποτε γράφω, έχω όλη την ώρα κατά νου όσους με διαβάζουν. Σαν να είμαι συνεχώς σε εγρήγορση, έτοιμη να μεταπηδήσω στο δικό τους ζωντανό πνεύμα, στη δική τους παλλόμενη καρδιά. Από τότε που με θυμάμαι αυτό ισχύει και δεν έχει αλλάξει. Αναρωτιέμαι κάθε φορά το ίδιο, τι ενδεχομένως έχουν ανάγκη κάθε δεδομένη στιγμή στην αφήγησή μου οι αναγνώστες και φροντίζω, όσο δύναμαι, να τους το δίνω. Μήπως υπάρχει πολύς θόρυβος σε μια σελίδα; Μήπως χρειάζονται να ξεκουραστούν ή να χαλαρώσουν; Μήπως να τους προσφέρω ένα όμορφο τοπίο ή, απλώς, μια ήρεμη κουβεντούλα; Όλες αυτές οι διερωτήσεις αποτυπώνουν τη βαθιά αγωνία μου να ανταποκρίνομαι σε μια συγγραφική ευθύνη που σημαίνει, για μένα, τουλάχιστον, να μη δείχνομαι, να μην καμώνομαι, να μην το παρατραβάω χωρίς λόγο, να είμαι ευθύβολη και φυσική. Είναι σαν να χορεύω με τους αναγνώστες μου, ξέρω ότι εγώ πρέπει να δίνω τον τόνο, αλλά ξέρω επίσης και το πιο κρίσιμο, ότι ο συντονισμός μας είναι το παν». 

Σαν να μην έφταναν αυτά η Στράουτ συνεχίζει: 

«Πηγαίνω μοιραία και σε σκοτεινές περιοχές αλλά θέλω οι αναγνώστες να αισθάνονται ασφαλείς μαζί μου, για αυτό δουλεύω πολύ, πάρα πολύ. Η δική τους ασφάλεια, σας διαβεβαιώνω, επιστρέφει σε μένα». 

Safety first, λοιπόν. Πόσο βλαξ υπήρξε ο Κάφκα όταν έγραφε στην αλληλογραφία του αυτό το “I think we ought to read only the kind of books that wound or stab us. If the book we're reading doesn't wake us up with a blow to the head, what are we reading for? So that it will make us happy, as you write? Good Lord, we would be happy precisely if we had no books, and the kind of books that make us happy are the kind we could write ourselves if we had to. But we need books that affect us like a disaster, that grieve us deeply, like the death of someone we loved more than ourselves, like being banished into forests far from everyone, like a suicide. A book must be the ax for the frozen sea within us. That is my belief.”