Skip to main content
Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024
I know what you did last week (23-29/1/24)

— Quote της εβδομάδας: «Είναι κατάντια να σε χειροκροτούν γιατί λες “δεν θέλω να βιάζονται παιδιά ή οι γυναίκες” ή ότι “το θέατρο δεν είναι σημαντικότερο από τον άνθρωπο”. Εάν κάποια στιγμή περιμένω την αποτυχία μιας ταινίας μου ή την “αποκαθήλωση” από τα ΜΜΕ; Ναι, το αναμένω αυτό το “cancel”. Γιατί κάποια στιγμή θα πω μια αλήθεια που δεν θα αρέσει. Θα είναι όμως η αλήθεια μου. Και δεν θα την κρύψω για να παραμείνω viral. Γιατί δεν με ενδιαφέρει άλλωστε αυτό. Και να σας πω και κάτι, θα στεναχωρηθώ πολύ εάν η ζωή μου κυλήσει έτσι ομαλά χωρίς καμία ανατροπή. Αλλά δεν θα κάνω κάτι επίτηδες για να ανατρέψω αυτό που είμαι…». 

Σωτήρης Τσαφούλιας στη συνέντευξη «Έχω πλήρη συνείδηση του πόσο ασήμαντος είμαι» (Βημαgazino, 28/1/24) που παραχώρησε στην Έρη Βαρδάκη.

Ομολογώ, δεν είχα ακούσει ποτέ κάτι για τον κ. Τσαφούλια. Το μόνο που μπορώ να σχολιάσω είναι ότι τίποτα δεν τονώνει περισσότερο τον ναρκισσισμό του νάρκισσου από μια δημόσια παραδοχή της ασημαντότητάς του. Προς επίρρωση του “αποφθέγματος”, παραθέτω και την αρχή της συνέντευξης: «Όχι, δεν έχω φλερτάρει με την έπαρση. Μεγάλωσα με μια φράση που μου είχε πει ο παππούς μου όταν ήμουν μικρός. Είναι μια γνωστή παροιμία: “Όταν ο Θεός θέλει να σκοτώσει ένα μυρμήγκι, του δίνει φτερά”».     

— Δυο κουβέντες για την κοινωνική κουζίνα «Ο Άλλος Άνθρωπος», για την περίπτωση του Κωνσταντίνου Πολυχρονόπουλου, που ανέδειξε το Πρώτο Θέμα με σειρά άρθρων από την Κυριακή 28/1/24.   

Ποιο είναι άραγε το σημείο πέρα από το οποίο δικαιούται κανείς να διερωτηθεί για τις προθέσεις του αλτρουιστή που ζητά τη συνδρομή μας; Δικαιούται άραγε ο αλτρουιστής, μέσα από το φιλανθρωπικό του έργο, να καρπώνεται και για τον εαυτό του οφέλη; Δεν είναι ηθικά μεμπτό –ας αφήσουμε το παράνομο στην άκρη– να βγάζει ο ιθύνων και το «κατιτίς» του, καθώς δομικό κομμάτι της επιρροής που ασκεί για να υποκινήσει δωρεές βρίσκει έρεισμα στον συναισθηματικό εκβιασμό τρίτων; Ο αλτρουιστής που προσφέρει, προσφέρει “αυθεντικά”, επειδή επιθυμεί να βοηθήσει τον συνάνθρωπο ή, τελικά, τα ελατήριά του είναι πιο ταπεινά, καθώς, στην καλύτερη των περιπτώσεων, αποπειράται να διασκεδάσει τύψεις που αφορμώνται από την προσωπική του ιστορία, ενώ, στη χειρότερη, στόχος του είναι το προσωπικό όφελος; Έχει σημασία η διάκριση αυτή, αν με το έργο του βοηθάει τους έχοντες ανάγκη; Με αυτό το σκεπτικό, ακόμη και έσοδα από παράνομες ενέργειες, εφόσον προσφέρονται για φιλανθρωπικούς σκοπούς, εν τέλει, “ξεπλένονται”, όχι μόνο φορολογικά αλλά και ηθικά; Έχει, όμως, επιληφθεί η δικαιοσύνη. Το σχόλιο έχει να κάνει περισσότερο με μια γνήσια απορία στο πώς οφείλει να στέκεται κανείς απέναντι σε περιπτώσεις που ζητούν τη συνδρομή μας, γιατί, προφανώς, «Ο Άλλος Άνθρωπος» δεν είναι η μοναδική περίπτωση που κάνει επίκληση στο συναίσθημά μας. Διερωτάται, αλήθεια, κανείς αν υπάρχει κάποιο σκεπτικό στην προβολή του έργου του αλτρουιστή πέρα από διαφήμιση που θα προσελκύσει περαιτέρω δωρεές.

— «Στο ημι-αυτοβιογραφικό Ham on Rye –ή Tοστ Zαμπόν, επί το ελληνικότερον–, ο Τσαρλς Μπουκόφσκι καταγράφει μέσω του λογοτεχνικού του alter ego Χένρι Τσινάσκι την παιδική και εφηβική του (sic) ηλικία του, περιόδους της ζωής του που σημαδεύτηκαν από την κακοποιητική φιγούρα του πατέρα του, τις προκαταλήψεις που βίωσε εξαιτίας της γερμανική (sic) του καταγωγής και τη (sic) βαριάς μορφής ακμή (sic) που τον ταλαιπωρούσε. Στο τέταρτο μυθιστόρημά του η καταγραφή αυτή ξεκινάει ήδη από τα βρεφικά του χρόνια, απ’ όταν ο συγγραφέας θυμάται τον εαυτό του, μόλις δύο ετών, να κάθεται κάτω από ένα τραπέζι στο οποίο έχουν μαζευτεί άντρες με μαύρα παπούτσια και ρυτίδες οι οποίοι πίνουν τον καφέ τους, και δεν θέλει να φύγει, του αρέσει αυτή η θέση. Το νέο μπαρ της Αθήνας, που πήρε το όνομά του από αυτό το βιβλίο, είναι ναι μεν ένα αυθεντικό ποτάδικο, όμως θα ανοίγει από το πρωί και θα σερβίρει καφέ από την Create του (πρωταθλητή του είδους) Στέφανου Δωματιώτη, ένα χαρμάνι με διπλή καταγωγή, από τη Βραζιλία και την Κολομβία, που δίνει ένα αποτέλεσμα ισορροπημένο και ευκολόπιοτο».

Έτσι ανοίγει το «Ham on Rye: Ένα αυθεντικό ποτάδικο μόλις άνοιξε στα Εξάρχεια» της Ζωής Παρασίδη (Lifo, 27/1/24). Αντί σχολιασμού, ένα απόσπασμα από το Ham on Rye:

 “The problem was you had to keep choosing between one evil or another, and no matter what you chose, they sliced a little bit more off you, until there was nothing left. At the age of 25 most people were finished. A whole god-damned nation of assholes driving automobiles, eating, having babies, doing everything in the worst way possible [...]”.

— Διάβασα τη συνέντευξη «Στην Ελλάδα ολόκληρες γενιές αρνούνται να ενηλικιωθούν» (Τα Νέα, 27-28/1/24), που παραχώρησε ο Δημοσθένης Παπαμάρκος στον Νίκο Κουρμουλή. 

«[Ερ.] Έχετε σκεφτεί ότι πολλοί περιμένουν ένα “Γκιάκ” ακόμη; Μπορεί να είναι ευχή και κατάρα ένα έργο;

[Απ.] Το έχω σκεφτεί ναι. Αλλά χωρίς να θέλω να ακουστεί κωλοπαιδίστικο, είναι ένα θέμα που δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Εννοώ όταν έχεις κάνει μια μεγάλη επιτυχία, πάντα κάποιος περιμένει κάτι. Αλλά κι αυτό το κάτι για πολλούς δεν είναι σχηματισμένο εντελώς. Άλλοι περιμένουν ένα “Γκιάκ” νούμερο 2 και άλλοι να βγάλω κάτι τελείως διαφορετικό. Σίγουρα πολλοί θα απογοητευτούν. Είμαι έτοιμος για όλες τις αντιδράσεις. Δεν αισθάνομαι ότι πρέπει να ανταποκριθώ στην αναγνωρισιμότητα. Η ζωή μου καθορίζεται από καθημερινά άγχη, που έχουν να κάνουν με το πώς θα βγει ο μήνας». 

Ο κ. Παπαμάρκος λέει πολλά και ενδιαφέροντα. Στέκομαι λίγο σε αυτό που παρέθεσα, αν και είναι κάτι που ελάχιστα θα έπρεπε να απασχολεί το κοινό. Ο συνεντευξιαζόμενος τελεί βέβαια πάντα και υπό την επήρεια των ερωτήσεων του δημοσιογράφου. Αν εκτιμώ κάτι στον κ. Παπαμάρκο, πέρα από το έργο του, είναι ότι μέχρι στιγμής δεν έχει επιχειρήσει να παρουσιάσει ένα «Γκιάκ νούμερο 2».

Παραθέτω όμως και κάτι πιο ουσιαστικό από τη συνέντευξη: 

«[Ερ.] Με το «Γκιακ» αναθερμάνθηκε το ενδιαφέρον για τις γλώσσες των παραδοσιακών κοινοτήτων εντός Ελλάδας, ιδιαίτερα από νεαρότερο κοινό. Μια εξερεύνηση της ρίζας που τη βλέπουμε και αλλού, π.χ. στη μουσική. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα;

[Απ.] Οποιαδήποτε γλώσσα κι αν χρησιμοποιήσεις με σωστό τρόπο, γίνεται η συγγραφική γλώσσα σου. Το γραπτό θα πρέπει να υπηρετήσει τον λογοτεχνικό λόγο, αλλιώς γίνεται μια εθνογραφική καταγραφή. Ενα εργαλείο δηλαδή που να εξυπηρετεί τη δραματουργία σου. Θεώρησα τότε πως ο αφηγηματικός κόσμος του “Γκιακ” μπορεί να αποτυπωθεί μόνο μέσα από βλέμμα και τη σκοπιά των χαρακτήρων, οπότε η επιλογή της γλώσσας ήταν φυσική συνέχεια. Η αλήθεια είναι ότι παρατηρώ αυτή την τάση που εντοπίζετε. Αν ο άνθρωπος χρησιμοποιεί αυτά τα εργαλεία συνειδητά γιατί του είναι απαραίτητα στην ιστορία που θέλει να πει, καλώς. Αν το κάνει επειδή θεωρεί ότι αυτό πουλάει πια, μιλάμε για κακή μανιέρα. Καλό θα είναι να είσαι ειλικρινής με τη φωνή σου, τι αγγίζει πραγματικά εσένα δηλαδή. Κάπως έτσι συμβαίνει και η απόπειρα διαλόγου μέσα από τη λογοτεχνία. Βλέπω επίσης την τάση ανάδειξης μιας ιδιαίτερης ταυτότητας σαν ένα νέο αυθεντικό τοπικό προϊόν. Υπάρχουν φορές που μοιάζει με τον εξωτισμό. Μια αντίληψη κέντρου και περιφέρειας, που είναι επί της ουσίας παρωχημένη. Θεωρείται, για παράδειγμα, ότι οι άνθρωποι του κέντρου θέλουν να έρθουν σε επαφή με μια αυθεντική κουλτούρα ή προϊόν και ουσιαστικά όσοι δεν ορίζουμε την ταυτότητά μας με τους όρους του κέντρου μπαίνουμε στη διαδικασία να εξυπηρετήσουμε αυτή την ανάγκη, πλασάροντάς τους το προϊόν που θέλουν να καταναλώσουν εκείνοι. Το οποίο δεν έχει σχέση με την πραγματική ταυτότητα της περιφέρειας. Παίζουμε με το ηθογραφικό προϊόν. Είναι σαν να σερβίρουμε καλαμαράκι σε μπέργκερ, κάτι σαν Mc-Σαρακοστή. Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, είναι προβληματικό».