Skip to main content
Πέμπτη 23 Μαΐου 2024
I know what you did last week (23-29/4/24)

— Quote της εβδομάδας: «Πώς άλλαξαν όλα; Πώς ξαφνικά τα πράγματα “ζωγραφίστηκαν” με αισιόδοξα, χαρούμενα χρώματα; Το γκρίζο έγινε μπλε φωτεινό, κόκκινο, κίτρινο, χρυσό. Οι εικόνες μετά την “εξαφάνιση” της κίτρινης σκόνης δείχνουν όμορφα τοπία στην εξοχή, με προβατάκια, κατσικούλες, αγρούς με παπαρούνες, νησιά με λευκά σπιτάκια και υπέροχες ακρογιαλιές. Τις τελευταίες μέρες όλα μοιάζουν ιδανικά. Η επίθεση του Ιράν στο Ισραήλ και η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν συζητιούνται πλέον τόσο έντονα, ή τουλάχιστον δεν δίνεται πολύ μεγάλη έκταση. Τα δελτία ειδήσεων παρουσιάζουν θέματα περισσότερο κοινωνικά και πολλές εικόνες από ζαχαροπλαστεία γεμάτα με σοκολατένια αβγά, τσουρέκια, κουλουράκια τυλιγμένα σε κόκκινους, τεράστιους φιόγκους. Είναι το Πάσχα που πλησιάζει, έρχεται, φθάνει».

Τάδε έφη Μαργαρίτα Σφέτσα στο editorial της ενότητας «Πολιτισμός» (Βήμα, 28/4/24). 

 

— Διάβασα τη συνέντευξη «Ήταν ένας διανοούμενος δικτάτορας» (Καθημερινή, 28/4/24), που παραχώρησε στον Σάκη Ιωαννίδη ο Τζέφρι Ρόμπερτς, ομότιμος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κορκ της Ιρλανδίας, για το βιβλίο του «Η βιβλιοθήκη του Στάλιν» (Gutenberg: 2024). 

Παραθέτω από την πρώτη παράγραφο: 

«”Αρλούμπες”, “χαζομάρες”, κάθαρμα”, “Ναι ναι”, “συμφωνώ”, “ακριβώς”, αλλά και “NB”, που στα λατινικά σημαίνει nota bene, δηλαδή “λάβε υπόψη”. Με αυτές τις λέξεις και φράσεις σημείωνε ο Στάλιν τα βιβλία του. Κύκλωνε τους τίτλους, υπογράμμιζε φράσεις και παραγράφους που τον αφορούσαν, κύκλωνε το κείμενο, τραβούσε κάθετες γραμμές στα περιθώρια με χρωματιστά μολύβια – μπλε, πράσινα, κόκκινα. Ήταν τα λεγόμενα “πομέτκι” του Ρώσου δικτάτορα, οι σημειώσεις, που έκανε ανάμεσα στις σειρές, στο εξώφυλλο, στο οπισθόφυλλο και στα περιθώρια των σελίδων των βιβλίων του. Τη στιγμή του θανάτου του, το 1953, η βιβλιοθήκη του αριθμούσε περίπου 25.000 βιβλία, περιοδικά και φυλλάδια, όλων των ειδών και κατηγοριών. Ο δικτάτορας ήταν βιβλιοφάγος».

Δεν ξέρω τι εντύπωση σας κάνει το σύντομο αυτό απόσπασμα, αλλά εμένα μου προξένησε μια αίσθηση αλλόκοτης φάρσας. Ο καθηγητής Ρόμπερτς σχολιάζει: «Για τους μπολσεβίκους, μια επανάσταση του μυαλού ήταν το ίδιο σημαντική όσο η ανατροπή του πολιτικού και οικονομικού καπιταλισμού. [...] Το διάβασμα για την επανάσταση ήταν υποχρεωτικό, τόσο για τους ηγέτες όσο και για τις μάζες». Δεν έχει καθόλου σημασία που το συγκεκριμένο σχόλιο, φροντίζει ο ίδιος ο καθηγητής να το αναιρέσει όταν λίγο παρακάτω διαβάζουμε: «Ο Στάλιν διάβαζε, λοιπόν, όλων των ειδών τα βιβλία και τους συγγραφείς, είτε από την Ευρώπη ή την Αμερική είτε ήταν ή όχι φιλικοί προς το σοβιετικό καθεστώς. Την ίδια πρόσβαση είχαν και τα ανώτερα ηγετικά στελέχη των μπολσεβίκων. Όχι όμως οι μεγάλες μάζες, όπως σημειώνει ο Ρόμπερτς. “Η λογοκρισία ήταν πολύ ισχυρή στη σταλινική Ρωσία, οι μπολσεβίκοι προωθούσαν μια επανάσταση του εγγραμματισμού και της ανάγνωσης, αλλά την ίδια στιγμή ήταν σίγουροι ότι οι άνθρωποι διάβαζαν τα σωστά βιβλία. Όσα θεωρούνταν υπονομευτικά για το σοβιετικό σύστημα ήταν ουσιαστικά απαγορευμένα και προσβάσιμα μόνο σε έμπιστα μέλη του κόμματος». 

«[...] [Μ]ια επανάσταση του μυαλού [...][,] του εγγραμματισμού και της ανάγνωσης [...]» στην οποία το υποχρεωτικό διάβασμα είναι αυστηρά ελεγχόμενο από το καθεστώς δεν δύναται να νοείται ποτέ επανάσταση. Ναι, γνωρίζω τον ρόλο της «ιντελιγκέντσιας» στη μαρξιστική θεωρία, ότι έχει υποχρέωση να εξηγήσει στο προλεταριάτο τη μοχθηρή λειτουργία του κεφαλαίου, αλλά, και πάλι, δεν πείθομαι. Η Ιστορία, μέχρι στιγμής, έχει διαψεύσει κάθε παρόμοια απόπειρα. 

Το κείμενο όμως γίνεται πιο ενδιαφέρον: «”Ο Στάλιν δεν ήταν ψυχοπαθής”, γράφει ο Ρόμπερτς στην εισαγωγή του, “ήταν ένας συναισθηματικά ευφυής και ευαίσθητος διανοούμενος”. Αυτή η συναισθηματική πρόσδεση, σημειώνει ο συγγραφέας, τον έκανε ικανό να ασκήσει για δεκαετίες μια βάναυση διακυβέρνηση. Πώς όμως ένα διανοούμενος μετατρέπεται σε δικτάτορα; “Ήταν δικτάτορας ακριβώς επειδή ήταν διανοούμενος” λέει ο Τζέφρι Ρόμπερτς στην “Κ”. “Ήταν τα πολιτικά πιστεύω και οι ιδέες του Στάλιν το κίνητρο για τη βάναυση δικτατορία του. Ο Στάλιν αγαπούσε την Ιστορία και ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που έμαθε μελετώντας το παρελθόν ήταν ότι η μπουρζουαζία θα έκανε τα πάντα για να προστατεύει το καπιταλιστικό στάτους κβο, ακόμη και να χρησιμοποιήσει ακραία βία. Ήταν έτοιμος να γίνει το ίδιο ανελέητος για να προστατεύσει την επανάσταση και το σοσιαλιστικό σύστημα”». 

Ο Ρόμπερτς διατυπώνει μια καταπληκτική φράση: «Ήταν δικτάτορας ακριβώς επειδή ήταν διανοούμενος». Παρότι αποπειράται να εξηγήσει τι ακριβώς εννοεί, δεν είναι δυνατόν να μην διερωτηθεί κανείς αν ελλοχεύει, εδώ, ένα θέμα ορισμού.

Ας κοιτάξουμε το λεξικό για το «Διανοούμενος»: «αυτός που ασχολείται με πνευματικές δραστηριότητες και χαρακτηρίζεται από βαθιά, συνήθ. φιλοσοφική, σκέψη». Παραθέτω ακόμα έναν ορισμό: «ο λόγιος, ο πνευματικός άνθρωπος, ο στοχαστής, ο ακαδημαϊκός, ο μελετητής, ο σκεπτόμενος, ο μορφωμένος, ο γνώστης, αυτός που έχει βαθιά γνώση και κριτική ικανότητα, στοχαστικός αναλυτής, φιλόσοφος με την ευρύτερη σημασία του όρου». 

Παρατηρήστε ότι κανένας όρος δεν είναι αξιακός. Όλες οι λέξεις στα λήμματα είναι απλώς περιγραφικές. Ο διανοούμενος, κάλλιστα, δύναται να είναι ένα τέρας, όπως ακριβώς ήταν ο Στάλιν, όπως εξάλλου έχει συμβεί πάμπολλες φορές στην Ιστορία. Ο Ρόμπερτς όμως διατείνεται, όχι μόνο ότι ο Στάλιν «δεν ήταν ψυχοπαθής» αλλά ότι ήταν και «ένας συναισθηματικά ευφυής και ευαίσθητος διανοούμενος». Και πάλι, νιώθει κανείς την ανάγκη να ορίσει ή να επαναδιαπραγματευτεί τους όρους «συναισθηματικά ευφυής» και «ευαίσθητος». Είναι άραγε και αυτοί, απλώς, περιγραφικοί; Ένας δολοφόνος, σχεδόν δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων, μπορεί να είναι «συναισθηματικά ευφυής και ευαίσθητος»; Επίσης, αυτό το «ο Στάλιν δεν ήταν ψυχοπαθής» από πού προκύπτει;

Ο Ρόμπερτς, εικάζω, δεν είναι και ψυχίατρος. Το αν ήταν ή δεν ήταν ψυχοπαθής ο Στάλιν είναι ερώτημα που θα έπρεπε να απαντηθεί από έναν ψυχίατρο. Δεν έχω ιδέα αν και πώς διαχειρίζεται το σημείο αυτό στο βιβλίο ο Ρόμπερτς. Ένα τέτοιο εμπόδιο όμως δεν πρέπει να μας στερεί την απόλαυση μερικών ακόμα σκέψεων. Η θέση του Ρόμπερτς, έστω και έτσι προσχηματικά όπως παρουσιάζεται στη συνέντευξη, οδηγεί σε ένα αξιοσημείωτο συμπέρασμα. Μάλιστα, είναι ακριβώς αυτό το συμπέρασμα που κάνει τη συνέντευξη να μοιάζει με αλλόκοτη φάρσα, όπως ανέφερα στην αρχή, γιατί ασκεί πίεση στην βαθιά εδραιωμένη πεποίθησή μας για τα οφέλη της συστηματικής ανάγνωσης. Η συζήτηση αναδεικνύει κάτι για τη “γνωσιακή” σχέση ανάμεσα στην ανάγνωση και την ενσυναίσθηση. Η ανάγνωση λογοτεχνίας, πόσο μάλλον αν συνδυαστεί με μελέτη φιλοσοφίας και ιστορίας, συνιστά ένα πανίσχυρο εργαλείο κατανόησης του τρόπου που σκέφτονται οι άλλοι. Αυτό όμως, από μόνο του, ουδόλως υποδηλώνει κάτι για το πώς ακριβώς ο καθένας από εμάς θα χρησιμοποιήσει τη γνώση αυτή. Η ηθική παράμετρος –αν ο Στάλιν δύναται να χρησιμοποιηθεί ως case study– δεν εμπλέκεται πουθενά. Η ανάγνωση, με άλλα λόγια, δεν ποιεί ήθος. Η ανάγνωση προσφέρει μεν γνώσεις για την ψυχολογία και, γενικά, για το τι σημαίνει να βρίσκεται κανείς στη θέση κάποιου άλλου, αλλά αυτά, κάλλιστα, μπορούν να εργαλειοποιηθούν για να κάνουν κάποιον πιο χειριστικό ως γονιό, ως φίλο, ως σύζυγο, ως εργοδότη, ως δικτάτορα. Η ανάγνωση και γενικά η μελέτη μπορούν να βοηθήσουν να πετύχει κανείς τους στόχους του, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα γίνει κανείς, για να το πω απλά, καλύτερος άνθρωπος. Παρατηρήστε λοιπόν πώς η περίπτωση του Στάλιν απαντάει και την, όπως αποδεικνύεται, αφελή απορία τού γιατί ένας εξαιρετικά μορφωμένος άνθρωπος δύναται να είναι ένα ποταπό κάθαρμα. 

Δεν θα προχωρήσω τη συζήτηση, γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός της στήλης. Εδώ κρίνεται μόνο η συνέντευξη. 

 Παραθέτω: 

«Τα βιβλία ήταν κάτι σαν το ψυχικό καταφύγιο του δικτάτορα. “Η διανοητικότητα του Στάλιν λειτουργούσε για τον ίδιο ως μονωτικό υλικό απέναντι στην απάνθρωπη πραγματικότητα της διακυβέρνησής του, που είχε συνέπεια τον θάνατο εκατομμυρίων αθώων ανθρώπων”. Το διάβασμα τον βοηθούσε να αντικειμενοποιεί και να εκλογικεύει τις σκληρές αποφάσεις του. Μόνος του μέσα στα βιβλία του, ο Στάλιν έβρισκε παρηγοριά και πνευματική τροφή” σχολιάζει ο ιστορικός και υπενθυμίζει το ακτιβιστικό παρελθόν και την καταπίεση που υπέστη ο ίδιος από το τσαρικό καθεστώς. “Πέρασε τα 20 πρώτα χρόνια της ζωής του σε έναν βίαιο πολιτικό αγώνα εναντίον της καταπιεστικής τσαρικής απολυταρχίας. Συνελήφθη, μπήκε φυλακή, εξορίστηκε και έχασε πολλούς συντρόφους του. Αυτή η εμπειρία είχε μια βάναυση επίδραση επάνω του, όπως και η στρατιωτική εμπειρία του στο μέτωπο του ρωσικού εμφυλίου πολέμου”».

Ο Ρόμπερτς όμως, στο σημείο αυτό, δεν διατυπώνει κάποιο επιχείρημα. Περιγράφει απλώς τι επίδραση πιστεύει ότι είχε και πώς λειτουργούσε η ανάγνωση στην περίπτωση του Στάλιν. Μπορεί στο βιβλίο να δίνει επιχειρήματα, αλλά εδώ δεν διαβάζουμε κάτι για να πάρουμε στα σοβαρά τα λεγόμενά του, που, ομολογουμένως, έτσι όπως διατυπώνονται θα συνιστούσαν εξαίρετο υλικό για μυθιστόρημα. Ειδικά όμως η τελευταία θέση του, που προσομοιάζει επιχείρημα, είναι βαθιά προβληματική: «[...] υπενθυμίζει το ακτιβιστικό παρελθόν και την καταπίεση που υπέστη ο ίδιος από το τσαρικό καθεστώς. “Πέρασε τα 20 πρώτα χρόνια της ζωής του σε έναν βίαιο πολιτικό αγώνα εναντίον της καταπιεστικής τσαρικής απολυταρχίας. Συνελήφθη, μπήκε φυλακή, εξορίστηκε και έχασε πολλούς συντρόφους του. Αυτή η εμπειρία είχε μια βάναυση επίδραση επάνω του, όπως και η στρατιωτική εμπειρία του στο μέτωπο του ρωσικού εμφυλίου πολέμου”».

Όλα όσα αναφέρει ο καθηγητής ότι υπέστη ο Στάλιν από το τσαρικό καθεστώς, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι τα υπέστησαν και χιλιάδες άλλοι, και μπορεί όλα αυτά να απετέλεσαν αναπόδραστες συνισταμένες προς την επανάσταση, αλλά δεύτερο Στάλιν δεν γέννησαν. Κάποιο στοιχείο φαίνεται να λείπει από την “εξίσωση”. Ο Ρόμπερτς παίρνει το έτοιμο προϊόν, έναν φονέα εκατομμυρίων, τον εναποθέτει στο ιστορικό περιβάλλον που τον γέννησε, αναμιγνύει την εμμονή του για το διάβασμα, και αποπειράται να τον ερμηνεύσει. Επαναλαμβάνω: το βιβλίο ενδεχομένως απαντάει στις αντιρρήσεις μου. Το άρθρο/συνέντευξη που διαβάζουμε, μοιάζει, όμως, σε σημεία, μυθοπλασία.        

Αδυνατώ όμως να κλείσω το εκτενέστατο αυτό σχόλιο, που μονοπώλησε σήμερα τη στήλη, χωρίς να παραθέσω και κάτι ακόμη:  

«Μετά τον θάνατο του Λένιν, ο Τρότσκι έγινε πολιτικός αντίπαλος του Στάλιν αλλά παρέμεινε σύντροφος, σημειώνει. “Τον σεβόταν ως διανοούμενο και διάβαζε με ενδιαφέρον τα κείμενά του για τον σοσιαλισμό στην ΕΣΣΔ”, μας λέει και προσθέτει μία από τις μεγάλες αντιφάσεις του “πατερούλη”. “Έβαλε να τον δολοφονήσουν το 1940, αλλά πίστευε ότι παρόλο που είχε προδώσει την επανάσταση δεν ήταν τελείως κακός”. Σεβασμός και θάνατος, λοιπόν. Την ίδια συνταγή εφάρμοσε ο Στάλιν απέναντι και σε άλλους πολιτικούς του αντιπάλους ή σε όσους θεωρούσε εχθρούς και, βέβαια, σε συγγραφείς. Μπορεί να διάβαζε Ισαάκ Μπάμπελ, αλλά δεν είχε πρόβλημα να διατάξει την εκτέλεσή του. “Σχεδόν το ένα τέταρτο των μελών της ένωσης Σοβιετικών συγγραφέων χάθηκε κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Τρόμου του 1930”, μας εξηγεί ο Ρόμπερτς». 

Ο Στάλιν δεν υπήρξε αδαής. Συνιστά –ποιος να το ΄λεγε;– την κατεξοχήν περίπτωση, που, έμπρακτα, δεν συνέχεε τον άνθρωπο με το καλλιτεχνικό του έργο.