Skip to main content
Δευτέρα 15 Απριλίου 2024
I know what you did last week (26/3-1/4/24)

— Quote της εβδομάδας: «Η ομάδα είναι το παν, κανείς δεν φτάνει μόνος του κάπου. Εκεί θα δώσω ενεργειακές οδηγίες. Συνδεόμαστε με τη γη. Είναι ιερή. Πού καταλήγει όλο αυτό; Στην ειρήνη. Ο λόγος ύπαρξης είναι να στείλουμε αυτό το μήνυμα. Ο κενός χώρος γεμίζει επειδή βγάζεις ό,τι δεν μπορείς να φανταστείς. Σαν ενέργεια, σαν σύνθεση, σαν υποκριτική, σαν ομάδα. [...] Κάτι γίνεται μαγικό στο Πρυτανείο και μας ταξιδεύει στην Αρχαία Ελλάδα. Είναι λες και περπατάμε καποιους πόντους πάνω από το πάτωμα. Νόμιζα πως συμβαίνει μόνο σε μένα, επικοινώνησα όμως με όλη την ομάδα με δάκρυα στα μάτια και όλοι αισθάνονταν κάτι ανάλογο. Μεγάλη η συγκίνηση». (Τάδε έφη Άρτεμις Ιγνατίου για την «τελετή αφής της Ολυμπιακής φλόγας» στο «Γευματίζοντας με Τα Νέα», 30-31/3/24, του Κώστα Κοφινά.)

 

— Διάβασα το «Οι καλύτεροί μας φίλοι: τα μικρόβια», του Δημήτρη Λινού, Τα Νέα, 30-31/3/24. Ο «καθηγητής και διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής του Ομίλου «Υγεία» και εθελοντής ιερέας» μιλάει, ως γιατρός, για το μικροβίωμά μας. Παραθέτω την καταληκτική παράγραφο του άρθρου του:

«Τα μικρόβια, οι πολύ μικροί ζωντανοί οργανισμοί που είμαστε «ένα» μαζί τους, πρέπει να γίνουν οι καλύτεροί μας φίλοι. Κακές μας συνήθειες, όπως η κατάχρηση αντιβιοτικών, η λάθος δίαιτα αλλά και η όλη μας συμπεριφορά ως ατόμων επηρεάζουν αρνητικά το μικροβίωμά μας. Αντίθετα, η συμπεριφορά μας ως προσώπων απέναντι στα μικρά ζώα με τα οποία συμβιώνουμε, απέναντι στους συνανθρώπους μας, απέναντι στον Θεό, απέναντι σε όλη την Κτίση, μας οδηγεί σε καλή ζωή σήμερα αλλά και στα «έσχατα».

— Διάβασα το «Άμυνα ενάντια στη λήθη». Την κριτική του Αντώνη Κωτίδη για την ποιητική συλλογή της Ιουλίτας Ηλιοπούλου, Γη Μήτηρ, (Ύψιλον: 2023). 

Παραθέτω: «Η νέα ποιητική συλλογή της Ιουλίτας Ηλιοπούλου, εξέχουσας ποιήτριας της γενιάς της, έχει τον τίτλο Γη Μήτηρ και αποτελείται από 28 ποιήματα. Θέμα τους είναι η απώλεια της μάνας της, Δήμητρας. [...] [Θ]έλει να μοιραστεί την απώλειά της όχι μόνον με τους πλησίον αλλά και τους μακράν. Θέλει μια γέννα από αυτόν τον θάνατο, τη γέννα ενός ποιητικού γεγονότος. Είναι η άμυνά της απέναντι στην αδυσώπητη τελικότητα της λήθης. [...] Είναι πολύ κοντά στη μουσική αυτά τα ποιήματα. Τα διαβάζω και αισθάνομαι ότι ακούω ήχους από το Ρόντο του Μότσαρτ ή του Σατί τα θλιμμένα μοτίβα των Γυμνοπαιδιών. Το συναισθηματικό αυτό στοιχείο διαπερνά το σύνολο του έργου. Το αρχικό ποίημα της συλλογής έχει τον τίτλο «Μαμά μου» και μεταφέρει αμέσως στον αναγνώστη τον αρχικό, τον πριν-από-την έμπνευση, αυτόματο κραδασμό της δημιουργού. Το ξάφνιασμα του κραδασμού το “κρατάει” ως συστατικό, δομικό στοιχείο όλης της σύνθεσης καθώς, στη συνέχεια, το αναβαθμίζει σε καταληκτικό στίχο άλλων ποιημάτων, ένα είδος λάιτ μοτίφ όλου του έργου. Πάνω του η Ιουλίτα χαράσσει ένα πλήθος σχεδιάσματα που καθρεφτίζουν τη μάνα της, λυρικές εικόνες τρυφερής ευγένειας. Καμιά τους δεν θυμίζει θάνατο. Και μολοντούτο, όλος ο τρυφερός ψιθυρισμός καταλήγει, συχνά, στην εμβρόντητη συνειδητοποίηση του θανάτου με το «Μαμά μου» ως στίχο όχι μόνο καταληκτικό αλλά και συμπερασματικό».

Το εκτενές παράθεμα, που ομολογουμένως ο αναγνώστης διαβάζει ενεός, φτάνει επιτέλους στην παράθεση, από τον κ. Κωτίδη, ενός αποσπάσματος που θα περίμενε κανείς να δικαιολογεί, τρόπον τινά, τα μεγαλειώδη στα οποία μας έχει εκθέσει ο κριτικός. 

«Δείγμα αυτού που περιγράφω το παρακάτω απόσπασμα από το ποίημα «Ίσως Μεσάνυχτα»: 

Κοιτάζεις από το τότε καλοκαίρι σου/Γελαστή/ Κλεισμένη στο ξύλινο κάδρο/Πλάι σου ένα κερί/ Τρεμοπαίζει η φλόγα/Ταράσσει τα όνειρα/Όσων μεσάνυχτα τώρα κοιμούνται.

Ξυπνώ/Είναι αλήθεια. Μαμά μου…

Ένα βαθύ γλωσσικό αίσθημα διακρίνει και εδώ, όπως στο σύνολο του ποιητικού της έργου, την Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Της δίνει τη δυνατότητα να τεχνουργεί περίτεχνες παρηχήσεις αλλά και δεν την εμποδίζει να εκφράζεται με αναπάντεχα “μη-συντακτικές” χρήσεις του “υπάρχω” όπως την παρακάτω από το ποίημα «Λήθαργος»:

Λειμώνας έρημος/Ληστής αγρεύοντας / Τη λήθη λήθαργος/ Λήθαργος αργός/Αργός που δεν κοιτάς/Που δεν ακούς/Που δεν με νιώθεις/Που δεν με υπάρχεις».

Αν προσθέσω άραγε «Αιδώς, Αργείοι», θα βοηθήσω, ίσως, σε αυτές τις «περίτεχνες παρηχήσεις» που «τεχνουργεί» η κ. Ηλιοπούλου;

Λίγο πριν το τέλος του κριτικού του σημειώματος, ο κ. Κωτίδης, γράφει: «Φυσικά, αυτό που αγκιστρώνει κάθε φορά τον αναγνώστη στην ποίηση της Ιουλίτας Ηλιοπούλου είναι η λυρική μεταστοιχείωση των ερεθισμάτων που μια συνθήκη προκαλεί. Είναι σοδειά αντάξια των κλασικών δασκάλων από τον Ελύτη ως τον Σολωμό». 

Αντιπαρέρχομαι την αμετροέπεια που χαρακτηρίζει σχεδόν κάθε πρόταση του κ. Κωτίδη. Θα περίμενε όμως κανείς ότι ο παραλληλισμός με τον Ελύτη, ειδικά στην περίπτωση της κ. Ηλιοπούλου, θα ήταν κάτι που ο συντάκτης θα είχε το αισθητήριο να παραλείψει. Όταν επιθυμείς να εκθειάσεις κάποια για την αξία της, αξία που, από τα παραθέματα και μόνο, εμφανώς δεν είναι ίδιόν της, ας έχεις τουλάχιστον το τακτ να αποφύγεις να παραλληλίσεις το έργο της με ρητή αναφορά στο έργο του ποιητή που την έχει καθορίσει ποικιλοτρόπως. Και ας έχεις τουλάχιστον το τακτ (ξανά) να μην την αποκαλείς «Ιουλίτα», λες και είσαι ο Ελύτης.

— Η κυκλοφορία του Αιματοβαμμένος μεσημβρινός ή το δειλινό κοκκίνισμα στη Δύση, από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση του Γιώργου Κυριαζή συνιστά μείζον εκδοτικό γεγονός. Το μυθιστόρημα του Cormac McCarthy, που στέκει πολύ ψηλά στην αξιακή κλίμακα του περίφημου «Δυτικού κανόνα», προσφέρεται στο αναγνωστικό κοινό, τόσο για να διαβαστεί ξανά όσο και, απλώς, για να αποπειραθεί κανείς μια πρώτη αναμέτρηση μαζί του. 

Το ευχάριστο για τους κριτικούς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ότι δεν απαιτείται να διαβάσουν το βιβλίο για να συντάξουν το κείμενό τους. Το μυθιστόρημα έχει γνωρίσει τόσο μεγάλη επιτυχία και έχει τύχει τόσο εκτενούς σχολιασμού, που μια διαδικτυακή περιήγηση σε αγγλόφωνα σάιτ αρκεί για να προσφέρει πληθώρα εμβριθών παρατηρήσεων. Σκοπεύω να παρακολουθήσω με προσοχή την παρουσίαση του βιβλίου στον τύπο, όχι μόνο από περιέργεια για τα κείμενα αλλά από αγάπη προς το βιβλίο.

Αυτή την εβδομάδα διάβασα το «Ο μακάβριος χορός του αίματος» (Βήμα, 31/4/24) του Αναστάση Βιστωνίτη. Το κείμενο δεν διαθέτει τίποτα πέρα από βιογραφικά στοιχεία για τον συγγραφέα, «[...] έπρεπε να γίνει 60 ετών για να βρει τη θέση του ανάμεσα στους μεγαλύτερους πεζογράφους της παγκόσμιας λογοτεχνίας», ευχολόγια που τεκμαίρονται από τον τίτλο και μόνο, «Ο αναγνώστης που θα πρωτοδιαβάσει οποιοδήποτε μυθιστόρημα του Κόρμακ ΜακΚάρθι (1933-2023) δεν είναι εύκολο να απαλλαγεί από το σοκ που του προκαλούν οι εξοντωτικές περιγραφές της βίας και η παρουσία του αίματος», και στοιχεία της πλοκής, «Ένα δεκατετράχρονο παιδί από το Τενεσί περιπλανάται στην Άγρια Δύση, όπου συναντά τον δικαστή Χόλντεν». 

Στην καταληκτική παράγραφό του, ο κ. Βιστωνίτης, γράφει: «Κι όμως ο αναγνώστης δεν αγανακτεί. Ιδιαίτερα σήμερα, κλείνοντας το βιβλίο ανακαλεί τις αγριότητες και τα εγκλήματα που διαπράττονται και στον δικό μας αιώνα: τους πολέμους, τις δολοφονίες, τις αγριότητες που δηλητηριάζουν το DNA Της ανθρωπότητας. Ο ΜακΚάρθι έγραψε ένα μυθιστόρημα για τη μαύρη συνείδηση αντιστρέφοντας, θα έλεγα, το σαρτρικό, «η κόλαση είναι οι άλλοι», γιατί η κόλαση είμαστε όλοι μας». 

Δεν δύναμαι να ξέρω αν ο κ. Βιστωνίτης διάβασε το βιβλίο. Θέλω να πιστεύω πως δεν το διάβασε, γιατί διαφορετικά κάτι θα τον είχε ωθήσει να ξεπεράσει την έκθεση γυμνασίου που συναντήσαμε στο Βήμα.

— Στον αντίποδα, θα πρότεινα να διαβάσετε τη συνέντευξη του Γιώργου Κυριαζή, μεταφραστή του μυθιστορήματος του ΜακΚάρθι, στον Κυριάκο Αθανασιάδη: «Ο άγριος κόσμος είναι μέσα μας» (Καθημερινή, 31/4/24). Παραθέτω ενδεικτικά: 

«[Ερ.] – Πώς τον αντιμετωπίσατε μεταφραστικά;

[Απ.] – Προσπαθώ πάντοτε να ακούω τι λέει το κείμενο και πώς το λέει, και μετά το μεταφέρω στη γλώσσα που μου φαίνεται πιο φυσική σε σχέση με το πρωτότυπο αλλά και σε σχέση με το προσωπικό μου γλωσσικό αισθητήριο. Αυτό το τελευταίο στοιχείο είναι το πιο παραγνωρισμένο, αλλά είναι τελικά το πιο σημαντικό. Αυτή είναι η τρίτη μετάφραση του «Μεσημβρινού» στα ελληνικά, και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να δει κανείς και τα τρία αυτά κείμενα παράλληλα, γιατί τότε θα δει τρεις διαφορετικές δημιουργικές προσεγγίσεις, και εντέλει τρεις διαφορετικές γλώσσες, όλες με τη δική τους αξία και τη δική τους ομορφιά.

Σε ό,τι αφορά τη δυσκολία, πέρα από την εξελιγμένη γλώσσα που προανέφερα, εδώ υπάρχουν επιπλέον τα πραγματολογικά στοιχεία (γεωλογικοί όροι, φυτά της ερήμου, όροι σχετικοί με τα άλογα και τα όπλα, ιδιωματικές εκφράσεις του 19ου αιώνα κ.ά.) αλλά και πάμπολλες λέξεις, κυρίως σύνθετες, σφυρηλατημένες από τον ίδιο τον Μακάρθι, λέξεις που δεν βρίσκονται σε κανένα λεξικό παρά μόνο σε κάποιες εξειδικευμένες σελίδες στο Διαδίκτυο που ασχολούνται ειδικά με τη γλώσσα του Μακάρθι.

Όλα αυτά φτιάχνουν ένα εκρηκτικό μείγμα, και εδώ πρέπει να πω ότι αυτή η συνεχής αναμέτρησή μου με κείμενα τέτοιας (και μεγαλύτερης) δυσκολίας είναι ο βασικός λόγος που με έχει οδηγήσει στο να απομακρυνθώ από τη βλαβερή συνήθεια της λαθοθηρίας και να βλέπω οποιαδήποτε μετάφραση έχει γίνει στην προδιαδικτυακή εποχή με ειλικρινή συμπάθεια και σεβασμό».