Skip to main content
Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024
I know what you did last week (28/11-4/12/23)

— Quote της εβδομάδας: «[Ερ.] Ποιο είναι ένα από τα μυστικά σας για να ξεκινήσει μια ιστορία; [Απ.] Η παρατήρηση φυσικά. Από μικρός ήμουν ένα είδος περισκοπίου. Έβλεπα συνέχεια τι κάνουν οι άλλοι και δεν μιλούσα πολύ, όσο περίεργο κι αν φαντάζει αυτό σήμερα. Μια θεία μου, θυμάμαι, σύζυγος στρατηγού, είχε πει σε ανύποπτο χρόνο ότι “αυτός θα μας κάνει ρεζίλι όταν μεγαλώσει” [...]». Από τη συνέντευξη «Η σύμβαση είναι το αντίθετο του έρωτα» (Τα Νέα, 2-3/12/23) που παραχώρησε ο Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης στον Νίκο Κουρμουλή. 

 

— Διάβασα τη συνέντευξη «Η κοινωνία που γέννησε το “τέρας”» (Καθημερινή, 3/12/23) που παραχώρησε η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στον Αιμίλιο Χαρμπή με αφορμή τον πρωταγωνιστικό ρόλο της στη «Φόνισσα» της Εύας Νάθενα, που βασίζεται στο γνωστό μυθιστόρημα/νουβέλα του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. 

Παραθέτω:

«Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσες τις αλλαγές που πρότεινε η Εύα. Πέρα από το εικαστικό κομμάτι, υπάρχουν όλες αυτές οι επιπλέον πληροφορίες που έχουμε πια για την εποχή στην οποία διαδραματίζεται το έργο, σε επίπεδο ψυχαναλυτικών, κοινωνιολογικών μελετών κ.ο.κ. Πράγματα τα οποία στο βιβλίο παραμένουν σε ένα βαθμό κρυφά. Εκείνη μου εξήγησε ότι οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψιν όσα γνωρίζουμε σήμερα σχετικά, π.χ., με το κακοποιητικό περιβάλλον που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες, τις αδικίες της πατριαρχικής κοινωνίας κτλ..

Πράγματι, ο συγκεκριμένος θεματικός άξονας διαπερνά οριζοντίως και καθέτως την ταινία, σχηματίζοντας μια δυστοπική πραγματικότητα, η οποία θα εκθρέψει την παράνοια της Φραγκογιαννούς. “Δεν προσπαθούμε να δικαιώσουμε τις πράξεις της φόνισσας, αλλά να αναδείξουμε τον ηθικό αυτουργό: την κοινωνική πραγματικότητα, η οποία γεννά το “τέρας”. Θέλουμε ο θεατής να σκύψει και να δει μέσα της τη βαθιά απελπισία τού να φτάσεις να θεωρείς ότι, χαρίζοντας τον θάνατο σε ένα μικρό κοριτσάκι, του κάνεις δώρο, το λυτρώνεις. Από την άλλη, εδώ –ούτε στο βιβλίο– δεν υπάρχει η ηδονή του εγκλήματος ενός κατά συρροήν δολοφόνου. Ο πόνος της είναι τεράστιος και παρηγορεί τον εαυτό της, πείθοντάς τον ότι πράττει έργο Θεού».  

Αντί σχολιασμού σε αυτά τα αποσπάσματα παραθέτω το πλήρες κείμενο από την ανάγνωσή μου του μυθιστορήματος του Παπαδιαμάντη – μια συντμημένη παραλλαγή του κείμενου είχε δημοσιευτεί στην Καθημερινή (1/8/21). Οι σελίδες αναφέρονται στην έκδοση της «Εστίας» του 2001, που προλογίζει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης. 

«Α! όσον το συλλογίζεται κανείς, “ψηλώνει ο νους του!”», (σελ. 77).

Προκαλεί ίσως εντύπωση ότι η πιο γνωστή γυναικοκτόνος στην ελληνική λογοτεχνία, η «Φραγκογιαννού», Η Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, δεν σχολιάζεται ως τέτοια. Η Φραγκογιαννού, όχι μόνο σκοτώνει κορίτσια (συμπεριλαμβανομένης και της εγγονής της), αλλά τα σκοτώνει ακριβώς επειδή είναι κορίτσια. Αυτό όμως που προκαλεί εντύπωση είναι ότι η Φραγκογιαννού είναι η ίδια, γυναίκα. Δεν θυμάμαι διαβάζοντας τη συγκεκριμένη νουβέλα στο παρελθόν, και σίγουρα την έχω διαβάσει αρκετές φορές, να διερωτώμαι γιατί ο Παπαδιαμάντης, εν έτει 1903, βάζει μια γυναίκα να σκοτώνει κορίτσια για να τα γλιτώσει από τα δεινά που τα περιμένουν αλλά και για να ανακουφίσει τις οικογένειές τους που πασχίζουν να τα προικίσουν και να τα παντρέψουν. Η απάντηση εντοπίζεται τόσο στο ότι η εναλλακτική, Ο Φονιάς, δεν θα ήταν δυνατόν να ανασύρει στην επιφάνεια την τραγικότητα του χαρακτήρα της Φραγκογιαννούς, αλλά και στο ότι ένας ανδρικός χαρακτήρας δεν θα μπορούσε να φτάσει σε αυτή την παράλογη λογική από την οποία εμφορείται η «γραία Χαδούλα». Μόνο μια γυναίκα, είναι σα να μας λέει ο Παπαδιαμάντης, θα έφτανε στη λογική της αντιστροφής των αξιών που αντιλαμβάνεται και διατυπώνει η Φραγκογιαννού ακριβώς επειδή είναι γυναίκα:

«Αφού η λύπη είναι χαρά, και ο θάνατος είναι ζωή και ανάστασις, τότε και η συμφορά ευτυχία είναι και η νόσος υγεία. Άρα όλαι αι μάστιγες εκείναι, αι κατά το φαινόμενον τόσον άσχημοι, όσαι θερίζουν τα άωρα βρέφη, η ευλογιά κ' η οστρακιά κ' η διφθερίτις και άλλαι νόσοι, δεν είναι μάλλον ευτυχήματα, δεν είναι θωπεύματα και πλήγματα των πτερών των μικρών αγγέλων, οίτινες χαίρουν εις τους ουρανούς όταν υποδέχονται τας ψυχάς των νηπίων; Και ημείς οι άνθρωποι, εν τη τυφλώσει μας, νομίζομεν ταύτα ως δυστυχήματα, ως πληγάς, ως κακόν πράγμα.

Και χάνουν τον νουν των οι ταλαίπωροι γονείς, και πληρώνουν τόσον ακριβά τους ημιαγύρτας ιατρούς και τα τριωβολιμαία φάρμακα, διά να σώσουν το παιδί τους. Δεν υποπτεύονται ότι, όταν νομίζουν ότι “σώζουν”, τότε πράγματι “χάνουν” το τεκνίον. Και ο Χριστός είπεν, όπως είχεν ακούσει η Φραγκογιαννού να της εξηγή ο πνευματικός της, ότι όποιος αγαπά την ψυχήν του, θα την χάση, κι' όποιος μισεί την ψυχήν του, εις ζωήν αιώνιον θα την φυλάξη.

Δεν έπρεπε τω όντι, αν δεν ήσαν τυφλοί οι άνθρωποι, να βοηθούν την μάστιγα, την διά πτερών Αγγέλων πλήττουσαν, αντί να ζητούν να την εξορκίσουν;» (σελ. 76)

Η Φραγκογιαννού, σύζυγος του Ιωάννη Φράγκου, δεν είναι μόνο μια γυναίκα που έχει δεινοπαθήσει για να μεγαλώσει τα επτά της παιδιά· είναι και μια γυναίκα που, στη μειονεκτική λόγω φύλου θέση της, έχει επωμιστεί και τη διαχείριση της οικογένειάς της καθότι ο σύζυγός της αποδεικνύεται ανίκανος για οτιδήποτε πέραν της συνεισφοράς ενός πενιχρού μεροκάματου. Αξιοσημείωτο (και ουδόλως τυχαίο) ότι και ο άλλος γυναικείος χαρακτήρας που παρουσιάζεται με σχετική λεπτομέρεια, αυτός της μητέρας της Φραγκογιαννούς, φαίνεται να επωμίζεται κατά τον ίδιο τρόπο τη “διαχείριση” του συζύγου της. Το γεγονός αυτό καθόλου δεν πρέπει να μας οδηγεί σε έωλα συμπεράσματα ότι η κοινωνία που περιγράφει ο Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζεται από κάποιο είδος μητριαρχίας. 

Ο «Νταντής» (από το Κωνσταντής), σε κάποιο σημείο, καλείται να τρέξει να φωνάξει την άλλη κόρη της Φραγκογιαννούς για να της ανακοινώσει το τραγικό γεγονός του θανάτου του βρέφους. Στην προσπάθειά του να φορέσει παπούτσια αποτυγχάνει να εντοπίσει τα δικά του και φοράει γυναικεία τσόκαρα. Ο Παπαδιαμάντης, σε μια κίνηση που έχει διαβαστεί και ως ένδειξη συγκαλυμμένης μητριαρχίας, παρουσιάζει τους άντρες στη νουβέλα ως χαρακτηριστικά ανίκανους και αφελείς, με αποτέλεσμα οι γυναίκες τους, εκτός των παραδοσιακών ρόλων, να επωμίζονται και το βάρος της οικονομικής διαχείρισης του οίκου τους. Η ανάγνωση αυτή είναι λανθασμένη. Οι γυναίκες της εποχής διαβιούν μεν σε μια πατριαρχία, αλλά μια πατριαρχία που δεν δύναται να σταθεί στα πόδια της· μια πατριαρχία που βαδίζει, ασταθώς, πάνω σε γυναικεία υποδήματα. 

Παραθέτω:

«Ο Νταντής έκυψεν εις το πάτωμα του μικρού προδόμου εις το σκότος, ψηλαφών να εύρη τα παληοπάπουτσά του να τα φορέση. Έκαμνε μικρόν θόρυβον, κρούων διαφορά ζεύγη παλαιών τσοκάρων προς άλληλα και επί των σανίδων του πατώματος.

— Πού είναι τα παληοκατσάρια μου; είπε.

Τέλος εφόρεσεν έν ζεύγος πατημένων γυναικείων εμβάδων, τας οποίας εύρε, και αίτινες εκάλυπτον μόνον τους δακτύλους των ποδών και μέρος του ταρσού, αφήνουσαι έξω όλην την πτέρναν. Άλλον θόρυβον έκαμε διά ν' ανοίξη την θύραν, μη ευρίσκων εις το σκότος τον σύρτην ούτε το μάνδαλον. Αφού ήνοιξε την θύραν, επανήλθεν αίφνης οπίσω».

Επιπροσθέτως, το κεφάλαιο «Δ» περιγράφει με ανατριχιαστική λεπτομέρεια τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο «Μούτρος», ένας από τους γιούς της Φραγκογιαννούς, σε μια εμπλοκή του με τον νόμο καθώς τον καταδιώκουν δύο αστυφύλακες. Δεν έχει σημασία για ποιο λόγο· αυτό που έχει σημασία και γι’ αυτό εισάγει το περιστατικό ο Παπαδιαμάντης είναι ότι ο Μούτρος, στην προσπάθειά του να διαφύγει, χειροδικεί με χαρακτηριστική ευκολία έναντι της μητέρας του και φτάνει μάλιστα στο σημείο να μαχαιρώσει την αδερφή του! Η κοινωνία που σκιαγραφεί ο Παπαδιαμάντης δεν χαρακτηρίζεται λοιπόν μόνο από οικονομικές δυσπραγίες και ποικιλόμορφα άχθη αλλά και από την αενάως χειριστική και υποτιμητική συμπεριφορά των ανδρών προς τις γυναίκες, είτε με την ανικανότητά τους, είτε με το θράσος και τη βία αγριμιού που όταν απειλείται ξεσπάει στις οικείες του, τις οποίες και χρησιμοποιεί ως μέσο για να γλιτώσει.

Η Φόνισσα συνιστά μια εις άτοπον απαγωγή για το τι θα έπρεπε να συμβεί σε αυτή την κοινωνία, με ψυχρή συνέπεια, για να επέλθει η ισορροπία. Ποιο είναι το άτοπο που ευαγγελίζεται (sic) η Φραγκογιαννού; Μόνον η συστηματική θανάτωση κορασίδων θα επέφερε μια κάποια ανακούφιση στις γυναίκες που επωμίζονται το σύνολο της φροντίδας αυτής της κοινωνίας.  

Η Φραγκογιαννού δεν είναι λοιπόν μόνο κάτι «ξεχωριστό στον παπαδιαμαντικό κόσμο», όπως ορθά μας λέει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στον πρόλογο. Είναι κάτι ξεχωριστό γενικά. Η Φραγκογιαννού, μέσω των γυναικοκτονιών που διαπράττει κάθε φορά που φονεύει ένα κορίτσι, φονεύει και τον εαυτό της· όχι όμως ως άνθρωπος που στέκεται απέναντι στην «ακραία υπαρκτική δυνατότητα», όπως λέει ο Ζουμπουλάκης, αλλά ως γυναίκα που δολοφονεί το φύλο της γιατί τελικά οδηγείται στο παράλογο συμπέρασμα ότι αυτό είναι προς το καλύτερο. Η Φόνισσα είναι πρωτίστως φόνισσα της υπόστασής της· είναι φόνισσα του φύλου της.

Εφιστώ, τέλος, την προσοχή στην τελευταία φράση της: «Ω! να το προκιό μου!» αναφωνεί η Φραγκογιαννού καθώς πνίγεται γιατί αντικρίζει «[...] το Μποστάνι [...] όπου της είχον δώσει προίκα ένα αγρόν, όταν νεανίδα την υπάνδρευσαν, και την εκουκούλωσαν, και την έκαναν νύφην οι γονείς της» (σελ. 200). Γιατί βάζει ο Παπαδιαμάντης, τη στιγμή που ξεψυχά η ηρωίδα του, μια τέτοια φράση στο στόμα της και μάλιστα ρητά μας λέει «Αυταί υπήρξαν αι τελευταίαι λέξεις της», αν δεν θέλει να υπογραμμίσει ένα δομικό γρανάζι του μηχανισμού που τελικά εξωθεί τη Φραγκογιαννού στις ειδεχθείς πράξεις της; Όσο λοιπόν και αν είναι η καταληκτική περίοδος της νουβέλας που αιχμαλωτίζει την προσοχή και τα βλέμματα των σχολιαστών –«Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης»– είναι η καταληκτική φράση της ηρωίδας που δίνει το υπόρρητο στίγμα αυτού του «κοινωνικού μυθιστορήματος».