Skip to main content
Παρασκευή 19 Απριλίου 2024
I know what you did last week (5-11/9/23)

— Διάβασα το «Ποιος είναι, επιτέλους, αυτός ο κ. Κουρτς;» (Καθημερινή, 10/9/23) του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου. Παραθέτω: 

«Υπάρχουν βιβλία και βιβλία. Καμιά φορά σκέφτομαι πως δεν είναι ανάγκη να διαβάσεις παραπάνω από δέκα. Τα υπόλοιπα είναι σαν σκυλιά που σε οδηγούν στη δεκάδα. Η νουβέλα του Κόνραντ, τόσο ηλικιωμένη και νέα, είναι σίγουρα ένα από εκείνα τα κρίσιμα βιβλία. Κρίσιμα επειδή αν δεν τα διαβάσεις, τη γλίτωσες. Αν τα διαβάσεις, την πάτησες. Πρόκειται για βιβλία που έρχονται από το κέντρο της Γης. Τι άλλο να πω; Κανονικά θα έπρεπε να σταματήσω εδώ και να στείλω στην εφημερίδα το πιο σύντομο κριτικό σημείωμα που έχω γράψει, για ένα βιβλίο που στην πραγματικότητα δεν διαβάζεται. Αφού είναι αδύνατον να διαβάσουμε την «Καρδιά του σκότους». Είναι πάρα πολύ κοντά στη δική μας καρδιά κι έτσι, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, μπερδεύεται ο χτύπος μας με τον σφυγμό των σελίδων της».

Το πηγαίο σχόλιο εδώ είναι αν διαβάζεται το κριτικό σημείωμα που έχει γράψει ο κ. Χατζηνικολάου. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι η στήλη χρωστάει την ύπαρξή της σε συντάκτες σαν τον κ. Χατζηνικολάου. Όχι, δεν είναι αδύνατον να διαβάσουμε την Καρδιά του Σκότους. Όχι, δεν είναι πάρα πολύ κοντά στην καρδιά μας και ούτε «[...] μπερδεύεται ο χτύπος μας με τον σφυγμό των σελίδων της». Κάτι τέτοια μπορεί να ακούγονται ταιριαστά για τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου αλλά θαρρώ ότι το κριντζάρισμα, όταν τα διαβάζει κανείς αναφορικά με το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, είναι δεδομένο. Γράφει και άλλα όμορφα ο κ. Χατζηνικολάου: «Προσποιούμαστε, λοιπόν, πως περνάμε από τη μία σελίδα στην άλλη, ακολουθώντας την αφήγηση του Μάρλοου, ενώ τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει. Ποιος έχει την αντοχή να διαβάσει ένα τόσο πυκνό και σκοτεινό γραπτό; Ο Κόνραντ το έφτιαξε με τέτοιο τρόπο που να μοιάζει με ζούγκλα, μαύρη και πυρετώδης, με αποτέλεσμα η ανάγνωση να θυμίζει ένα βασανιστικά αργό ταξίδι πάνω σ’ ένα τρύπιο ατμόπλοιο που ανεβαίνει το ποτάμι: αυτό το «βουβό πράγμα», όπως το αποκαλεί ο Μάρλοου. «Βουβό», επειδή έχει την όψη ενός σιωπηλού δαίμονα που θερίζει. «Πράγμα», επειδή νομίζεις πως μπορείς να το κρατήσεις στα χέρια σου. Αλλά δεν μπορείς».

Το μελόδραμα και η εικονοποιία της παραγράφου ουδόλως βρίσκουν αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Ο κ. Χατζηνικολάου, στη συνέχεια, αφού δεν έχει κάτι να πει για το βιβλίο «τρύπιο ατμόπλοιο» καταπιάνεται με τα θεσπέσια ατοπήματα του Φράνσις Φορντ Κόπολα που μετέφερε το βιβλίο στον κινηματογράφο: «Ο Κόπολα, όμως, διέπραξε ένα φοβερό λάθος. Κατέστρεψε την αόρατη υπόσταση ενός χαρακτήρα που έπρεπε να παραμείνει χαμένος στην ελεύθερη ζώνη της λογοτεχνίας, η οποία ορίζεται από την υπαινικτική υπόσταση των λέξεων. Έδωσε σάρκα και οστά στον Κουρτς. Έβαλε τον ιδρωμένο Μπράντο να ξεστομίζει αμπελοφιλοσοφίες περί ηθικής, μασουλώντας χαρούπια, με την ξέπνοη φωνή ενός καλοπληρωμένου ηθοποιού. Ή όπως είχε γράψει ο Σαμ Σέπαρντ, ίσως με κάποια δόση ζήλιας: “Ο Μπράντο έτριβε το ξυρισμένο κεφάλι του σαν να ήταν σκυλάκι και κοιτούσε τη φωτιά. Είχα την αίσθηση ότι ήταν περήφανος για το σχήμα του κρανίου του”. Μια σκηνή ανθολογίας, αθάνατη».

Η καταληκτική παράγραφος του κειμένου στέκει στο ύψος των προηγούμενων: «Δεν ξέρω τι άλλο να γράψω. Ξύνω το κεφάλι μου, μα δεν κατεβαίνει καμία ιδέα. Ούτε καν βγάζω τα γράμματά μου από τις γρήγορες σημειώσεις που έχω κρατήσει στο περιθώριο των σελίδων: “Φανταστείτε έναν άνθρωπο να σέρνει μαζί του, στο πουθενά, ένα τέτοιο βιβλίο και να το μελετά. Και να κρατάει σημειώσεις. Και μάλιστα κρυπτογραφημένες! Ασύλληπτο μυστήριο”. Στο τέλος, το μόνο που μου μένει από τη νουβέλα είναι ο Μπράντο. Ο χρυσός του όγκος, το σκοτάδι του».

— «Είναι τέλη της δεκαετίας του ’30, όταν ο Χένρι Μίλερ περνά το κατώφλι ενός αρχοντικού στην Ύδρα. Ο οικοδεσπότης τον υποδέχεται θερμά – δεν είναι άλλος από τον Έλληνα ζωγράφο, γλύπτη και ακαδημαϊκό Νίκο Χατζηκυριάκο - Γκίκα. Στο σπίτι αυτό, το καμάρι του νησιού, συναντήθηκαν μερικά από τα πιο δημιουργικά μυαλά της εποχής εκείνης, ο Γιώργος Σεφέρης, Πάτρικ Λι Φέρμορ, Λώρενς Τζωρτζ Ντάρελ κ.α. Γύρω από αυτές τις εμβληματικές προσωπικότητες αναπτύχθηκε μια ιδιότυπη καλλιτεχνική κοινότητα, το στίγμα της οποίας διακρίνει ακόμα και σήμερα όποιος επισκέπτεται την Ύδρα.

Την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής στο νησί θέλησε να αναβιώσει ο Τζος Χίκυ, Αμερικανός συγγραφέας, ερευνητής και βιβλιοπώλης κρατώντας ταυτόχρονα ζωντανή τη λογοτεχνική παράδοση».

Έτσι ξεκινάει το άρθρο της Αλεξάνδρας Σκαράκη, «Από την Υδρα στα πέρατα της Λογοτεχνίας με ιχνηλάτη έναν Αμερικανό» (Καθημερινή, 6/9/23). Η κ. Σκαράκη αντλεί την έμπνευσή της από το γνωστό μυθιστόρημα του Χένρι Μίλλερ Ο Κολοσσός του Μαρουσιού. Το βιβλίο δεν αναφέρεται τυχαία. «Aν και πουλάω βιβλία, δεν είναι αυτός ο πρωταρχικός στόχος μου» λέει ο κ. Χίκυ, αν και δεν μας πείθει ακριβώς. Παραθέτω ξανά: «Η νέα λογοτεχνική “φουρνιά” είναι πολύ ιδιαίτερη. Για παράδειγμα, ανάμεσα στους βίντατζ τίτλους, μπορεί κανείς να βρει την πρώτη έκδοση του “Κολοσσού του Αμαρουσίου” του Χένρι Μίλερ, την οποία υπογράφει ο συγγραφέας Γιώργος Κατσίμπαλης ή ποιήματα του Καβάφη στα γαλλικά. Πώς γίνεται η συλλογή των βιβλίων; Ο Νεοϋορκέζος Χίκυ διαβάζει, ερευνά και συλλέγει σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς. “Περνάω περίπου τέσσερις – πέντε μήνες στην Ύδρα, αλλά τον υπόλοιπο χρόνο μετακινούμαι μεταξύ Αθήνας και Παρισιού, όπου διαμένω μόνιμα”. Ο ίδιος αναφέρει ότι ταξιδεύει πολύ και επισκέπτεται βιβλιοπώλες και συλλέκτες, οι οποίοι γνωρίζουν το πρότζεκτ του και “έτσι αφήνουν στην άκρη κάποια βιβλία που θα με ενδιέφεραν”».

Το άρθρο εικάζω έχει ως σκοπό να προωθήσει τη Λέσχη Βιβλίου [Hydra Book Club] που έχει ιδρύσει ο κ. Χίκυ το 2021, το «Journal of the Hydra Book Club» αλλά και την έκθεση που λαμβάνει χώρα φέτος «[...] από τις 2 έως τις 22 Οκτωβρίου στο Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας» με θέμα την «Ουτοπία». «Η ετυμολογία της, από το αρχαίο ελληνικό «οὐ τόπος», μας παραπέμπει σε έναν τόπο φανταστικό. Είναι, ωστόσο, ρεαλιστικό ένα τέτοιο μέρος; Η Ύδρα από μόνη της είναι το αρχέτυπο ενος εξιδανικευμένου κόσμου, ο οποίος σαν μαγνήτης προσέλκυε ανέκαθεν όσους αναζητούσαν μια τέτοια εμπειρία, όπως ο Καναδός τραγουδοποιός – ποιητής Λέοναρντ Κοέν, ο Νορβηγός μυθιστοριογράφος Αξελ Τζένσεν και η Αυστραλή δημοσιογράφος Τσάρμιαν Κλιφτ. “Ρωτάμε λοιπόν: γιατί βρισκόμαστε εδώ; τι ψάχνουμε; είναι ιδανικό αυτό το νησί;” διερωτάται ο Χίκυ. “Η φαντασία ενός ιδανικού είναι χρήσιμο εργαλείο για την οικοδόμηση της κοινότητας, την υποστήριξη της διαφορετικότητας και τη συλλογική εξέλιξη”, απαντά ο ίδιος στο ρητορικό ερώτημα».

Είναι τουλάχιστον κρίμα που μάλλον ούτε η κ. Σκαράκη ούτε ο κ. Χίκυ δεν μπήκαν στον κόπο να διαβάσουν το μυθιστόρημα του Χένρι Μίλερ με τη δέουσα προσοχή. Αν είχαν πράξει κάτι τέτοιο θα μπορούσαν αμφότεροι να συνειδητοποιήσουν την ειρωνεία που άθελά τους διατρέχει, υπό το πρίσμα του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, το συγκεκριμένο άρθρο. Ο Μίλερ, που στο βιβλίο επισκέπτεται την Ελλάδα στο τέλος της δεκαετίας του ‘30, λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου, εκθειάζει τη χώρα και λίγο πολύ βιώνει μια αποκαλυπτική εμπειρία ακριβώς επειδή, μεταξύ άλλων, απουσιάζουν άνθρωποι σαν τον Τζος Χίκυ. Για να προσδώσω στο σχόλιό μου μία έξτρα δόση ειρωνείας παραθέτω τρεις γραμμές από ένα δικό μου κείμενο: «Απόδραση στα ενδότερα του φωτός» (Καθημερινή, 28/9/20): «Ο Μίλερ θα αποπειραθεί να δραπετεύσει στα ενδότερα του φωτός· σε μια επικράτεια τόσο απομακρυσμένη, νοηματικά και φαινομενικά, από τον περίφημο “κλιματιζόμενο εφιάλτη” της γενέτειράς του, που όλα όσα συναντά του φαντάζουν πρωτόγνωρα». 

Αν έχετε απορία σε ποιους απευθύνεται το βίντατζ βιβλιοπωλείο του κ. Χίκυ αναφέρω ενδεικτικά ότι μια πρώτη έκδοση του Κολοσσού, και μάλιστα χωρίς της υπογραφή του Γιώργου Κατσίμπαλη, αποτιμάται γύρω στα 2000$. Δεν μπορώ όμως να μην σχολιάσω αυτό που αναφέρει η κ. Σκαράκη «[...] την πρώτη έκδοση του “Κολοσσού του Αμαρουσίου” του Χένρι Μίλερ, την οποία υπογράφει ο συγγραφέας Γιώργος Κατσίμπαλης». Ο Κατσίμπαλης δεν ήταν συγγραφέας. Κλείνω το σχόλιο με την καταληκτική παράγραφο, από το δικό μου κείμενο, στην Καθημερινή

«Αναφέρει ο Μίλερ σε κάποιο σημείο, λίγο μετά την αρχή του βιβλίου, έναν διάλογό του με τον Γιώργο Κατσίμπαλη, έναν από τους πολλούς που διανθίζουν το βιβλίο, και απορεί γιατί ο Κατσίμπαλης δεν γράφει. Απορεί ο Μίλερ, γιατί διαρκώς στέκεται ενεός απέναντι στην ικανότητα του Κατσίμπαλη να αφηγείται αλλά και στην εμμονή του στην άρνηση της συγγραφής. Εκεί λοιπόν, σε αυτό τον διάλογο που λαμβάνει χώρα στις Σπέτσες, λέει ο Κατσίμπαλης ότι «[…] οι καλύτερες ιστορίες είναι αυτές για τις οποίες δεν τρέφεις καμία επιθυμία να τις κρατήσεις ζωντανές· να τις συντηρήσεις. Αν υπάρχει απώτερο κίνητρο η ιστορία καταστρέφεται. Πρέπει να είναι ατόφιο δώρο… πρέπει να την πετάς στα σκυλιά. I’m not a writer», λέει, για να συμπληρώσει «[…] είμαι αυθόρμητος τύπος» (σ. 66, δική μου μετάφραση).

Προτείνω λοιπόν η ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου να διακατέχεται από αυθορμητισμό. Να πραγματοποιηθεί χωρίς την επιθυμία να συγκρατηθεί κάτι· ωσάν μια από αυτές τις αφηγήσεις του Κατσίμπαλη… δώρο στα σκυλιά».