Skip to main content
Παρασκευή 19 Απριλίου 2024
I know what you did last week (7-13/11/23)

— Quote της εβδομάδας: «Η Κιτσοπούλου δεν είναι καινούργια. Είναι ένα απόκτημα για τον νεοελληνικό πολιτισμό. Όχι το μεγαλύτερο – δεν ξέρω, μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι και το μεγαλύτερο. Πάντως, δεν είναι κάτι αμελητέο. Δικαιούται και να πειραματιστεί και να πετύχει και να αποτύχει και τα πάντα». Αντώνης Καφετζόπουλος από τη συνέντευξη «Η τηλεόραση δεν είναι ντροπή, είναι ένα μέρος του επαγγέλματός μας» (Εφ.Συν. 11-12/11/23), που παραχώρησε μαζί με τη Λυδία Φωτοπούλου στην Εύα Νικολαΐδου. 

— “Art is anything you can get away withείχε πει ο Andy Warhol, που περιφραστικά σημαίνει «Τέχνη είναι οτιδήποτε μπορείς να πείσεις ότι είναι τέχνη και να τη βγάλεις καθαρή». Ο Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου επέκτεινε, με μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή, τον ορισμό αυτό και στην αρθρογραφία. Διάβασα το «Ατέλειωτοι παράδρομοι που οδηγούν στη θύελλα» (Καθημερινή, 12/11/23) που υποτίθεται ότι είναι μια παρουσίαση του Νυχτωδία της Χιλής.

Παραθέτω:

«Διαβάζοντας τη “Νυχτωδία της Χιλής” κρατούσα πρόχειρες σημειώσεις στο περιθώριο των σελίδων: “Όταν διαβάζεις Μπολάνιο, τα υπόλοιπα βιβλία δείχνουν σφιχτά. Ακόμη κι αν δεν έχεις όρεξη για διάβασμα, αποκτάς”. “Είναι ο βασιλιάς των υποϊστοριών. Συνεχώς ξεφεύγει από την κεντρική αφήγηση”. Έπειτα έγραψα στη σελίδα 108, με κεφαλαία γράμματα, τη λέξη “ΠΥΡΕΤΟΣ”. Και σταμάτησα την ανάγνωση. Τώρα λοιπόν σκεφτόμουν αν θα τολμούσα να γράψω ένα άρθρο για το βιβλίο μέχρι τη σελίδα 108, χωρίς να το έχω ολοκληρώσει. Θα ήταν ίσως δίκαιο να γράψω μισή κριτική, για τον απόηχο που αφήνει στο κεφάλι σου μισή νουβέλα, δύο μήνες αργότερα. Καλύτερα όμως να μην το τολμήσω. Κανείς δεν θέλει να συλληφθεί από τους Ιαβέρηδες της λογοτεχνίας. Σίγουρα υπάρχουν αρκετοί. Κι εγώ δεν είμαι προσεκτικός κλέφτης».

Είναι ωραίο που μου πετάει ο συντάκτης το μπαλάκι αλλά και που απελευθερώνεται “δημιουργικά” από το άχθος της ανάγνωσης για να συντάξει το άρθρο του. Με έχουν αποκαλέσει πολύ χειρότερα από «Ιαβέρη» οπότε «όλα καλά». Η αλήθεια είναι τον κ. Χατζηνικολάου, με τον οποίο μοιραζόμαστε την αδυναμία στον Μπολάνιο, τον έχω σχολιάσει αρκετές φορές – αν και όχι πάντα αρνητικά. Σαφώς και δεν χρειάζεται ποτέ να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο για να γράψει μια κριτική/παρουσίαση για αυτό. Αφήστε που η ανάγνωση του βιβλίου, όπως έλεγε και ο Όσκαρ Ουάιλντ, σε επηρεάζει. Ο κ. Χατζηνικολάου επινοεί τη λύση. Διαβάζει το μισό βιβλίο και παραθέτει μια σειρά από κοινοτοπίες για τον Μπολάνιο. 

Παραθέτω:

«Ο Μπολάνιο φανταζόταν τον εαυτό του “δίχως φήμη, δίχως τύχη”. Είμαι σίγουρος πως τον εξέπληξε το γεγονός ότι κατάφερε να γίνει ένας δημοφιλής συγγραφέας πριν πεθάνει. Και σίγουρα θα έμενε με το στόμα ανοιχτό αν έβλεπε πόσο διάσημος έγινε μετά τον θάνατό του».

«Το 1999 ο Μπολάνιο είχε μόλις ξεκινήσει να γράφει το “2666”. Ταυτόχρονα έγραφε τις “Πουτάνες φόνισσες” και τη “Νυχτωδία”, ενώ αρθρογραφούσε και μάζευε διηγήματα και δοκίμια που θα εκδίδονταν στη μεταθανάτια συλλογή “Το μυστικό του κακού”. Με πόσα χέρια έγραφε, πόσες ώρες δούλευε και πώς οργάνωνε το τεράστιο υλικό του, ίσως δεν θα το μάθουμε ποτέ. Τον βλέπω σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, μπροστά στον υπολογιστή, με ένα χαλί από χαρτιά πάνω στο γραφείο του, στο Μπλάνες, να ονειρεύεται το Μεξικό. Άραγε έγραφε εκείνη την περίοδο την ιστορία του Ουρούτια Λακρουά, του ιερέα, κριτικού, ποντικού της «Νυχτωδίας»; Δεν έχει σημασία. Αφού οτιδήποτε έγραψε ο Μπολάνιο μοιάζει να είναι ένα και μόνο γραπτό που ολοκλήρωσε σε μία ημέρα. Αυτό λοιπόν που ψηλαφούμε καθώς τον διαβάζουμε, δεν είναι σελίδες, μα φλέβες ενός οργανισμού που πάλλεται κάτω από την αραδιασμένη χαρτούρα στο τραπέζι του»

«Η “Νυχτωδία της Χιλής” είναι ένας σωρός από ιστορίες που γεμίζουν το στόμα του Λακρουά και φτιάχνουν ένα μονόλογο σαν λάκκο. Ο Νερούδα μια νύχτα με φεγγάρι, ο Ερνστ Γιούνγκερ με στολή της Βέρμαχτ, ο τσαγκάρης της Βιέννης, οι Πάπες και ο βίος τους, ένα γεράκι που το λένε Πυρετό: “Χαζομάρες. Ανοησίες. Βλακείες. Μπούρδες. Φαντάσματα που προστρέχουν ακάλεστα ενώ ο άνθρωπος εισχωρεί βαθύτερα στη νύχτα του πεπρωμένου του”. Αυτό πιστεύω πως ήταν το συγγραφικό πρόγραμμα του Μπολάνιο και το κατόρθωμά του. Γράφοντας ανοησίες, κουτσουλιές και κουταμάρες, κατάφερε να μας παρουσιάσει ένα πανόραμα παράνοιας –πολιτική, τέχνη, εξουσία, αθανασία– τόσο μεγάλο όσο μια χώρα, αδιαφορώντας για το ρίσκο να γελοιοποιηθεί μπροστά στα μάτια μας. Αδιαφορώντας για τις δυνάμεις που κατανάλωσε προκειμένου να μας προσφέρει κάτι που θυμίζει ημιτελή, μα άθικτη κίνηση τρυφερότητας, σαν αντεστραμμένη προβολή του χάους. Να τελικά που ξεμπερδεύω με το αρθράκι χωρίς να έχω περάσει τη σελίδα 108. Οπότε μπορώ να καθίσω και να διαβάσω ανενόχλητος τις υπόλοιπες 70 σελίδες του βιβλίου, γελώντας δυνατά. Ή κλαίγοντας».

Αν τον διαβάζω σωστά, ο κ. Χατζηνικολάου, μας παραθέτει σε εισαγωγικά τις σημειώσεις του καθώς διαβάζει το βιβλίο. Πιστεύει λοιπόν ότι ο Μπολάνιο γράφει «ανοησίες, κουτσουλιές και κουταμάρες», μας «πείθει ότι είναι τέχνη και τη βγάζει καθαρή». «Ξεμπέρδεψε» με το «αρθράκι» ο συντάκτης και διάβασε «ανενόχλητος τις υπόλοιπες σελίδες του βιβλίου». Και την έβγαλε και καθαρή.  

— Διάβασα το «Μια (σχεδόν) queer βιογραφία του Τόμας Μαν από τον Κολμ Τόιμπιν» (Λάιφο, 12/11/23) του Νίκου Μπακουνάκη. Ο κ. Μπακουνάκης γράφει ένα κείμενο για ένα βιβλίο σχεδόν 700 σελίδων από το οποίο σταχυολογεί ακριβώς εκείνα τα αποσπάσματα που θα του δώσουν τη δυνατότητα να το αποκαλέσει «σχεδόν queer». 

Παραθέτω ενδεικτικά: «Δείπνησαν μαζί με τους συναδέλφους του Μίκαελ, τους μουσικούς, τρία νέα και όμορφα παλικάρια, με τον Τόμας να έχει βάλει τα δυνατά του να συγκαλύψει το ενδιαφέρον του γι’ αυτούς» γράφει ο Κολμ Τόιμπιν στη μυθιστορηματική βιογραφία του για τον Τόμας Μαν Ο μάγος. Το ενδιαφέρον αυτό είναι ερωτικό. Όταν οι μουσικοί στήνουν τα αναλόγιά τους, ο Τόμας έλκεται από τον Ρουμάνο, κυρίως όμως γοητεύεται από τον Αμερικανό, που ήταν το πρώτο βιολί. «Δεν ήταν εκ πρώτης όψεως τόσο όμορφος, το πρόσωπό του ήταν υπερβολικά αδύνατο, είχε ήδη αρχίσει να φαλακραίνει, όμως η κορμοστασιά του ήταν η πιο δεμένη από τους τέσσερις, οι ώμοι του φαρδύτεροι». 

«Όταν επιστρέφει στην Ευρώπη, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, μετά από μακρά περίοδο αυτοεξορίας στις ΗΠΑ, στο ξενοδοχείο όπου καταλύει στην Ελβετία φλερτάρει απροκάλυπτα με τον σερβιτόρο Φραντσλ Βέστερμαγιερ. “Του ζήτησε αυτόγραφο, την ώρα που ο Τόμας έπινε το τσάι του. Ήταν γεροδεμένος, με καστανά, σγουρά μαλλιά, γαλάζια μάτια και άψογα λευκά δόντια. Καθώς έβαζε την υπογραφή του, το χέρι του καθυστέρησε κάτι λίγο πάνω στο χέρι του σερβιτόρου, πράγμα που φάνηκε να ευχαριστεί τον νεαρό”. Ήταν τόσο φανερό το φλερτ, που η κόρη του Τόμας, Έρικα, του είπε, όταν απομακρύνθηκε ο σερβιτόρος: “Δεν είναι δυνατόν να φλερτάρεις μ’ έναν σερβιτόρο στη ρεσεψιόν ενός ξενοδοχείου με τόσο κόσμο να παρακολουθεί”. Η φράση αυτή είναι του Τόιμπιν, αλλά την έχει πάρει αυτούσια από τα Ημερολόγια του Τόμας Μαν. Πολλές φράσεις από τα Ημερολόγια, που σύμφωνα με τη διαθήκη του συγγραφέα έπρεπε να ανοιχτούν είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, πράγμα που συνέβη το 1975, φράσεις-φαντασιώσεις για γυμνούς έφηβους και νεαρούς άνδρες, χρησιμοποιούνται μυθοπλαστικά από τον Κολμ Τόιμπιν για να δημιουργήσει μια δική του φαντασία. Εδώ ο όρος “φαντασία” πρέπει να διαβαστεί με την έννοια που έχει στη μουσική, μια ελευθερία να προσεγγίσεις ένα θέμα – και στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζωή του Τόμας Μαν».

Το πιο ενδιαφέρον με την κίνηση του κ. Μπακουνάκη είναι ότι προσφέρει στον αναγνώστη του κειμένου τη δυνατότητα να διακρίνει ότι η έννοια του «Άρλεκιν» δύναται να καλύψει όχι μόνο την ξεπερασμένη πια ετεροκανονικότητα αλλά και τη δόκιμη πλέον συμπεριληπτικότητα. Το «queer», ως έννοια, αδικείται και αμαυρώνεται όταν κάποιος αποπειράται να το βρει και να το υποδείξει με το ζόρι παντού. Ο όρος ενέχει εξάλλου και κάτι πολύ πιο διακριτικό, υπαινικτικό και σκοπίμως συγκεχυμένο, όχι βεβαίως από ανάγκη αλλά από επιλογή.  

Ευτυχώς, και ο ίδιος ο συντάκτης αντιλαμβάνεται περίπου τι έχει γράψει: «Θα αδικούσαμε τον Κολμ Τόιμπιν και το βιβλίο του Ο μάγος (θαυμάσια μεταφρασμένο από την Αθηνά Δημητριάδου) αν μέναμε μόνο στην ομοφυλοφιλική επιθυμία του Τόμας Μαν».

Ναι, θα τον αδικούσαμε.  

— Διάβασα το «50 χρόνια Πολυτεχνείο: Τα βιβλία που κατέγραψαν τα γεγονότα – Μαρτυρίες και μελέτες» (BookPress, 12/11/23). Το άρθρο, που υπογράφει ο Διονύσης Μαρίνος, είναι μια προωθητική ενέργεια για «Οκτώ + 1 βιβλία για το Πολυτεχνείο με αφορμή τη σημαδιακή επέτειο των 50 χρόνων». Δεν θα πω αυτά που λέω συνήθως. Εξάλλου, ο κ. Μαρίνος, αφήνει να εννοηθεί ότι παραθέτει στοιχεία από τα οπισθόφυλλα των βιβλίων. Δεν θα έγραφα κάτι για το συγκεκριμένο “άρθρο” αλλά, απλώς, να, μετά το δεύτερο βιβλίο, εκ παραδρομής, το λινκ δεν οδηγεί στη σελίδα του εκάστοτε βιβλίου αλλά στην “είσοδο” της σελίδας της «Πολιτείας».