Skip to main content
Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024
I know what you did last week (9-15/5/23)

— Quote της εβδομάδας: «Ο μακαρίτης ο Δημήτρης Χορν μία μέρα μου είχε πει “Βασίλη παιδί μου, ανήκουμε στο ίδιο ζώδιο. Εσύ, εγώ, ο πατριώτης σου, εννοούσε τον Καραμανλή, ο Μακάριος, ο Νουρέγιεφ, αλλά είναι και ο Θεοφιλογιαννάκος, ο βασανιστής της χούντας, ο διοικητής της ΕΣΑ. Λοιπόν, είμαστε ο σκουπιδοτενεκές του ζωδιακού κύκλου”». 

– Βασίλης Παπαβασιλείου (Καθημερινή, 14/5/23), «Να κάνουμε εκλογές κάθε 6-7 μήνες», συνέντευξη στον Απόστολο Λακασά.      

— Το καλωσόρισμα και οι ευχές για μακροημέρευση του εγχειρήματος είναι δεδομένα. Μιλάω για τη «Βλάβη», το νέο τριμηνιαίο περιοδικό για το βιβλίο από τους «Αντίποδες». Διάβασα τα σύντομα σχόλια που τιτλοφορούνται «Μικρά Νέα - Μηνύσιμα». Δεν είναι ακριβώς μηνύσιμα και στέκουν, σε γενικές γραμμές, στη σωστή πλευρά της ηθικής του σχολιασμού. Αναφέρω εν τάχει ότι υπάρχει σχόλιο για τις επανεκδόσεις του έργου του Καζαντζάκη, για τη σύλληψη Πέτρου Τατσόπουλου, «Κατόρθωσε [...] να κάνει τσεκ στο στάρτερ πακ ονείρωξης του μέσου –ντοπαρισμένου με Λοκιανές και Ρωλσιανές προσλαμβάνουσες– φιλελέ φοιτητή», όπως υπάρχει και σχόλιο για τη σύλληψη Στέφανου Ξενάκη. 

Διάβασα όμως και το κείμενο του μέλους της συντακτικής ομάδας Πάρη Τσούτση, «Αφηγήσεις και αντιαφηγήσεις ή πώς γλιτώνεις το “άβολο κενό ύλης”». Δεν θα πω καθόλου ότι θα ήταν προτιμότερο το «άβολο κενό ύλης» γιατί βρήκα το κείμενο λίαν διασκεδαστικό παρά τον ίσως όχι και τόσο ελλειπτικό ακκισμό που διακρίνει τη γραφή του κ. Τσούτση. Παραθέτω ενδεικτικά: «Και αναρωτιέμαι μήπως μοιάζει αυτό που λέω με τη δευτεροκυματιστική σύλληψη της απερίσταλτης γενίκευσης της έννοιας της επιτελεστικότητας. Δηλαδή μια καθολικευμένη αναγωγή σε εννοιακές κατασκευές, που σπρώχνει το σύνολο του θεωρητικού discours στη σφαίρα ενός διαλεκτικού ανταγωνισμού γύρω από την καλύτερη αφήγηση». Το ύφος όμως συνιστά πάντα και μια επιλογή που ανάγεται στη σφαίρα του προσωπικού κώδικα αισθητικής και γούστου του εκάστοτε συντάκτη· σφαίρα, για την οποία πολύ λίγα, και συνήθως αδόκιμα, δύναται να επικαλεστεί κανείς για να την τιθασεύσει. Η βαθύτερη αντίρρηση μου για το κείμενο του κ. Τσούτση εντοπίζεται αλλού: στην επιλογή, για να στηρίξει τη θέση του και κατά συνέπεια να συγγράψει το συγκεκριμένο άρθρο, δύο βιβλίων που τυγχάνει να έχουν εκδοθεί από τους «Αντίποδες»: 1) Χέρμαν Μέλβιλ, Μπίλλυ Μπαντ, Ναύτης - Μια εσωτερική αφήγηση (μτφρ. Π. Κεχαγιάς, Κ. Σπαθαράκης, Αντίποδες: 2021), και 2) Εντουάρ Λουί, Η ιστορία της βίας (μτφρ. Στ. Ζουμπουλάκη, Αντίποδες: 2019). Προφανώς και είναι στη διακριτική ευχέρεια του εκδότη του περιοδικού να προωθεί έμμεσα ή άμεσα τις δικές του εκδόσεις – δεν τίθεται θέμα για αυτό. Απλώς, να, κάπως θα περίμενα, ειδικά στο πρώτο τεύχος του περιοδικού, να υπήρχε μια επίφαση ήθους που θα έθετε την εξόφθαλμη σύγκρουση συμφερόντων στο παρασκήνιο. Και διατυπώνω αυτή την αντίρρηση και για έναν επιπλέον λόγο. Παραθέτω από το «Εντιτόριαλ» του περιοδικού: «Η Βλάβη πιστεύει στον μετέωρο βηματισμό, είναι ανοιχτή στο σφάλμα, στην κριτική ή την επανόρθωση και επικοινωνεί με την επικαιρότητα: τη λογοτεχνική, την εκδοτική ή την πολιτική, χωρίς να συγκυριογραφεί». Σημειώνω εδώ ότι η συγκεκριμένη δήλωση συνιστά μερικώς και κενό γράμμα. Είτε το δηλώνει είτε δεν το δηλώνει κάποιος –με την εξαίρεση κάποιων εκφάνσεων της παπικής υπόστασης– είναι ανοιχτός στο σφάλμα και στην κριτική. Και είπα «μερικώς κενό γράμμα» γιατί η περίπτωση της «επανόρθωσης» συνιστά αρετή που εκτιμάται δεόντως.          

— Κυκλοφόρησε τις τελευταίες ημέρες στο Φέισμπουκ ένας σύνδεσμος από το πρόγραμμα παρουσιάσεων του τελευταίου μυθιστορήματος του Κώστα Κρομμύδα Κι ως την άλλη μου ζωή θα σε λατρεύω (Διόπτρα: 2023). Ο κ. Κρομμύδας, όπως ανακάλυψα, είναι πολυγραφότατος – έχει εκδώσει δέκα μυθιστορήματα μέσα στην τελευταία δεκαετία και όπως διαβάζω στο βιογραφικό του «[π]αραδίδει μαθήματα υποκριτικής και “δημόσιου λόγου-public speech”, καθώς και Masterclass συγγραφής». Δεν μπορώ λοιπόν παρά να μπω στον πειρασμό να διαβάσω κι εγώ το τελευταίο του μυθιστόρημα. Μυθιστόρημα το οποίο αν κρίνει κανείς από τη δίμηνη περιοδεία που χρηματοδοτεί ο εκδότης στοχεύει σε πωλήσεις αρκετών δεκάδων χιλιάδων αντιτύπων. Κατανοώ ότι πολλοί είναι της άποψης ότι τα βιβλία του κ. Κρομμύδα δεν διαθέτουν λογοτεχνικές αρετές. Κατανοώ επίσης ότι η πλειοψηφία όσων διατείνονται κάτι τέτοιο δεν έχουν μπει στον κόπο της ανάγνωσης κάποιου μυθιστορήματος του κ. Κρομμύδα. Ergo, πεδίον κριτικής λαμπρόν.  

— Διάβασα το «Η Ιλιάδα ενός γιατρού - καταδρομέα» (Καθημερινή, 14/5/23) του Δημήτρη Καραΐσκου για το Ομήρου Ιλιάς (σελ. 1296, τιμή: 84,60) σε μετάφραση και έκδοση του Θεόδωρου Τσοχαλή. Παραθέτω: «Κρατώντας σήμερα στα χέρια μας [...] τη δίτομη έκδοση της “Ιλιάδας” του 2021, ξεφυλλίζουμε ένα σύνολο 1296 σελίδων όπου βρίσκουμε όχι μόνο το πρωτότυπο κείμενο σε έμμετρη στίχο προς στίχο απόδοση στη νέα ελληνική, αλλά και μια κιβωτό εικόνων από σπάνιες εκδόσεις και γκραβούρες από τον 17ο έως και τον 20ό αιώνα. Μιλώντας με τον στρατιωτικό ιατρό μια εικοσαετία μετά την αποστράτευσή του, έχουμε μπροστά μας έναν ογδοντάρη που έχει ακόμη το ανήσυχο πνεύμα του τριαντάρη, όπως τότε που υπηρετώντας στους καταδρομείς είχε υπό μάλης την “Ιλιάδα” του Πάλλη, στην οποία όμως υπήρχε κάτι που δεν τον ικανοποιούσε. Του μπήκε λοιπόν η ιδέα να ξεκινήσει μια δική του μετάφραση. “Δειλά δειλά, άρχισα να μεταφέρω το αρχαίο κείμενο στα νεοελληνικά, προσπαθώντας να κρατήσω όσο περισσότερες ομηρικές λέξεις μπορούσα αυτούσιες, αφού έβλεπα πως ήταν οι ίδιες που χρησιμοποιούσαμε και σήμερα” θα μας πει, ενώ θα τονίσει έναν από τους κεντρικούς στόχους του εγχειρήματός του: “Ήθελα να δείξω πως η γλώσσα μας, από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, είναι συνεχής, διαχρονική και αδιαίρετη”. 

Δεν έχω αντίρρηση σε όλη αυτή την ιστορία του «ιατρού-λόγιου» που το παρελθόν του στους καταδρομείς παρουσιάζεται ως εχέγγυο των ικανοτήτων του για να μας μεταδώσει τις αρετές της Ιλιάδας. Το ότι όμως η Καθημερινή αναπαράγει τη θέση «πως η γλώσσα μας, από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, είναι συνεχής, διαχρονική και αδιαίρετη» είναι λυπηρό γιατί δεν είναι αλήθεια – το ότι χρησιμοποιούμε σήμερα λέξεις που είναι «ίδιες» με τις ομηρικές δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι η γλώσσα είναι «συνεχής, διαχρονική και αδιαίρετη» με την ομηρική. Επιπροσθέτως, μια τέτοια θέση θυμίζει κάτι που θα μπορούσε να ακούσει κανείς από τον Άδωνη Γεωργιάδη ή κάποιον άλλο προγονόπληκτο. Τώρα, βέβαια, δεν είμαι και τόσο σίγουρος αν αυτό η εφημερίδα το εκλαμβάνει ως μειονέκτημα.   

— Διάβασα το «Θνητός θεός» (ΕφΣυν, 13-14/5/23) της Κυριακής Μπεϊόγλου για την πρόσφατη έκδοση του Σαίξπηρ - Η επινόηση του ανθρώπινου του Χάρολντ Μπλουμ (Gutenberg: 2023) σε μετάφραση των Α. Μπερλή - Θ. Γλυνάτση - Η. Ρ. Αποστολίδη. Παραθέτω: «Στο εισαγωγικό του σημείωμα ο επιμελητής της έκδοσης ξεκαθαρίζει τη δική του κριτική αντίληψη πάνω στο έργο αυτό αλλά και γενικότερα στη λογοτεχνική αξιακή ζυγαριά του Μπλουμ, κάτι που διαφαίνεται και από τα εκτενή σχόλια του που εμπεριέχονται σχεδόν σε κάθε σελίδα του βιβλίου. Κατά τον Η.Ρ. Αποστολίδη “και αυτό το βιβλίο του Μπλουμ, όπως και ο Δυτικός Κανόνας είναι ένα έργο αφοριστικής, μανιχαϊστικής λογικής που αποσκοπεί στην ανάδειξη του Σαίξπηρ ως του κεντρικού δραματουργού και συγγραφέα του Δυτικού Πολιτισμού και Κόσμου”». 

Ελπίζω να γίνεται κατανοητό ότι αυτό το «και αυτό το βιβλίο» αλλά και το «έργο αφοριστικής, μανιχαϊστικής λογικής» που διατυπώνει ο κ. Αποστολίδης συνιστούν σοβαρά επικριτικά σχόλια που μάλλον δεν έχουν θέση στην εισαγωγή του βιβλίου του Μπλουμ. Είναι κάπως σαν να χρηματοδοτεί ο εκδότης ένα πανάκριβο εγχείρημα και να έρχεται αυτός που έχει αναλάβει να γράψει την εισαγωγή να εξηγήσει στον αναγνώστη γιατί αυτό που θα διαβάσει στις σελίδες που ακολουθούν είναι προβληματικό και άρα δυνητικά ανάξιο προσοχής. Ας γράψει ο κ. Αποστολίδης, σε ξεχωριστό πόνημα, τη θέση του και τα επιχειρήματά του –αν δεν το έχει ήδη πράξει– και ας αποπειραθεί να κατεδαφίσει τον Χάρολντ Μπλουμ και τον Δυτικό Κανόνα του – δεν έχει συμβεί αυτό ακόμη. Κάτι τέτοιο θα προάγει τη γόνιμη συζήτηση και θα χαροποιήσει, θαρρώ, και τον εκδότη του.