Skip to main content
Δευτέρα 03 Οκτωβρίου 2022
I know what you did last weekend (12-14/8/22)

— Ο κ. Γιώργος Βουδικλάρης παίρνει μια συνέντευξη (λινκ) από τον Ιρανό σκηνοθέτη Αμίρ Ρεζά Κουχεστάνι «Η εξέλιξη έρχεται όταν πονάς» (ΕφΣυν 12-14/8/22) που όπως αναφέρει στην ολιγόγραμμη εισαγωγή του είναι «μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές του σύγχρονου θεάτρου». Η συνέντευξη είναι βαθιά προβληματική. Εξηγούμαι: Η τελευταία δουλειά του Κουχεστάνι με τίτλο «Τράνζιτ» συνίσταται σε μια προσωπική εμπειρία τού σκηνοθέτη ο οποίος «από λάθος των γερμανικών αρχών, είχε παραμείνει εντός ζώνης Σένγκεν τέσσερις μέρες παραπάνω από το επιτρεπτό» με αποτέλεσμα να κατασχεθεί το διαβατήριο του και να απελαθεί στο Ιράν. «Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με το ομότιτλο βιβλίο της Άνα Ζέγκερς, που περιγράφει την προσπάθεια Εβραίων και αντιφρονούντων να διαφύγουν στην Αμερική κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δημιουργούν ένα εκρηκτικό θέαμα που ραγίζει καρδιές και κλονίζει συνειδήσεις». Έχουμε και λέμε: 1) Ο δημιουργός εντάσσει και παραλληλίζει στο έργο του την ομολογουμένως δυσάρεστη εμπειρία της πρόσφατης απέλασής του με τις προσπάθειες Εβραίων και αντιφρονούντων να διαφύγουν στην Αμερική κατά τον Β’ΠΠ; Σοβαρά τώρα;! 2) Στη συνέντευξη ο σκηνοθέτης διατυπώνει μια περίεργη θεωρία περί θεάτρου, και τέχνης γενικότερα, όπου για να έχει κάποιο νόημα και αποτέλεσμα το θέατρο πρέπει να το παρακολουθήσουν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι: «Οι αστυνομικοί της υπηρεσίας των συνόρων και οι επικεφαλής τους δεν πάνε θέατρο». [σχολιάζω εγώ: από που τεκμαίρεται αυτό;] «Κι αναρωτιέμαι: Δημιουργώ ένα θεατρικό έργο για τους πρόσφυγες. Όμως τελικά ζούμε σε μια φούσκα όπου οι άνθρωποι που αφορά το έργο δεν μπαίνουν ποτέ. Χειροκροτούμαστε μεταξύ μας. Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι το νόημα του θεάτρου», λέει ο σκηνοθέτης. Δυστυχώς έτσι λειτουργεί η τέχνη. Το κοινό σου δεν το διαλέγεις. Ελπίζεις ότι με το έργο σου θα βάλεις το λιθαράκι σου και οι ιδέες σου θα ακουμπήσουν κάποια στιγμή ανθρώπους που μπορεί να έχουν άμεση σχέση με το κοινό που θα ήθελες ως δημιουργός να επηρεάσεις. Ο Κουχεστάνι δηλώνει ότι θα ήθελε να προσκαλέσει τους αστυνομικούς στο έργο του γιατί «πρέπει να δούμε τους εαυτούς μας από έξω». Δόκιμη σκέψη, αν και ο σκηνοθέτης εμφανίζεται φορτισμένος συναισθηματικά και πιεστικός αναφορικά με το πώς θέλει να περάσει το μήνυμά του. Αλλά θα μου πείτε, εδώ συνέχισα να διαβάζω ενώ είδα ότι παραλληλίζει στο έργο του την απέλασή του με την προσπάθεια φυγής Εβραίων στον πόλεμο, σε αυτό θα κολλήσω; Και έρχεται η ερώτηση/παρατήρηση από τον κ. Βουδικλάρη: «Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μια πολύ καλή δικαιολογία: “Αυτός είναι ο νόμος, τον ακολουθώ αυστηρά.” Όμως από την εποχή της Άνα Ζέγκερς, ένα ολόκληρο έθνος ισχυριζόταν πως ακολουθούσε διαταγές. Σοκάρομαι που τίποτα δεν έχει άλλαξε». Και επαναλαμβάνω: σοβαρά τώρα;! Ο Κουχεστάνι αποπειράται να απαντήσει λέγοντας «Έτσι είναι», και μετά μπαίνει σε μια περιγραφή της διαδικασίας που απαιτείται σήμερα για να πάρει κάποιος άδεια παραμονής (και διαβατήριο) στις ΗΠΑ, τον Καναδά, και τη Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συνέντευξη, όπως αντιλαμβάνεστε πνέει τα λοίσθια. Έχουμε εισέλθει στον χώρο του παραλόγου. Συνεντευξιάζων και συνεντευξιαζόμενος συζητούν για τα προηγούμενα έργα του Κουχεστάνι που ασπάζονται μια αμφισημία. Από εκεί περνάμε στην ανάγκη κατάργησης αναζήτησης «μιας μεθόδου για να κατανοήσουμε τα πράγματα» γιατί «Έτσι δουλεύει η εξουσία: θέλει να δημιουργήσει ένα σύστημα για να κατηγοριοποιεί τους ανθρώπους. Και στο τέλος, ο σκηνοθέτης καταλήγει: «Φανταστείτε τώρα, όπως συμβαίνει και στα δύο μου έργα, οι άνθρωποι να πρέπει να κριθούν για αυτά από το δικαστήριο ή την αστυνομία, που βασίζονται σε αυτά που νομίζουν ότι κατάλαβαν. Έτσι συμβαίνει η αδικία. Αντί να αναζητά κανείς να βρει απαντήσεις ή να κατανοήσει, προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τις απαντήσεις που έχει ήδη στο μυαλό του, που τις περισσότερες φορές είναι λανθασμένες». Και καλά η αναφορά στην αστυνομία, αλλά για τον Κουχεστάνι ούτε τα δικαστήρια προσφέρουν κάποια προστασία κατά της αδικίας. Τι ίσως να προσφέρει κάποια λύση; Απάντηση φυσικά δεν δίνεται. Βλέπεις, ο καλλιτέχνης, μπορεί πάντα να μεταπηδά από τον χώρο της τέχνης στον χώρο του δικαίου, και τούμπαλιν, να αμολάει τις σαχλαμάρες του και να αφήνει μετά την αμφισημία ως έρεισμα για ψευδό-αναρχικά διακυβεύματα. Η συνέντευξη καταλήγει: «Γνώρισα έναν εκπαιδευτή γιόγκα που είχε μια παράξενη θεωρία: αν δεν νιώσεις πόνο, δεν συμβαίνει καμιά αλλαγή στο σώμα σου. Η εξέλιξη έρχεται όταν πονάς. Όταν λοιπόν θεωρούμε κάτι σωστό, πρέπει κάποιος να μας πει μια διαφορετική ιστορία που δεν είχαμε ακούσει ως τότε. Αυτή είναι η ομορφιά του διαφορετικού». Δεν θα σχολιάσω αυτή την «παράξενη θεωρία» που μπουκώνει τις αντιληπτικές μας διόδους με τη βαρύτητα της κοινοτοπίας της, ούτε και τη μνημειώδη δήλωση του κ. Βουδικλάρη που ακολουθεί: «Άρα για να αλλάξει κάτι στην κοινωνία, πρέπει να της προκαλέσουμε πόνο».

— Σε κάτι πιο ανάλαφρο τώρα, στην Καθημερινή, όπου είχαμε το προνόμιο να διαβάσουμε στην πρώτη σελίδα του «τέχνες & γράμματα» μια υπέροχη συνέντευξη/advertorial «Επιστροφή στην Ύδρα των ‘60s» που πήρε η Λίνα Γιάνναρου από τον κ. Άρθουρ Φιτζγουίλιαμ για το νέο boutique hotel του. Εύλογη απορία: τι σχέση έχει το ξενοδοχείο του κ. Φιτζγουίλιαμ στην Ύδρα με τις τέχνες και τα γράμματα; Απαντώ: καμία. Η “συνέντευξη” όμως έχει ύπουλο ψαρωτικό υπότιτλο που θέλει να με διαψεύσει: «Ο Βρετανός κοσμοπολίτης Άρθουρ Φιτζγουίλιαμ φιλοδοξεί να αναβιώσει τη χαλαρή ατμόσφαιρα της εποχής του Κοέν»! Στη “συνέντευξη”, ο κ. Φιτζγουίλιαμ επιδίδεται σε αφηγήσεις της ξέφρενης νιότης του στο νησί όταν ήταν δεκαεπτάχρονος στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 όταν «η Ύδρα με τα θρυλικά της μπαρ όπως η Λαγουδέρα, ήταν το απόλυτο place to be για το εγχώριο και διεθνές τζετ σετ» αλλά και αργότερα, το ησυχαστήριο του όταν εργαζόταν «14 ώρες την ημέρα 7 ημέρες την εβδομάδα» και ερχόταν «με τη γυναίκα του Τζάνις για να πάρουν ανάσες, να ξαναβρούν τον εαυτό τους». Διαβάζουμε επίσης ότι αγόρασε το ακίνητο το ‘83 και τελικά το επισκεύασε τριάντα χρόνια μετά, αφού βεβαίως γνωρίστηκε και με την «ξακουστή ελληνική γραφειοκρατία», με σκοπό να το μετατρέψει σε ένα μέρος όπου ο επισκέπτης θα μπορούσε να επιδοθεί στην «ομορφιά του να μην κάνεις τίποτα, να απολαμβάνεις απλώς τον χρόνο που περνάει». 

— Και αφού μίλησα για advertorial δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο επίσης ολοσέλιδο κείμενο που φιλοξενεί το ίδιο «τέχνες & γράμματα» Καθημερινή (13-14/8/22) με τίτλο «Μέσα στο “Σκοτεινό Δωμάτιο”» που υπογράφει ο καθηγητής Σπύρος Λίτσας για το τελευταίο βιβλίο  (Ένα Σκοτεινό Δωμάτιο, Μεταίχμιο 2022) του Αλέξη Παπαχελά που τυγχάνει να είναι και διευθυντής της εφημερίδας. Ο κ. Λίτσας για να αποδιώξει κάθε κακεντρεχή σκέψη που μπορεί να έχει φωλιάσει στο μυαλό μας δεν παραλείπει να μας ενημερώσει στην αρχή του κειμένου του ότι «Το σημερινό σημείωμα δεν είναι μια βιβλιοκριτική, μια διαδικασία που ούτως ή άλλως τη θεωρώ άχαρη αλλά και αχρείαστη, αφού σημειώνω ευθύς εξαρχής ότι το Σκοτεινό Δωμάτιο πρέπει να μελετηθεί από όλους μας». 

 Όλα καλά. Συνεχίστε απρόσκοπτα τα μπάνια σας.
                  
 

Tags: