Skip to main content
Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022
I know what you did last weekend (29-30/10/22)

— «Προγονηλασία» (ΕφΣυν, 29-30/10/22). Ο Γιώργος Περαντωνάκης σκιαγραφεί με αυτό τον νεολογισμό «[...] την τάση της σύγχρονης πεζογραφίας να προσεγγίζει το παρελθόν μέσω των ανιόντων συγγενών». Διαβάζω στις «νησίδες» γι’ αυτή την «τάση» «[...] μερικοί συγγραφείς [να] αναζητούν τα ίχνη των προγόνων τους, [να] διερευνούν πτυχές της ζωής τους, που συνδέονται συχνά με την εθνική και την τοπική ιστορία, κι έτσι [να] οικοδομούν ένα μυθιστορηματικό πλαίσιο, το οποίο συνδέει πραγματολογικά στοιχεία με την επινοητική δύναμη της φαντασίας». Το άρθρο αναφέρει τις περιπτώσεις Ηλία Μαγκλίνη (με τα δύο τελευταία βιβλία του), Θοδωρή Γρηγοριάδη, Ρέας Γαλανάκη, και Γιάννη Καρκανέβατου. Περιγράφει κάποιους μηχανισμούς και μανιέρες των συγγραφέων που πιάνονται από «[...] ένα έγγραφο ή πιο συχνά μια φωτογραφία [...] για να «[...] αναζητήσ[ουν] αφανείς πλευρές των γονιών ή του παππού [...]». Τα περιγράφει ωραία ο κ. Περαντωνάκης έτσι όπως «[ο] μικρός οικογενειακός κύκλος ανοίγεται στον ευρύτερο εθνικό», αναφέρεται στις μεγάλες τραγωδίες του εικοστού αιώνα και πώς «[...] οι μαρτυρίες που κατατίθενται, άμεσα ή διαμεσολαβημένα, φωτίζουν από κάτω το μεγάλο κάδρο». Και συνεχίζει, «[α]λλά ακόμα παραέξω ο κύκλος ανοίγεται στην ανθρωπολογική παρατήρηση, στο πώς ο Άνθρωπος ζει το τραύμα, τι θυμάται και τι ξεχνά, πόσο τον καθορίζει ακόμα και στη μετέπειτα ζωή του, πόσο κάθε ζωή δεν είναι μια αλυσίδα συμβάντων αλλά πιο βαθιά, ένας κρατήρας αναμνήσεων εντάσεων κι εκρήξεων». Θα σταθώ πρώτα σε αυτό το τελευταίο, αναφορικά με το τραύμα. Το παραθέτω ξανά: «[...] πόσο κάθε ζωή δεν είναι μια αλυσίδα συμβάντων αλλά πιο βαθιά, ένας κρατήρας αναμνήσεων εντάσεων κι εκρήξεων», γιατί θέλω να τονίσω πόσο κατασκευασμένη είναι αυτή η θέση, ειδικά όταν εδώ δεν μιλάμε ως ψυχαναλυτές και ψυχίατροι αλλά ως σχολιαστές λογοτεχνικών κειμένων. «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε», που λέει και ο γνωστός νομπελίστας δραματουργός. Η ίδια η ζωή χαρακτηρίζεται από την πιο ακραία πλαστικότητα, πόσο μάλλον η λογοτεχνική ζωή, αυτή η «πορεία γραφής» που αναφέρει εύστοχα ο συντάκτης. Τίποτα απ’ όλα αυτά τα παρελθόντα των φωτογραφιών και πειστηρίων και μαρτυριών δεν δεσμεύει κανέναν με κάποιου είδους λογική αλληλουχία ή νομοτέλεια. Η ζωή σαφώς και δεν είναι «μια αλυσίδα συμβάντων», πόσο μάλλον δε «κρατήρας αναμνήσεων εντάσεων κι εκρήξεων». Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ισχύει εκτός κι αν ασπαζόμαστε έναν άκρατο ντετερμινισμό, μια καθολική ανελευθερία της βούλησης, που μας εγκλωβίζει σε μια μελοδραματική ενατένιση παρελθόντος και μέλλοντος. Η ζωή, ευτυχώς, είναι πολλές πιθανές αλυσίδες συμβάντων τόσο προς τα πίσω όσο και προς το μέλλον, και προσφέρεται για δυνατότητες αφηγήσεων ποικίλων αποχρώσεων που δύνανται να αποκαλούνται «κρατήρας αναμνήσεων εντάσεων κι εκρήξεων», αλλά και απλός διάπλους λίμνης με νούφαρα. Ο μόνος περιορισμός εντοπίζεται στις ικανότητες του υποκειμένου που κάθε φορά υφαρπάζει τον λόγο· γιατί τον λόγο ουδείς τον παίρνει με τα «σεις» και με τα «σας»· ο λόγος υφαρπάζεται. Και αυτό είναι ένα από τα πρώτα μαθήματα που θα πρέπει να έχει παρακολουθήσει ο συγγραφέας, ώστε να κάνει νουνεχή χρήση της δημιουργικής ελευθερίας του, ώστε να μας σερβίρει ό, τι τραβάει η καρδιά του, αλλά που όμως να το τραβάει και η δική μας καρδιά που, φευ, θα πρέπει να μας την υφαρπάξει κι αυτήν. Εμείς, από την άλλη, που δεν είμαστε συγγραφείς (ο κ. Περαντωνάκης τυγχάνει και συγγραφέας αλλά στο κείμενο που σχολιάζω γράφει με την ιδιότητα του κριτικού) έχουμε χρέος να υπογραμμίζουμε την πλάνη. Όταν λοιπόν ο συντάκτης έρχεται με αυτή την «προγονηλασία», θα περίμενα κάπως να παραλληλίσει τον νεολογισμό του με αυτό το αρνητικό που ενέχει. Βλέπετε, στην «προγονηλασία», όσο αβλεπής και αν είναι κάποιος, κάπως αχνοφαίνεται εντός της και μια «λεηλασία». Ας γινόταν «προγονυκλισία», να μην γκρινιάζω πάλι. Ναι, ξέρω ξέρω, δεν θα έγραφε κανείς σε έντυπο μεγάλης κυκλοφορίας τέτοια πράγματα· ας μην γίνομαι κουραστικός. Ας αναφέρω όμως εδώ, έτσι, για να καλύψω κι άλλα κείμενα από τον τύπο του σαββατοκύριακου τι γράφει ο Ανδρέας Παππάς στη στήλη «Γλωσσίδια» (Τα Νέα, 29-30/10/22) με τίτλο «Ο θρίαμβος της αυτοαναφορικότητας»: «Εδώ υπάρχουν Έλληνες συγγραφείς που γράφουν βιβλία τα οποία αφορούν αποκλειστικά τη σχέση τους με τη μαμά τους ή τον μπαμπά τους, το πώς έπαιζαν καρπαζιές με τους συμμαθητές τους, ακόμη και πώς τα φέρνουν βόλτα με τις αιμορροΐδες τους». 

Είναι κρίμα οι συγγραφείς μας να παραμένουν εγκλωβισμένοι σε αυτή τη στενωπό των ανιόντων συγγενών και του τραύματος, που λειτουργούν πλέον ως κυρίαρχη μανιέρα πραγμάτωσης των βλέψεών τους. Σαφώς και κάθε βιβλίο κρίνεται εκ του αποτελέσματος, αλλά και κάπως νισάφι. Η παραγωγή λογοτεχνίας χωρίς τον εκ προμελέτης σκηνοθετημένο συναισθηματικό εκβιασμό τής τραυματικής εμπειρίας που ελλοχεύει κάπου στο παρελθόν του συγγραφέα, απαιτεί ταλέντο και υπέρμετρα σκληρή δουλειά. Και ξέρετε κάτι; Αυτό κατοπτρίζεται και από την εξωλογοτεχνική πραγματικότητα: η εμμονή στο τραύμα μου και ο εθισμός τού να αντιμετωπίζομαι απ’ όλους ως αδικημένος είναι απείρως ευκολότερη στάση ζωής από την απέχθεια στον οίκτο και τη λύπηση. Ο «δεν θέλω τον οίκτο σου», που τον ακούμε από εδώ κι από εκεί καθημερινά, εν τέλει ψεύδεται. Όχι μόνο δεν τον ενοχλεί ο οίκτος μας αλλά τον προσμένει και τον καλωσορίζει, γιατί έτσι έχει μάθει· γιατί είναι ανακουφιστικό να περνάς τη ζωή σου ως ένα κλαψιάρικο βρέφος που βουρκώνει κάθε φορά που χάνει την πιπίλα του. Όπου «πιπίλα», συμπληρώστε ελεύθερα αυτό που σας λείπει: χρήματα, φήμη, φίλοι, αυτοεκτίμηση, τα χείλη ή το αιδοίο της αγαπημένης σας, κλπ, κλπ.     

Η γραφή παραμένει, για όσο ακόμη θα παραμένει ελεύθερη, η μεγίστη των περιπετειών. Ας το εκμεταλλευτούν οι καθ΄ ύλην αρμόδιοι γιατί όσο κι αν εμείς καταφεύγουμε σε δημιουργικές αναγνώσεις, κάπου θα επιθυμούσαμε να μας πουν και μια άλλη ιστορία. 

— Η Λίνα Πανταλέων είναι η μοναδική κριτικός που, για δεύτερη φορά, στη σύντομη ζωή της στήλης (22 εβδομάδες) γράφει εκτενές αρνητικό σχόλιο για βιβλίο. Στο «Ασήκωτες αποσκευές» (Καθημερινή, 30/10/22), για το μυθιστόρημα της Έλενας Μαρούτσου Το εξιλαστήριο θύμα (Κίχλη : 2022), μεταξύ άλλων, διαβάζουμε: «Η αποδοκιμασία του πατριαρχικού μοντέλου προκειμένου να αναδειχθούν φεμινιστικά αιτήματα καθηλώνει την αφήγηση σε παρωχημένες αντινομίες μεταξύ φαλλού και αιδοίου. Ακόμη και η πιο ελεύθερη σεξουαλικότητα δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από τα κλισέ που ορίζουν τα δύο φύλα. [...] Την προβληματική του φύλου επιτείνει η έφηβη κόρη του ζευγαριού, η οποία, γοητευμένη εξίσου από τη φεμινιστική λογοτεχνία και από μια φίλη της, ελκόταν από την ταυτότητα του “ουδέτερου”, τόσο δημοφιλούς πλέον σε ακτιβιστές και στις σπουδές φύλου».     

— Συνήθως κλείνω με μια αναφορά στην περίφημη «αβάσταχτη ελαφρότητα των συνεντεύξεων» αλλά σήμερα θα κάνω την έκπληξη. Στην συνέντευξη (Τα Νέα, 29-30/10/22) που παραχώρησε ο Μανώλης Μαυροματάκης στον Δημήτρη Δουλγερίδη για το «Θείος Βάνιας» που παίζεται στο θέατρο «Προσκήνιο» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, διαβάζουμε για το ποιόν του Σερεμπριακόφ : «Είναι ο παρατηρητής ενός συστήματος που λειτουργεί βάσει καταναγκαστικών επαναλήψεων και καθημερινών συνηθειών. Ο παρατηρητής, ενός μηχανισμού-τελετουργίας κατανάλωσης. Τσάι, ποτό, φαγητό, το πρόγραμμα, οι ίδιες ασχολίες και συζητήσεις: υποκατάστατα συναισθημάτων κι επιθυμιών. Αυτοεκπλήρωση μέσω του ίδιου μηχανισμού. Η άφιξη του Αλέξανδρου Σερεμπριακόφ και της συζύγου του στο κτήμα τους [...] φέρνει τα πάνω κάτω: χαλάει το πρόγραμμα και επιτέλους τα συναισθήματα ξυπνούν! Μνήμες, κρυφές επιθυμίες, ματαιώσεις αναδύονται. [...] Κοιτάζουν τη ζωή τους προς τα πίσω. Κι έρχονται αντιμέτωποι με τις βαθύτερες και πιο ανομολόγητες επιθυμίες τους. Αυτές που σε όλη τους τη ζωή έκαναν τα πάντα για να μην τις ικανοποιήσουν. Γυρνώντας αενάως γύρω γύρω απ’ αυτές και υποκαθιστώντας την ικανοποίησή τους ακριβώς μ’ εκείνη την απολαυσιακά καταναγκαστική επαναληπτικότητα των καθημερινών συνηθειών τους. Για να μας συστηθούν εν τέλει μέσω εκείνου που δεν κατάφεραν. Μας λένε ότι είναι αυτό που θα ‘πρεπε να είναι, δηλαδή εκείνο που δεν είναι. [...] “Κύριοι, δουλειά!” αναφωνεί. Διότι αν και γηραιότερος, αυτός κοιτά μπροστά, κοιτά το μέλλον! Δεν σπαταλά τον χρόνο του μιλώντας για τα χρόνια που χάθηκαν».