Skip to main content
Δευτέρα 15 Απριλίου 2024
Από μικρός στα βάσανα της ζωής
Δασκαλάκης Βάσος

[ Ο συγγραφέας, παιδί ακόμα, πιάνει δουλειά μακριά από τους δικούς του και είναι αναγκασμένος να σηκώνεται πριν φέξει. ]
 
Το στρωσίδι μου το ’χω μέσα στη κουζίνα και κοιμούμαι εκεί, γιατί η θεία μου είναι νευρική και το ξυπνητήρι την κάνει και χάνει τον ύπνο της. Το παίρνω κοντά μου αποβραδίς και πριν πλαγιάσω το κουρντίζω να βαρέσει στις πέντε. Έμαθα και το κουρντίζω μονάχος μου. Aχ ναι. Όποιος δεν έχει σηκωθεί στις πέντε τη νύχτα, χειμώνα καιρό, δεν μπορεί να ξέρει τι πάει να πει αγουροξύπνημα. Όχι να σηκωθεί μια φορά στη χάση και στη φέξη, μα να σηκώνεται στις πέντε κάθε νύχτα, σ’ όλη του τη ζωή, κάθε νύχτα, βρέχει χιονίζει, και τα κόκαλά του να ’ναι τσακισμένα ακόμα απ’ την αγώνια* της χτεσινής δουλειάς. Και να ’ναι και παιδί. Tο ξυπνητήρι με ξιπάζει* κάθε φορά στις πέντε, καταφέρνει και ξυπνάει το λογικό μου τρομαγμένο, όμως το κορμί μου κείτεται ολοκοίμιστο. Στη αρχή το ακούω έτσι απόμακρα μέσα στα βάθη του ύπνου μου, έπειτα το ντιντίνισμά του δυναμώνει στ’ αυτιά μου, δυναμώνει, αρχίζει ξαφνικά και μου τα τρυπανάει, ώσπου τ’ αρπάζω από δίπλα μου και το βουβαίνω. Η θεία μου κάνει αλαφρόν ύπνο και ξυπνάει εύκολα· αν τύχει καμιά φορά κι αργήσω, μου μπήζει από μέσα τη φωνή θυμωμένη και καταλαβαίνω πως σφίγγει τα δόντια της. «Ξύπνα, τεμπέλη» μου φωνάζει «που βρέθηκες και συ για τις αμαρτίες μου».
  Ναι. Θα ’θελα, μ’ όλη μου την καρδιά να ξυπνάω από μονάχος μου, στην ώρα μου, να βρίσκουμαι στο πόδι αλαφρός χωρίς ξυπνητήρι, δίχως τίποτα· και να μην ενοχλιέται κανένας με λόγου μου. Όμως, όσο και να θέλω, δεν μπορώ. Τα μάτια μου είναι σα μολύβια και βάνω όλη μου τη δύναμη για να τ’ ανοίξω, και για να σηκωθώ μου φαίνεται πως μαζεύω με τα χέρια μου ένα ένα τα κομμάτια του κορμιού μου, που δεν ακούν. Σκιάζομαι κιόλας ολοσκότεινα κειδά μέσα και βιάζομαι ν’ ανάψω το δαδί που ψήνω το ζεστό μου. Τα ’χω κι αυτά ’τοιμασμένα αποβραδίς μαζί με το ψωμί και με μια κουταλιά ζάχαρη που μου ξεκλειδώνει κάθε βράδυ από την ντουλάπα η θεία μου, και βιάζομαι ν’ ανάψω φωτιά και για να ζεσταθώ κιόλας, γιατί εξόν που κρυώνω, το νερό της βρύσης είναι χιόνι κρούσταλλο, κι ώσπου να νιφτώ μαργώνουνε* τα δάχτυλά μου. Όλη την ώρα, καθώς ψήνεται το ζεστό και πυρώνομαι, ’νειρεύομαι. Και βλέπω του κόσμου τα ονείρατα. Αχ, Παναγία μου! πόση είναι η γης; αμέτρητη. Κι όλα τα ήμερα πλάσματα του Θεού κοιμούνται τούτη την άκραχτη ώρα. Όμως, σε μια τρύπα δω, σε μια τρύπα κει απάνω στην αμέτρητη απλωσιά της γης, κάτι πλάσματα, που είναι κι αυτά πλάσματα του Θεού, σκύβουνε σα βρυκόλακοι απάνου σε σίδερα και τα πασπατεύουν. Ίσα ίσα που ξεχωρίζουνται στ’ αδύναμο φως του λυχναριού.
 
 
 
* αγώνια: μόχθος, αγώνας.
* ξιπάζω: ξαφνιάζω.
* μαργώνω: παγώνω.

(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)