Skip to main content
Δευτέρα 15 Απριλίου 2024
Πώς ο Λιας διάγνωσε μια αρρώστια
Σολωμού-Ξανθάκη Βάσα

Ο Λιας άλλαξε τη γροθιά και την έβαλε κάτω απ’ το άλλο μάγουλο. Και βέβαια για να το σκεφτεί ο Λιας, παιδιά μου, σίγουρα ο μικρός πρωτευουσιάνος θα ’ταν έτσι όπως τον είπε –μακριά από μας! Άλλωστε, ο Λιας είχε τα επιχειρήματά του. Πρώτον, δέκατον, όγδοον! Φορούσε ή δε φορούσε απ’ το πρωί του Θεού μέχρι τα μαύρα μεσάνυχτα στα πόδια του παπούτσια; Κι όχι παπούτσια της προκοπής, αλλά παπούτσια ολοκαίνουργα. Φως φανάρι πως τα πόδια του κάτι είχαν! Τρίτον: ενώ δεν πεινούσε, έτρωγε. Τέταρτον και σπουδαιότερο: δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τα ωραία παιχνίδια που του φέρνανε. Σκεφτείτε: δεν είχε διαλύσει ούτε ένα, ενώ ο Λιας κόντευε να διαλύσει και το ίδιο του το σπίτι.
  Του Λια τούτο το τελευταίο του ’κανε πολύ εντύπωση. Και, καθώς ήταν άνθρωπος που από φύση του ήθελε να σκορπάει κάθε δυνατή γνώση γύρω του, προσπάθησε ύστερα από λίγο καιρό, με κάθε τρόπο, να μάθει και στο μικρό πρωτευουσιάνο πώς διαλύεται ένα αυτοκίνητο και, στην ανάγκη, πως ξαναφτιάχνεται. Το δεύτερο βέβαια μέρος της δουλειάς, εξ αιτίας που ήταν ασήμαντο, δεν ενδιέφερε πολύ, κι όποιος ήθελε μπορούσε να προσπαθήσει, όποιος βαριότανε, ας τ’ άφηνε.
  Ο Λιας όμως, πάνω ακριβώς στην επιχείρηση, όταν σήκωσε το κεφάλι του, έφριξε. Αντί να τον ευχαριστήσουνε για τα πολύτιμα μαθήματά του –τον κορακοδάσκαλο βλέπετε, τον πληρώνανε!– αντί να λάμψουν πρόσωπα και μύτες, αντί να κατεβούνε όλες οι μηχανές, τ’ αεροπλανάκια, οι βάρκες, τα τάνκς απ’ τα ντουλάπια, και να πάρουν μέρος στη δράση του κόσμου, σηκώνει το κεφάλι του που λέτε, και τι βλέπει!
  Το μικρό πρωτευουσιάνο να ρουφάει τις μύτες του απ’ το κακό του που δεν μπορούσε να διαλύσει ούτε ένα αυτοκίνητο –άρρωστο το καημένο!– και να ρίχνει δάκρυ κορόμηλο στα ολοκαίνουργα παπούτσια του, τη «μαμαααά», στητή και κρύα, σαν το άγαλμα του Ιωσήφ Ρωγών στην πλατεία του χωριού, να τον αγγίζει ευγενικά, σα συναχωμένο μαντήλι, με τα δυο της μόνο δάχτυλα –και βάλε αν είχε κι άλλα!– ώς κάτω στο κελάρι, όπου τον κλείδωσε για τα καλά μια ολόκληρη μέρα.
  Αν ο Λιας ήξερε, τουλάχιστον, κάποιον απ’ τους μεγάλους εφευρέτες, θα παρηγοριότανε για την κλεισούρα και τα βάσανα, μα δυστυχώς όταν κάνουμε τη γνωριμία με αυτούς τους κυρίους, είναι κιόλας πολύ αργά. Για την ώρα, ο Λιας έψαχνε να βρει αν σφαιρικό ήταν ή μακρουλό το πιθαράκι που έκρυβε το γλυκό της μάνας. Και καθώς η σιγουριά των μεγάλων ανδρών δε δέχεται αργοπορίες, όταν μάλιστα είναι και μισοσκόταδο, ο Λιας έχωσε το χέρι του μέσα στο σφαιρικό πιθάρι κι έβγαλε μια χούφτα, μα τι χούφτα, ντομάτα πελτέ, που την έφερε ολόισια στο στόμα. Παρακαλώ, μην ξινίζετε τα μούτρα σας! Στα κάτω κάτω ντομάτα ήταν, δεν ήταν και δηλητήριο! Μόνο που ο Λιας αναγκάστηκε να φτύνει ολόκληρη βδομάδα.

(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος πρώτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)