Skip to main content
Δευτέρα 15 Απριλίου 2024
Κεφάλαιο πέμπτο
Ιωακειμίδης Βασίλης

Αρχίζουμε να τρώμε, εκείνη την ώρα μπαίνει στο θάλαμο για να βάλει την καραβάνα στο σακκίδιό του το χθεσινό πειραχτήριο. Μπα μπα! τι βλέπω πάλι συνάδελφε, η καραβάνα σου γιομάτη λάδια, απαραίτητες δε και οι ελίτσες και μάλιστα αρκετές. Δηλαδή να πούμε η γλάστρα όλο και ποτίζεται μια που έχει μέσα τον βασιλικό, συνεχίζοντας ο μποέμης αυτός τύπος μου λέει.
    Εκείνο που θα σε προσφέρω εγώ συνάδελφε δεν το καταδέχεται ο βασιλικός σου και για να συμπληρωθεί το μενού σου λάβε τούτο εδώ που το έχω κάνει τράκα, όταν τα καθάριζα στην αγγαρεία και γιόμισαν δάκρυα τα μάτια μου, μου προσφέρει ένα άσπρο ορεκτικό κρεμμύδι, σκάζοντας στα γέλια τον ευχαριστώ, του προτείνω να μας κάνει παρέα, να σου πω, απαντά, αν και έφαγα θα σου κάνω παρέα στις ελίτσες.
    Έφαγα με πολλή όρεξη, τρώγοντας εγώ τον έτρωγε εκείνον η περιέργεια για τα χάλια που είχαμε εγώ και ο λοχαγός, από σπόντα και αστειευόμενος τάχα ρωτάει, αδελφέ μου σαν λαδωμένοι ποντικοί μας ήλθατε, πού στο διάβολο πήγατε και χωθήκατε; Κρατώντας την εχεμύθεια της αποστολής μας τον απαντώ. Τι να γίνει συνάδελφε μόνο στο φαγητό θα ποτίζεται η γλάστρα; Ο στρατιωτικός κανονισμός διδάσκει να εκτελείς τις διαταγές των ανωτέρων σου, πώς να μην την εκτελέσεις όταν βλέπεις κοτζάμ λοχαγό, να πούμε βασιλικός, να βαδίζει μπροστά, μπορεί να μην ακολουθήσει να πούμε η γλάστρα, δηλαδή εγώ; Πω πω αδελφέ μου, είσαι πολύ πονηρός, σε διάλεξε φαίνεται ο βασιλικός σου, απαντάει. Σκάσαμε όλοι στα γέλια, ενώ ένας ένας μπαίνανε οι συνάδελφοι να κρεμάσουν τα σακκίδιά τους, η δε συζήτηση σταμάτησε. Με τη θαλπωρή ζεστασιά της σόμπας έφαγα, στέγνωσα και ξαπλώθηκα και εγώ, όπως όλοι, στο κρεβάτι για δίωρη ανάπαυση. Το απόγευμα ο λόχος βγήκε για ασκήσεις, εγώ έμεινα με τον θαλαμοφύλακα, γνωρισθήκαμε καλά, υπηρετούσε κληρωτός, αλλά τώρα τον πόλεμο κανείς δεν ξέρει, έφεδρος ή κληρωτός, αν θα γυρίσει ζωντανός ή θα γεμίσει κανένα χαντάκι μαχόμενος.
    Με τη συζήτηση η ώρα πέρασε, γύρισε ο λόχος από τις ασκήσεις, μπαίνουν στο θάλαμο να αποθέσουν τον οπλισμό τους, ακούεται η σάλπιγγα του βραδινού συσσιτίου.
    Μακαρονάδα με συμπλήρωμα φέτα τυρί, μετά το φαγητό συγκεντρώθηκε ο λόχος μέσα στο θάλαμο, ήλθε και τους μίλησε ο λοχαγός μου, περιέγραψε εν συντομία την ιστορία της πατρίδας, τις επιθέσεις που δέχτηκε από διάφορους κατακτητές Τούρκους, Βουλγάρους καταλήγοντας στην τωρινή εισβολή των Ιταλών, λέγοντας, όσες επιδρομές και αν μας έκαναν ενάντια στην πατρίδα μας ο κάθε κατακτητής σε όλα αυτά τα χρόνια της ιστορίας μας, κανείς μα κανείς δεν μπόρεσε να κατακτήσει τον τόπο τούτον.
    Έτσι και τώρα με την πίστη μας στο Θεό και την πατρίδα τα αδέλφια μας στην Αλβανία ανοίξανε καινούργιους Μαραθώνες και Θερμοπύλες, κοντεύοντας να ρίξουν τους Ιταλούς στη θάλασσα, το ίδιο θα κάνουμε και εμείς εδώ αν θα το φέρει η ανάγκη.
    Οι λοχαγοί μαζί με τους αξιωματικούς φύγανε, σε λίγο χτύπησε σιωπητήριο. Με το καληνύχτα σας.
    Το πρωί της άλλης μέρας μετά το ρόφημα αποχαιρέτησε ο λοχαγός τον συνάδελφό του, τους αξιωματικούς και στρατιώτας, ένδειξη ότι δεν θα ξαναπερνούσαμε από κει και ξεκινάμε για τη δουλειά μας.
    Κατσουφιασμένος σήμερα ο καιρός, τα πυκνά σύννεφα εμποδίζουν την προβολή του ήλιου, ενώ το κρύο είναι πολύ τσουχτερό. Βαδίσαμε και περάσαμε όλα τα χθεσινά σημεία, που σημειώθηκαν στο χάρτη, συνεχίζουμε την πορεία μας σύρριζα του ποταμού Νέστου, θα πέρασαν περίπου δυο ώρες, σταματά ο λοχαγός, ερευνά γύρω με τα κυάλια, εξετάζει τον χάρτη, προσανατολίζεται με την πυξίδα του, περίμενέ μου εδώ, λέει, προχωρεί στα ανοιχτά, περιμένω κανένα τέταρτο, βρίσκω ευκαιρία και καπνίζω τσιγάρο, δεν φαίνεται πια τον χάνω.
    Από πολύ μακριά ακούεται η σφυρίχτρα του, με καλούσε να πάω κοντά του, βγήκε καμμιά τετρακοσαριά μέτρα ψηλότερα, ήταν κατεβασμένος από το άλογο και μελετούσε τον ποταμό. Από αυτό το σημείο θα περάσουμε απέναντι, μου υπενθυμίζει τις χθεσινές οδηγίες, ανεβαίνει στο άλογο, μπαίνει στον ποταμό, προχωρεί, διασχίζει τον μισό ποταμό, τον ακολουθώ, το νερό δεν έχει φτάσει ούτε στις κοιλιές των ζώων, βρήκε το κατάλληλο σημείο, περνούμε τον ποταμό χωρίς να βραχούμε. Κατέβα τώρα, με διατάζει, μάζεψε αρκετές πέτρες μεγάλες ενώ αυτός μελετούσε συνέχεια τον χάρτη του.
    Έκανα μια αρκετά μεγάλη θεμωνιά από πέτρες, που είχε μπόλικες εκεί κοντά, κουράσθηκα και ίδρωσα, φτάνει, ξεκουράσου τώρα, μου λέει, και κάπνισε αν θέλεις, καπνίζοντας τον βλέπω να τραβά μικρές διακεκομμένες γραμμές με το μολύβι πάνω στο χάρτη.
    Τελειώνοντας διπλώνει το χάρτη, τον τοποθετεί στην κρεμαστή πέτσινη θήκη, είχε βρει το σημείο που ήθελε, όπου θα μπορούσαν να περάσουν τα ζώα με τα πυρομαχικά, τα μεταγωγικά πυροβόλων και πολυβόλων χωρίς να βραχούν, ικανοποιημένος ανεβαίνει στο άλογό του.
    Συνεχίζουμε την πορεία προς άλλη κατεύθυνση, εγκαταλείπουμε τον ποταμό, βαδίζουμε δεξιά, μπήκαμε σε μια χαράδρα φαρδειά, η ώρα έδειχνε έντεκα, προχωρούμε καμμιά μισή ώρα ακόμα βγαίνουμε σε έναν μικρό καταυλισμό, ένας θάλαμος με ένα μαγειρείο.
    Ήταν ο καταυλισμός της προκεχωρημένης διμοιρίας, όλοι οι άνδρες συντεταγμένοι μπροστά στο καζάνι παίρναν το μεσημεριανό συσσίτιο, κρέας με μανέστρα.
    Στέκονται όλοι προσοχή, τρέχει ο ανθυπολοχαγός χαιρετά και αναφέρει, διατάζει δυο στρατιώτες να παραλάβουν τα άλογα. Μπροστά στο καζάνι χαμογελαστός ο λοχαγός ρωτά, πώς πάτε παιδιά, είστε καλά, θα περισσέψει και για μας καμμιά καραβάνα; Πετάχτηκε ένας ξύπνιος, επιτρέπεται κ. λοχαγέ; Βεβαίως, του απαντά, όλοι αν σας δώσουμε από ένα κουτάλι θα σας πέσει περισσότερο το συσσίτιο από το δικό μας, έτσι θα βολευτούμε όλοι μας. Μπράβο λεβέντη μου, του απαντά, δεν πρόκειται παιδί μου για μας αλλά αυτό να κάνετε πάντα σε περίπτωση απροόπτων.
    Στο στρατό το φαγητό γίνεται πάντα μπόλικο, στα δε απομακρυσμένα σημεία στέλνεται περισσότερο για τέτοιες ακριβώς περιπτώσεις σαν την δική μας, αναγνωρίσεις, επιθεωρήσεις, αιφνιδιασμούς κ.λ.π. Στη διμοιρία αυτή φάγαμε και μείναμε το βράδυ, την άλλη μέρα το πρωί φάγαμε και φύγαμε. Το ξεκίνημα δείχνει πως βαδίζουμε προς βορρά, βγαίνουμε από το ύψωμα και βλέπουμε τον ποταμό Δεσπάτη, ο ποταμός αυτός δεν ήτο ορμητικός σαν τον Νέστο, ούτε βαθύς, τον διασχίσαμε, βαδίζουμε πεντακόσια με εξακόσια μέτρα, τον ξαναπερνάμε πάλι, αυτό το αλλέ-ρετούρ το κάναμε καμμιά δεκαριά φορές με αποστάσεις τριακοσίων έως πεντακοσίων μέτρων. Το μεσημέρι έφτασε, μου λέει ο λοχαγός, εδώ κοντά βρίσκετο το φυλάκιο, θα πάμε εκεί να φιλοξενηθούμε.
    Εντύπωση και περηφάνεια ένιωσα φτάνοντας στο ακριτικό αυτό φυλάκιο, από μακριά βλέπω να κυματίζει περήφανη η ελληνική σημαία, ψηλά πάνω στον ιστό της ένιωσα πραγματικό ρίγος ενθουσιασμού, η στραφτερή καθαριότητα με τους ασβεστωμένους τοίχους, το φλογερό άγρυπνο βλέμμα των φρουρών, ο πελώριος σύντροφος της διπλοσκοπιάς ο Γίγας, ο σκύλος του φυλακίου, έτσι τον φωνάζανε, μα προπαντός το ακμαίο ηθικό των φρουρών. Και εδώ μας περιποιηθήκανε πολύ καλά.
    Την άλλη μέρα έλαμψε ο ήλιος απ’ το πρωί, με τις ζεστές του αχτίνες έκοβε το πρωινό περούνιασμα, αποχαιρετήσαμε τους άνδρες του φυλακίου και φύγαμε, δεν ακολουθήσαμε το δρομολόγιο που ήλθαμε απ’ τον ποταμό Δεσπάτη, πήραμε άλλο δρομολόγιο. Συμβουλεύοντας τον χάρτη του ο λοχαγός, βαδίζαμε ανιχνεύοντας το έδαφος με τα κιάλια και την πυξίδα του.
    Βαδίσαμε μια περίπου ώρα, μπαίνουμε σε ένα ωραιότατο λεκανοπέδιο τριγυρισμένο με χαράδρες και βουνοκορφές, το παχύ στρώμα του καταπράσινου χόρτου έδειχνε σαν να ’ταν απλωμένο ένα απέραντο χαλί, οι δε φωτεινές αχτίνες του ήλιου το έδειχναν ακόμα πιο λαμπερότερο.
    Μαγευμένος απ’ τη τοποθεσία αυτήν την τόσο θαυμάσια, πλαισιωμένη με πολλά δένδρα, ακούω τον λοχαγό να με ρωτά, έχεις το όπλο σου οπλισμένο Βασίλη; Όχι, του απαντώ, όπλισέ το και ασφάλισέ το, με διατάζει, εκτελώ την προσταγή. Η εντολή του λοχαγού μού έκοψε τον ρομαντικό ειρμό και θαυμασμό μου προς τη φύση, απολαμβάνοντας ξανά το θαύμα αυτό, είπα μέσα μου.
    Τι πλούτο, τι ομορφιά μας χαρίζει η φύση. Γη, βουνά, λαγκάδια, ποτάμια, δέντρα, λαμπερό ήλιο, που καμμιά ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να τα κάνει.
    Ξαφνικό σφύριγμα του λοχαγού με τη σφυρίχτρα του με αναστάτωσε, είδε μακριά με τα κυάλια έναν ένοπλο διαβάτη, τον κάλεσε μετά το σφύριγμα με κινήσεις του χεριού του να έλθει, η απόσταση που μας χωρίζει είναι περίπου τριακόσια μέτρα, αφήνει τα κυάλια του να κρεμαστούν στο στήθος του και κοιτάζει το χάρτη.
    Άσπρο, ψηλό, ωραίο το άλογό του, μακριά καινούργια η χλαίνη του, καλοβαμμένες γυαλιστερές απ’ το πρωί οι μπότες, αστραφτερά τα σπιρούνια του, εξάρτυση με το πιστόλι κρεμαστό, χιαστή κρεμασμένα στους ώμους του τα κυάλια και ο χάρτης, επιβλητικός με το υπέροχο στρατιωτικό του παράστημα έμοιαζε σαν στρατηλάτης ο λοχαγός μου. Τρεχάτο και λαχανιασμένο ήλθε το άτομο που κάλεσε ο λοχαγός, στέκεται σε απόσταση δεκαπέντε μέτρων προσοχή και χαιρετά στρατιωτικά με το δεξί χέρι, ενώ με το αριστερό κρατεί το κυνηγητικό του όπλο.
    Ήταν ένας Βούλγαρος ανθυπασπιστής, που βγήκε κυνήγι στα πυκνά δένδρα της μαγευτικής τοποθεσίας. Για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα βουλγάρικο στρατιωτικό χαιρετισμό, όμοιο με τον δικό μας με τη διαφορά η παλάμη του δεξιού χεριού δεν ακουμπά στο φρύδι αλλά αιωρείται σε απόσταση πέντε δαχτύλων.
    Ανταποδίδει τον χαιρετισμό του και ο λοχαγός μου τον ρωτά στη γαλλική, παρλέ-βου φρανσέ; Νεζνάιμ, απαντά ξανά. Στόι στόι μάλκου, λέει, περιμένετε, περιμένετε λίγο, κάνει με χειρονομία να περιμένουμε. Βάζει ο ερίφης, ο ανθυπασπιστής τα δυο του δάχτυλα στο στόμα, το δεύτερο και το τέταρτο, σφυρίζει τσομπάνικα, σε λίγο καταφθάνει τροχάδην απ’ το παρακείμενο βουλγάρικο φυλάκιο, που δεν το βλέπαμε εμείς, ένας Βούλγαρος λοχίας, ψηλός, ξανθός, ρωμαλέος, ένα πραγματικό λεβεντόπαιδο, στέκεται στην ίδια απόσταση των δεκαπέντε μέτρων με το πιστόλι του στη ζώνη προσοχή και χαιρετά.
    Παρλέ-βου φρανσέ του ρωτά ο λοχαγός στα γαλλικά, η επιβλητική εμφάνιση που περιέγραψα πιο πάνω για τον λοχαγό μου, γέλασε τον Βούλγαρο λοχία στο βαθμό και απαντά στην ελληνική, όχι κ. συνταγματάρχα γαλλικά δεν ξέρω, ελληνικά όμως ξέρω. Πολύ ωραία, απαντά ο λοχαγός μου ευχαριστημένος, δεν μου λες παιδί μου θέλοντας να πάμε στο δικό μας φυλάκιο, μήπως μπήκαμε εν αγνοία μας στο δικό σας έδαφος; Ακριβώς, απαντά σταθερά ο λοχίας, μπήκατε, συνεχίζει, κ. συνταγματάρχα σε βάθος εξακοσίων μέτρων στο βουλγαρικό έδαφος, το δικό σας φυλάκιο είναι πίσω απ’ αυτή τη μικρή οροσειρά, θα γυρίστε πίσω περί τα τριακόσια μέτρα απ’ το δρομολόγιο αυτό, μας δείχνει με το χέρι του, θα βρείτε μια μικρή ξύλινη γεφυρούλα, που ενώνει τη χαράδρα με το λεκανοπέδιο, θα τη περάσετε, θα μπείτε μέσα στη χαράδρα, θα βαδίσετε αρκετά δυτικά, από εκεί θα φανεί το φυλάκιό σας.
    Σ’ ευχαριστώ παιδί μου, λέει ο λοχαγός, προχωρεί με το άλογό του, προτείνει το χέρι του στον ανθυπασπιστή, που στέκεται κλαρίνο, τον χαιρετά διά χειραψίας και μετά στρατιωτικά, συνεχίζει το ίδιο χαιρετά και τον λοχία. Γυρίζουμε πίσω για το δρομολόγιο που μας υπέδειξε ο λοχίας, αυτό το απρόοπτο γεγονός κατά τη συζήτησή του με έφερε σε ανησυχία και έλεγα μέσα μου, επιτέλους πού θα καταλήξει η υπόθεση αυτή, ευτυχώς λύθηκε ομαλά και πολιτισμένα.
    Ακολουθώντας το υποδειχθέν δρομολόγιο φτάσαμε στην ξύλινη γεφυρούλα, την περνάμε και μπαίνουμε στη χαράδρα, προχωρούμε, μακριά ψηλά φάνηκε το ελληνικό φυλάκιο με τη γαλανόλευκη σημαία μας. Στη διαδρομή της επιστροφής και ώσπου να φθάσουμε στο φυλάκιο μου ρωτά ο λοχαγός, Βασίλη πρόσεξες καλά τον λοχία; Ναι, απαντώ, με εντυπωσίασε η λεβεντιά του και η ευφράδεια της γλώσσας μας, χαμογέλασε, Βασίλη, μου λέει, αυτός είναι Έλληνας, είναι φαίνεται η φύτρα μας Βασίλη. Διόλου απίθανο να ομιλούν σπίτι τους κρυφά ελληνικά.
    Μου εξήγησε πως πολλοί Έλληνες, προπαντός Θράκες, ξενητευτήκαν πριν από πολλά χρόνια στη Ρουμανία, Ρωσία, Πολωνία, Βουλγαρία δουλεύοντας κτίστες, κεραμιδάδες, κασεράδες, ντουλγκέρηδες, ειδικότητες που στερούντο τα κράτη αυτά, πολλοί λοιπόν απ’ αυτούς μείνανε με τις οικογένειές των για πάντα, μιας τέτοιας οικογένειας παιδί είναι και ο λοχίας, μου λέει.
    Με τη συζήτηση φτάσαμε στο φυλάκιο, πεντακάθαρο και αυτό, μας σκλάβωσαν με την περιποίησή τους.
    Τρώγοντας όλοι μαζί παρέα τούς εξιστόρησε ο λοχαγός την απροσδόκητη περιπέτεια που περάσαμε, τελειώνοντας λέει, ίσως ο λοχίας αυτός να είναι ακόμη και Έλληνας. Ναι, απαντά ο αρχιφύλακας, ελληνόπουλο είναι κ. λοχαγέ ο λοχίας τους, κάποτε συναντηθήκαμε στη διαχωριστική γραμμή και μου ’πε πως η καταγωγή του είναι ελληνική και εδώ ο λοχαγός δεν έπεσε έξω. Αφού φάγαμε ζητώ άδεια απ’ τον λοχαγό μου να μου επιτρέψει να πάω να δω το παρατηρητήριο, να πας, μου λέει, πηγαίνω κοντά σ’ ένα τετράγωνο χώρο τέσσερα επί τέσσερα, είναι στημένες σε κάθε γωνιά όρθιες ξύλινες κολώνες, ύψους τεσσάρων μέτρων, συνδεδεμένες μεταξύ των με αραιά σανίδια, ο όροφος στο ύψος των τεσσάρων μέτρων είναι όλος καλυμμένος με σανίδια –πάτωμα, στη δυτική πλευρά του έχει μια μόνιμη ξύλινη σκάλα που ανεβαίνει ο παρατηρητής, αυτό είναι το παρατηρητήριο.
    Εκεί επάνω εκτελεί την υπηρεσία του ο παρατηρητής με οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες του τύχουν.
    Ανεβαίνω τη σκάλα, χαιρετώ τον συνάδελφο παρατηρητή, με είδε που ήλθα με τον λοχαγό, προθυμοποιείται αμέσως να με κατατοπίσει. Μου δίνει τα κυάλια του δείχνοντας τα επισημασμένα σημεία που πρέπει να προσέχουν, μου εξηγεί τους κανονισμούς που τηρούν αμφότερα τα φυλάκια.
    Φαίνεται ήτο και αυτός τύπος ρομαντικός και μου λέει, δεν ξέρεις συνάδελφε τι ευχαρίστηση νιώθω όταν εκτελώ το νούμερο αυτό, εκτός του προορισμού μου απολαμβάνω όλα αυτά τα αγαθά της φύσεως, κοίτα κάμπο, μου δείχνει προς τη Βουλγαρία, κοίτα βουνά, λαγκάδια, χαράδρες, άκου πώς τσιτσιρίζουν τα πουλιά, την άνοιξη δε είναι απόλαυση με το κελάηδημά τους.
    Παίρνω τα κυάλια, βλέπω τον πελώριο κάμπο, μπροστά μας μια κατακόκκινη λουρίδα οργωμένη, βλέπω τα βουνά, τα λαγκάδια, τις ρεματιές, ένα θέαμα πανόραμα, τον ρωτώ, εντύπωση μου κάνει συνάδελφε ο κάμπος τους, ενώ κάτω είναι καταπράσινος σαν τον δικό μας, εδώ σ’ αυτήν την λουρίδα, την οργωμένη δεν φύτρωσαν ακόμη τα σπαρτά; Όχι, μου απαντά, εδώ σ’ αυτήν την οργωμένη λουρίδα που βλέπεις ποτέ δεν την σπέρνουν οι Βούλγαροι, κάθε φορά που βρέχει και ανοίξει μετά ο καιρός έρχονται αμέσως και το ξαναοργώνουν, γιατί, ρωτώ, αφού δεν το σπέρνουν. Το διατηρούνε πάντοτε οργωμένο διά να διαπιστώσουν τις πατημασιές, αν περάσει νύχτα απαρατήρητος κανένας κατάσκοπος, που θέλει να μπει στο έδαφός τους, είναι, μου λέει και αυτό ένα από τα αποδοτικά μέτρα ασφαλείας που λέμε.
    Νησιώτης ο συνάδελφος, Μυτιληνιός, υπηρετούσε στη μεραρχία αρχιπελάγους και τον πετάξανε φρουρό στα βουλγαρικά μεθοριακά σύνορα λόγω φρονημάτων. Μεταξικό μέτρο που πολλοί την πληρώσαμε, ήταν όμως ξύπνιος φρουρός, ένθερμος πατριώτης, πάνω από την ιδεολογία του πίστευε πρώτα στην Ελλάδα, όπως όλοι οι ομοϊδεάται του, που γι’ αυτήν πέσανε πρώτοι και καλύτεροι πολλοί απ’ αυτούς. Εκεί ψηλά στο παρατηρητήριο τα είπαμε για καλά με τον συνάδελφο παρατηρητή, για τα καθημερινά γαυγίσματα του Μεταξά, για τον απάνθρωπο, βάρβαρο υπουργό της δημοσίας τάξεως Μανιαδάκη, που τάραξε τα σωθικά των ηρώων αυτών ποτίζοντας με τη βία το αηδιαστικό ρετσινόλαδο, γιομίζοντας φυλακές, εξορίες και σκοτεινές απομονώσεις από Έλληνας πατριώτας, που δε λύγισαν. Αποχαιρετώ τον φρουρό, το καμάρι αυτό της πατρίδος μας με την ευχή καλή νίκη.
    Γυρίζοντας ήταν έτοιμα τα άλογα, αποχαιρετήσαμε τους άγρυπνους φρουρούς και ξεκινάμε, γυρίζω και βλέπω ψηλά τον παρατηρητή να μου κουνά το χέρι του στέλνοντας τον τελευταίο του χαιρετισμό. Βαδίζουμε με κατεύθυνση προς το νότο, σημείο επιστροφής, από ανηφοριές και κατηφοριές που διασχίσαμε μια διαδρομή τριών ωρών μπήκαμε στα δικά μας λημέρια, σε όλην αυτήν την διαδρομή ο λοχαγός μελετούσε την τοποθεσία του εδάφους, πεινασμένοι βαδίζουμε, κατά τις τέσσερις το απόγευμα μπαίνουμε στο Βώλακα, ήταν θυμάμαι Κυριακή απόγευμα, από μακριά μας είδαν οι άνδρες του λόχου μας, τρέξαν όλοι να υποδεχτούν τον λοχαγό τους.
    Η διαταγή του γενικού επιτελείου εξετελέσθη, την επομένη της επιστροφής ο λοχαγός κάθεται και συντάσσει την έκθεσή του και τη στέλνει.
    Δεν περάσανε πέντε μέρες απ’ την επιστροφή μας από την αναγνώριση, μπαίνει ξαφνικά ένα μεσημέρι στο γραφείο μας ο λοχαγός και μας λέει, παιδιά σας εγκαταλείπω, αυτό βέβαια με λυπεί πολύ αλλά δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, ο στρατός έχει τα προγράμματά του. Τώρα που ήμουν στο τάγμα, συνεχίζει, ήλθε διαταγή του γενικού επιτελείου, με αποσπά στην Καβάλα. Εκεί θα ιδρυθεί σχολή εφέδρων αξιωματικών από υπαξιωματικούς, που θα εκπαιδευτούν για να βγουν ανθυπολοχαγοί, να συμπληρώσουν τις κενές θέσεις που υπάρχουν.
    Με τοποθετούν ως υποδιοικητή και καθηγητή, διατάζομαι δε αμέσως να αναχωρήσω διά να οργανώσω την σχολή, από μεθαύριο λοιπόν σας αποχωρίζομαι. Το μεσημέρι, που ήτο ο λόχος παρατεταγμένος για το συσσίτιο, ήλθε ο λοχαγός και ανήγγειλε με λύπη στο λόχο του τη μετάθεσή του λέγοντας. Όπου και αν βρεθούμε ο καθένας μας τον ίδιο πάντα σκοπό προσφέρουμε στην πατρίδα μας. Σας εύχομαι, αν το απαιτήσει η στιγμή, να φανείτε όλοι σας γενναίοι, σαν τα αδέλφια μας που πολεμούν στην Αλβανία, γράφοντας με τον ηρωισμό τους καινούργιες σελίδες της ιστορίας μας. Νικηταί λοιπόν και ο Θεός μας βοηθός. Με αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε τον αγαπημένο του λόχο, το βράδι στο δωμάτιό του έγραφε μέχρι αργά.
    Το πρωί τον βλέπουμε μαζί με τον ταγματάρχη καβάλα ο καθένας στο άλογό του να φεύγουν. Κατά τις δέκα η ώρα με φωνάζει απ’ το μπαλκόνι του γραφείου του τάγματος ο γραφεύς φίλος μου, συνάδελφος Λύσσανδρος Βουλτσιάδης, βγαίνω στο παράθυρο, τι τρέχει Λύσσανδρε, του ρωτώ, έλα εδώ μου λέει χειρονομώντας, σηκώνομαι, πάω στο τάγμα, βλέπω τον Λύσσανδρο χαμογελαστό να μου λέει, Βασιλάκη μου βλέπω να χάνεις το χουζούρι του γραφείου, γιατί, τον ρωτώ ανυπόμονα, διάβασε αυτό και θα καταλάβεις, αρχίζω και διαβάζω.
    Ήταν μια πρόταση του λοχαγού μου προς το σύνταγμα, που έγραφε, προτείνω τον στρατιώτην Ιωακειμίδην Βασίλειον όπως εισαχθεί εις την σχολή εφέδρων αξιωματικών Καβάλας, συγκεντρώνει προσόντα, ευφυΐαν, μελέτη, πειθαρχίαν και πατριωτισμόν, βαθμολογείται δε υπό του διοικητού του λόχου του, νυν υποδιοικητού της σχολής με τον βαθμό δεκαεννέα, ο διοικητής του λόχου Χαραλάμπους Ηλίας, τ.τ. 732.
    Έμεινα άναυδος σαν χαζός, γυρίζω, βλέπω τον Λύσσανδρο, γύρνα και διάβασε και το πίσω μου λέει, γυρίζω, διαβάζω. Εγκρίνω την εισαγωγή του στρατιώτου Ιωακειμίδου Βασιλείου εις την σχολήν εφέδρων αξιωματικών Καβάλας, ο διοικητής του 1ου τάγματος, του 26ου συντάγματος, Παρασκευόπουλος Λυμπέρης, σφραγίδα του τάγματος τ.τ. 732.
    Δεν είμαστε καλά Λύσσανδρε, του λέω, θα τον προλάβω μόλις γυρίσει με τον ταγματάρχη, θα τον παρακαλέσω να μείνω εδώ που είμαι. Αγαπητέ μου Βασιλάκη, λέει, αυτό με κάτι άλλα έγγραφα πρωτοκολλήθηκε και αυτή τη στιγμή σφραγίζεται ο φάκελλος και φεύγει για το σύνταγμα, ο ταχυδρόμος είναι καβάλα στο άλογο και περιμένει, σου φώναξα να το διαβάσεις ο ίδιος, αν στο έστελνα χωρίς να στο διαβάσω, θα το έπαιρνες σαν ένα απ’ τα συνηθισμένα μας καλαμπούρια. Σε ευχαριστώ πολύ Λύσσανδρε, του λέω, φεύγω για το γραφείο μας σκεφτικός.
    Το μεσημέρι ήλθε ο λοχαγός, είχαν φάει με τον ταγματάρχη στη λέσχη και ήλθε να ξαπλωθεί, να αναπαυτεί, όπως κάθε μεσημέρι.
    Το απόγευμα με καλά στο γραφείο του, τον βλέπω να τακτοποιεί τα πράγματά του στο κιβώτιο εκστρατείας του, μπαίνω, τον χαιρετώ, διατάξτε του λέω, έχω κάνει Βασιλάκη μια πρόταση στο σύνταγμα για να μπεις και εσύ στη σχολή εφέδρων αξιωματικών, την πρότασή μου την ενέκρινε και ο κ. ταγματάρχης, θα πάει ιεραρχικώς στο σύνταγμα και τελικά στη μεραρχία, σε λίγες μέρες θα κατεβείτε όσους προτείνουν οι λοχαγοί, εκεί θα ανταμωθούμε. Επιτρέπεται κ. λοχαγέ, τον ρωτώ, ναι λέγε, απαντά. Σας ευχαριστώ κατ’ αρχή για τη διάκριση, αγάπη και εμπιστοσύνη που δείχνετε για το άτομό μου, ο σεβασμός και η εκτίμηση στο πρόσωπό σας θα μείνουν βαθιά χαραγμένα στην καρδιά μου, είτε θα είμαι, είτε όχι υπό τας διαταγάς σας, οφείλω συνεπώς να διαφυλάξω για άλλη μια φορά την εκτίμησή σας, δεν θα ήθελα να νιώσετε απογοήτευση για τις εντυπώσεις που σχηματίσατε για το άτομό μου. Ακόμα και σ’ αυτήν την τελευταία σας πρόταση, που δυστυχώς θα νιώσετε.
    Γιατί, με ρωτά, ποιο θα ’ναι το εμπόδιο, η δική μου βαθμολογία Βασιλάκη έχει κύρος, διετέλεσα επί σειρά ετών καθηγητής και εκπαιδευτής της σχολής Ευελπίδων, σωστά, του απαντώ, αλλά το εμπόδιο δεν είναι εκεί, είναι στην αλλαγή του απολυτηρίου μου, που σας το τόνισα προ ημερών, προτού φύγουμε για αναγνώριση, τότε δεν την λάβατε υπόψιν, είμαι σίγουρος πως η απόσπασή μου στα πολυβόλα θα ’ναι το εμπόδιο, είναι η μομφή που μου δώσανε και η απογοήτευση που θα νιώσετε.
    Κατάλαβε καλά τι ήθελα να του πω, ο χρόνος δεν μας έπαιρνε για πλάτωμα της συζήτησης και μου απαντά. Σε λίγο φεύγω, θα σε περιμένω στη σχολή, εκεί θα τα πούμε.

(από το βιβλίο: Βασίλης Ιωακειμίδης, Είκοσι χιλιάδες μέρες, Εξάντας 1983)