Skip to main content
Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022
Ακατανόητη

Το «Ανέγγιχτη» είναι μια απάντηση σε ένα σχόλιο του Καστρινάκη/Καζαντζάκη (εφεξής ΚΚ) στο βιβλίο της πρώτης του συζύγου Μελίνας/Γαλάτειας Καζαντζάκη (εφεξής ΜΓ), «Ο υπεράνθρωπος από την Κρήτη» (πραγματικός τίτλος «Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι, 1957»: «Καημένη Μελίνα, δεν της άξιζε ένα τέτοιο τέλος. Όποιος διαβάσει το βιβλίο της θα σχηματίσει κακή ιδέα για κείνην» (σ. 9), θα πει ο ΚΚ και η ΜΓ θα σπεύσει να συγγράψει την απάντησή της. Απάντηση που εμείς διαβάζουμε στο ανά χείρας μυθιστόρημα. Κατασκευάζεται μια απλοϊκή παραλλαγή της συζύγου ΚΚ. Γιατί απλοϊκή; Ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας της Μελίνας Καστρινάκη, που στέκει ως δημιούργημα του συγγραφέα για το πρόσωπο της Γαλάτειας Καζαντζάκη, δεν έχει μόνο αναντιστοιχίες με την πραγματική ΓΚ –κάτι που εξάλλου δικαιολογείται στο πλαίσιο του μυθιστορήματος– αλλά, και εγω εκεί θα σταθώ περισσότερο, χαρακτηρίζεται και από εσωτερικές ασυνέπειες: ο χαρακτήρας της δηλαδή πέφτει σε αντιφάσεις. Το βιβλίο όμως έχει και άλλα προβλήματα που έχουν να κάνουν με την επιλογή ύφους. Εξηγούμαι: το βιβλίο ταλαιπωρείται από μια προσκόλληση στην υπέρμετρη επεξηγηματικότητα που υιοθετεί ο συγγραφέας (για να διευκολύνει άραγε τον αναγνώστη;). Αλλά υπάρχει ακόμα κάτι, πιο ευρύ. Τι ακριβώς είναι αυτό το βιβλίο; Και δεν εννοώ μόνο ειδολογικά. Σε ποιον απευθύνεται σήμερα ένα μυθιστόρημα –δεν είμαι τόσο σίγουρος ότι είναι καν τέτοιο– που μιλάει για αυτόν τον «οικουμενικό Έλληνα» και όπου εξετάζει και τη λιβιδινική πλευρά του; Δηλαδή, για να το πω απλά, αφενός, αν σε συγκινεί η συγκεκριμένη θεματολογία (του οικουμενικού Έλληνα) είτε κάπως δεν έχεις εκτεθεί καθόλου σε καζαντζακικά αναγνώσματα ή έχεις μια εξαιρετικά απλοϊκή αντίληψη για τον κόσμο. Αφετέρου, όταν τελικά αποπειράσαι να εμπλέξεις σε αυτό και το αν ο Καζαντζάκης έκανε σεξ με την πρώτη του σύζυγο, τότε θα πρέπει να έχεις συναίσθηση ότι στέκεσαι απέναντι σε κάτι ιδιαιτέρως απαιτητικό που υπαγορεύει πολύ προσεκτική διαχείριση του υλικού. Ο Ραπτόπουλος δεν δύναται να κρίνεται ως νεόκοπος συγγραφέας, οπότε δεν γίνεται να παριστάνουμε ότι τέτοιες σκέψεις δεν θα έπρεπε να τον απασχολούν.  

Διαβάζουμε λοιπόν και απορούμε με τις απλοϊκές, δήθεν ψυχαναλυτικές ερμηνείες στις οποίες επιδίδεται η ΜΓ.  Διαβάζουμε, για παράδειγμα, στο κεφάλαιο «Ευνουχισμένος» την αντιπαραβολή αποσπασμάτων από το καζαντζακικό έργο, με τις ερμηνείες της ΜΓ για το τι συμβολίζουν οι ήρωες, ποιος κρύβεται πίσω από τον πατέρα και τον μπέη, και τι θα πρέπει να καταλαβαίνει ο αναγνώστης. Διαβάζουμε και απορούμε με αυτές τις εκλαϊκευμένες παραλλαγές αποσπασμάτων από βιβλία του Καζαντζάκη, παραλλαγές στο ύφος Καζαντζάκη χωρίς όμως τα ενίοτε λίαν σκανδαλιστικά ψιμύθια και τους νεολογισμούς του κρητικού. Ο ραπτοπουλικός Καζαντζάκης θυμίζει κάπως τις νεοελληνικές μεταφράσεις του Παπαδιαμάντη, που, ουκ ολίγες φορές, τείνουν να παράγουν αποτελέσματα που απέχουν παρασάγγας ακόμη και από το νόημα του πρωτότυπου. Διαβάζουμε και απορούμε, όπως προανέφερα, με τον βαθμό επεξήγησης κάθε στοιχείου που αν απουσίαζε θα μπορούσε να θέσει, έτσι για αλλαγή, τη σκέψη του αναγνώστη σε κίνηση. Αναφέρω, για παράδειγμα, ότι το κεφάλαιο «Γάμος στο νεκροταφείο», όπου περιγράφεται η γαμήλια τελετή του ζεύγους, που έλαβε χώρα στην εκκλησία νεκροταφείου, πρέπει στο τέλος να συνοδευτεί και από την απαραίτητη επεξήγηση: «Και, βεβαίως, έκτοτε μπήκα και ξαναμπήκα τόσες φορές στον πειρασμό να σκεφτώ ότι από έναν γάμο που πραγματοποιήθηκε μέσα σε νεκροταφείο τι περίμενε κανείς; Με μια τόσο γρουσούζικη, δυσοίωνη, κακή αρχή, πού αλλού θα κατέληγε το όλο πράγμα, εάν όχι σε μια στείρα, άγονη, άκαρπη πορεία, και τελικά στη διάλυσή του;» (σ. 43). Εφιστώ την προσοχή σας σε αυτό το ολιγόγραμμο απόσπασμα. Δεν είναι μόνο η επιλογή του συγγραφέα να μας δηλώσει ρητά τι δύναται να σημαίνει/συμβολίζει στο πλαίσιο μυθιστορήματος ένας «γάμος στο νεκροταφείο», αλλά είναι και η επιλογή των λέξεων που βάζει στο στόμα της ΜΓ που χρωματίζουν τον χαρακτήρα της με πολύ συγκεκριμένες αποχρώσεις: «Γρουσούζικη»; «Δυσοίωνη»; «κακή αρχή»; Αλήθεια τώρα; «Τι περίμενε κανείς από έναν γάμο που πραγματοποιήθηκε μέσα σε νεκροταφείο;» Η απάντηση είναι φυσικά «τίποτα και τα πάντα». Τι συνδηλώσεις κομίζει η απορία αυτή, από το χέρι του συγγραφέα, για το ήθος και τις ποιότητες του χαρακτήρα της ηρωίδας του; Εμμένω κάπως σε αυτό για να συνειδητοποιήσετε ότι το μυθιστόρημα πρέπει να κατευθύνεται και να τελεί υπό τον έλεγχο του δημιουργού του. Εκείνος θα μας δείξει πώς επιθυμεί να τον διαβάσουμε και να τον αξιολογήσουμε, και εκείνος είναι που θα επιλέξει τελικά και το κοινό του. Επομένως, όταν έχουμε διαβάσει το απόσπασμα που μόλις παρέθεσα, και συναντάμε δύο μόλις σελίδες παρακάτω τη Μελίνα να λέει «[...] ήμουν η αντάρτισσα, απείθαρχη, χειραφετημένη γυναικεία ψυχή» (σ. 45), ο συγγραφέας μάς έχει μόλις δείξει ότι δεν διαχειρίζεται το υλικό του όπως θα έπρεπε. Η αντίφαση που βγαίνει από την ένταση που δημιουργείται ανάμεσα στη «χειραφετημένη αντάρτισσα» που όμως ταλανίζεται από γρουσουζιές και κακούς οιωνούς είναι στοιχείο που αμέσως θολώνει τα νερά του μύθου. Επαναλαμβάνω, δεν μιλάμε για πρωτοεμφανιζόμενο αλλά για καταξιωμένο συγγραφέα.

Η ΜΓ που σκιαγραφείται από τον Ραπτόπουλο βρίθει αντιφάσεων: ο συγγραφέας την περιγράφει ως χειραφετημένη λογοτέχνιδα, επαναστάτισσα, φεμινίστρια (18), και μετά πράττει ό,τι μπορεί για να την κάνει να φαίνεται σαν αγράμματη, άθυρμα του θυμικού της. Δεν γίνεται να παθιάζεται και να συμπεριφέρεται σαν γυναικούλα που εκβιάζει τον γάμο της με τον ΚΚ με δηλώσεις όπως «[...] θα μάθουν [αν δεν με παντρευτείς] ποσό δειλός και άνανδρος είσαι κατά βάθος, πόσο εξαρτημένος και υποταγμένος στον αγράμματο, στενοκέφαλο, δεσποτικό πατέρα σου»  (σελ. 36), ενώ δυο σελίδες πίσω έχει δηλώσει στον δικό της πατέρα ότι ο γάμος θα τελεστεί «Όχι για μένα, αλλά για σένα και για την κοινωνία» (σ. 34)! Αν αυτό έχει γίνει σκόπιμα, αν δηλαδή ο συγγραφέας έχει ενσταλάξει αυτές τις αντιφάσεις στον χαρακτήρα της ως κατοπτρισμό εσώτερων εντάσεων και ανισορροπιών της ΜΓ –ας μην λησμονούμε εξάλλου ότι η πραγματική Γαλάτεια Αλεξίου, παρότι φεμινίστρια, μετά το διαζύγιό της απαίτησε να κρατήσει το όνομα Καζαντζάκη– τότε αυτό δεν βγαίνει σωστά. Και δεν βγαίνει σωστά γιατί οι αντιφάσεις αυτές στον χαρακτήρα της, έτσι όπως αποτυπώνονται, αφήνουν να οδηγηθεί ο αναγνώστης σε ένα σχεδόν κωμικό συμπέρασμα που πιστεύω δεν συνάδει με την ατζέντα του Ραπτόπουλου στο μυθιστόρημα. Η ΜΓ εμφανίζεται τόσο μικροπρεπής και ανερμάτιστη που τελικά προσφέρει μια απάντηση στην ερωτική περιθωριοποίηση που την καταδικάζει ο ΚΚ – περιθωριοποίηση που ο Ραπτόπουλος επιθυμεί να έχει να κάνει με τους βαθύτερους λόγους του ασκητισμού που ταλάνιζε τον ΚΚ. Οι αντιφάσεις αυτές δίνουν λοιπόν μια κωμική απάντηση στο ίδιο το πρόβλημα του συγγραφέα. Γιατί απείχε ο ΚΚ από το σεξ με την πρώτη του σύζυγο; Ε, γιατί η ΜΓ, όπως την παρουσιάζει ο Ραπτόπουλος, δεν ήταν παρά μια αφελής ελαφρόμυαλη. 

Και μπαίνουμε στην τελική ευθεία, στα κεφάλαια όπου παρελαύνουν διάφορες ερωμένες του ΚΚ όπου η ΜΓ προσπαθεί να ψυχανεμιστεί αν και πότε και πώς έκανε ο συγγραφέας έρωτα μαζί τους, πόσο διήρκησαν οι επαφές αυτές, και τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε εκείνη και εμείς από αυτό. Το ερώτημα αναφορικά με τη λίμπιντο του Καζαντζάκη προκαλεί την απορία στον αναγνώστη. Γράφει ο Ραπτόπουλος ένα βιβλίο για να ανακαλύψει τι ακριβώς; Τη σεξουαλική ζωή ενός συγγραφέα; Πλάθει την περσόνα της πρώτης συζύγου του που εμφανίζεται αφελής μέσα στην υποτιθέμενη σοβαρότητά της για να μας πει κάτι συγκεκριμένο; Διατείνεται ο συγγραφέας ότι τον ευνούχιζε με τις φεμινιστικές της ιδέες οι οποίες όμως δεν ήταν και τόσο φεμινιστικές, αλλά ο Καζαντζάκης βρήκε στο πρόσωπο της δεύτερης συζύγου του μια πειθήνια οπαδό; Το μυθιστόρημα, αν μπορεί κάποιος να το αποκαλέσει έτσι, κρίνεται ανεπαρκές. Δεν κατάφερα να διακρίνω τι υπάρχει στο βιβλίο πέρα από ένα ψευδοδοκιμιακό/ψευδολογοτεχνικό λεκτικό αλισβερίσι που αποσκοπεί, από τη μία, να διερευνήσει αν και πότε και με ποιες γυναίκες ο Καζαντζάκης έκανε σεξ, και από την άλλη, να επιδείξει τις συγγραφικές αρετές του Ραπτόπουλου σε αυτές τις ασκήσεις ύφους πάνω στα έργα του Καζαντζάκη. Συνιστά όλο αυτό κάποια μυθιστορηματική σπουδή πάνω «στον παράδεισο και την κόλαση της λαγνείας», όπως διατείνεται ο συγγραφέας στο επιλογικό του σημείωμα;
 
Θα μπορούσε να διασωθεί με κάποιο τρόπο το βιβλίο; Αρκούν κάποια σημεία όπου ο Ραπτόπουλος, τροχάδην, εισάγει ψευδοδοκιμιακές παρατηρήσεις για τον Καζαντζάκη; Αρκεί, για παράδειγμα, η αναφορά που γίνεται από το στόμα του Χριστόφορου Εμμανουηλίδη (Άγγελου Σικελιανού) ότι ο Καζαντζάκης επειδή «[...] οι λαοί επιλέγουν ως εθνικούς λογοτέχνες εκείνους που εκφράζουν όχι ό,τι έχει σε αφθονία ο κάθε λαός, μα αυτό που του λείπει» και «[...] επειδή οι Έλληνες είναι ζωικοί τύποι, μη-διανοητικοί και μη εγκεφαλικοί» και επειδή ο Καζαντζάκης ήταν κατεξοχήν «[...] διανοητικός και ασκητικός στον έρωτα [...]» δικαιωματικά ήταν/είναι ο «εθνικός συγγραφέας»; Ή μήπως αρκεί η αναφορά από το στόμα της ΜΓ ότι στον Ζορμπά ο ΚΚ εισάγει το κωμικό «καρναβαλικό» στοιχείο που του έλειπε πάντα από το έργο του και γι’ αυτό γνωρίζει την επιτυχία που γνωρίζει; Αυτές οι παρατηρήσεις θα είχαν κάποια αξία αν είχαν δουλευτεί και ενσωματωθεί στον μύθο πιο διεξοδικά. Έτσι όπως παρουσιάζονται όμως, εν τη ρύμη του λόγου, περισσότερο αποπροσανατολίζουν τον αναγνώστη, που ο συγγραφέας έχει φροντίσει να υπνωτίσει με αυτή την υπέρμετρη επεξηγηματικότητα, παρά τον οδηγούν να στοχαστεί σε κάτι βαθύτερο. Το ερωτικό/σεξουαλικό στοιχείο δεν εργαλειοποιείται μυθιστορηματικά έτσι ώστε να μπορέσει να σταθεί με αξιώσεις απέναντι στο αντίπαλο δέος αυτής της καζαντζακικής εμμονής για τη «θέωση». Στις τελευταίες σελίδες (335-39) η ΜΓ σε έναν μονόλογο που απευθύνει στον ΚΚ συνοψίζει και εξηγεί, ξανά, τα βασικά σημεία του βιβλίου που μόλις διαβάσαμε. Οι παρατηρήσεις της αυτές δεν είναι ότι δεν έχουν αξία, αλλά η επιλογή του συγγραφέα να μας εκθέσει σχεδόν σαν σε λίστα, από το στόμα της ηρωίδας του, τι θα έπρεπε να είχαμε αποκομίσει έρχεται κάπως ως επιστέγασμα της αδυναμίας του να εντάξει τα στοιχεία αυτά μυθιστορηματικά στο έργο.

Κάντε μια χάρη στον εαυτό σας: διαβάστε, αν νιώθετε την ανάγκη, Καζαντζάκη. Διαβάστε Γαλάτεια Αλεξίου Καζαντζάκη, διαβάστε ακόμη και τον πρώιμο Ραπτόπουλο (Κομματάκια, Διόδια, Τα Τζιτζίκια), αλλά αποφύγετε το συγκεκριμένο.

— Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Ανέγγιχτη, Κέδρος 2022, σελ. 344, τιμή: € 16,60, ISBN: 978-9600451788.