Skip to main content
Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024
«Ακραία ελλειπτικότητα»

Η ελλειπτικότητα, ειδικά στο πλαίσιο του μικροδιηγήματος, συνιστά ύψιστη αρετή. Δεν είναι όμως ποτέ μόνο θέμα συμπύκνωσης. Ο συγγραφέας δηλαδή μπορεί να καλείται να επινοήσει τρόπους που θα ξεφύγουν από το προφανές και θα προσφέρουν εκφάνσεις της περίφημης «ανοικείωσης», αλλά το διήγημα είναι πάντα και μια άσκηση ύφους. Έτσι, όταν ο αναγνώστης υποβάλλεται σε αυτή τη διαδικασία ανακάλυψης του νοήματος –κάποιου νοήματος–, στο «κλικ» που εκείνη ακριβώς τη στιγμή αναδιατάσσει το κείμενο σημασιολογικά και προσφέρει έναν νοηματικό φορμαλισμό αισθητικής τάξης, το διήγημα επιτυγχάνει στις λιγοστές γραμμές του ό,τι επιτυγχάνει το μυθιστόρημα στο οποίο ο συγγραφέας καλείται, μεταξύ άλλων, αντί να συμπυκνώσει, να αναπτύξει. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, ισχύουν γενικά στη λογοτεχνία όλα αυτά και οι διακρίσεις που σκιαγραφώ ανάμεσα στη μικρή και τη μεγάλη φόρμα δεν παύουν να είναι λίγο πολύ αυθαίρετες. Η Αυγή Λίλλη (Βουλγαρία, 1980 - «Μεγάλωσε και ζει στη Λευκωσία») προσφέρει στη συγκεκριμένη συλλογή μερικά εξαιρετικά δείγματα «ακραίας ελλειπτικότητας», για να χρησιμοποιήσω τον όρο που εμφανίζεται στο οπισθόφυλλο. Η έκτασή τους ενδέχεται να παραπλανήσει τον αναγνώστη που μπορεί και να μην διακρίνει άμεσα την αισθητική αξία τους. 

Η συγγραφέας κατασκευάζει μια ευφάνταστη ποικιλία καταστάσεων που εστιάζουν σε απλά, καθημερινά υλικά. Αναφέρω ενδεικτικά την τελευταία μπουκιά ενός γεύματος που άθελά του πάει να στερήσει στην ηρωίδα ένας σερβιτόρος, «[...] ο Ινδοβρετανός που εργάζεται σε ιταλικό εστιατόριο του Μονάχου, την ώρα που εγώ ποζάρω με την ιερή τελευταία μπουκιά μου» (σ. 8) στο «Η τελευταία μπουκιά». Παρατηρήστε πώς η ιερότητα της περί ης ο λόγος μπουκιάς επικυρώνεται, σε μια πρόταση, με την αναφορά τεσσάρων εθνών. Ή το κρέας που σερβίρει το «Café Real» στο Καζακστάν: «Οι μερίδες ήταν τεράστιες, τα κομμάτια της σούβλας μεγαλύτερα από ό,τι συνήθως αλλά κομμένα καλά: άφθονα καλοσχηματισμένα κομμάτια ψητού κρέατος έκαναν το καλύτερο σασλίκ σε ολόκληρη την πόλη, μην σου πω και σε ολόκληρη τη χώρα! Ζουμερό όσο πρέπει, ψημένο όσο πρέπει,[...]» (σ. 10). Το διήγημα, όχι τυχαία, τιτλοφορείται «Κρέας», άνευ άρθρου, ώστε να διευκολύνεται η εύλογη δισημία του: «[...] κατά τις εντεκάμισι, έβγαιναν τα κορίτσια. [...] Και χόρευαν. Ανατολίτικα. Κάτι μπούτια, κάτι στήθη, ένα λίκνισμα συγχρονισμένο και νωχελικό [...] Και εμείς να θαυμάζουμε και να τσιμπολογάμε αργά ακόμα γκαβιάτινα, μπαράνινα, κούριτσα από τις γενναιόδωρες πιατέλες. [...] Να μην ξέρεις τι να πρωτοφάς» (σ. 11). Ή ακόμη και μια μύγα στο διήγημα «Vapen» από την ομώνυμη μυγοσκοτώστρα όπου η ηρωίδα γραφιάς «[...] πρέπει οπωσδήποτε απόψε να παραδώσει το επόμενο κεφάλαιο…» (σ. 24) και επιδίδεται σε ένα κυνηγητό ανάμεσα στα βιβλία της βιβλιοθήκης της. «[Κ]αι τώρα περιτριγυρίζει τα βιβλία, η αισχρή. Από το Έγκλημα και Τιμωρία διαγωνίως στη Μαντάμ Μποβαρύ, από τον Τόμας Μαν στη Βιρτζίνια Γουλφ [...]. [...] Πετάει αργά προς τα αριστερά, λες και διερωτάται – το έντομο; είναι δυνατόν να διερωτάται ένα έντομο; [...] Η Vapen εκπυρσοκροτεί, ο θάνατος είναι ακαριαίος και μικροσκοπικές πιτσιλιές αίματος απλώνονται στη ράχη κάποιου Κάφκα» (σ. 25). Η καφκικότητα (sic) του σκηνικού, αντεστραμμένη, υποδόρια και αναπάντεχη παρά τις αναφορές στους συγγραφείς. Η Λίλλη καταφέρνει να δώσει στον αναγνώστη τη σπάνια αίσθηση της ικανοποίησης που σου προσφέρει η συγγραφέας που παρότι ανοίγει τα χαρτιά της δεν καταφέρνεις να τα διαβάσεις πριν την καταληκτική πρότασή της. 

Μου άρεσε και η χαμηλόφωνη πολιτική χροιά που μπόρεσα να αφουγκραστώ στο «Αθηναϊκή ρουλέτα». Η Κύπρια ηρωίδα επιβιβάζεται σε αθηναϊκό ταξί. Μετά τις αναγνωριστικές ερωτήσεις διαπιστώνει ότι ο ταξιτζής σκόπιμα «[...] κάνει κύκλους, για να γράψει πιο πολλά το ταξίμετρο. Αυτό για τους Κύπριους, όπως και ιστορίες των ταξιτζήδων από την επιστράτευση του 1974, είναι παρωχημένο ανέκδοτο. Δεν είναι καν ανέκδοτο πια, δηλαδή. Δεν αντιστέκομαι στην απατεωνιά του. Η πρώτη φορά είναι ή η τελευταία που θα με κοροϊδέψει ένας ταξιτζής; Ένας γνωστός λυγμός κλοτσάει το στομάχι μου, γραπώνω με τα δάχτυλα τα γόνατα – μάταιος αντιπερισπασμός. [...] Η ζωή μου κινείται, σκέφτομαι, όπως ένα αθηναϊκό ταξί με Κύπριο επιβάτη· δεν έχω ιδέα από ποια διαδρομή θα με πάει στον προορισμό μου» (σ. 21).           

Ξεχωρίζω όμως το «Μια εισπνοή του κόσμου όλου» που με τις σχεδόν τέσσερις σελίδες του τυγχάνει το μεγαλύτερο διήγημα της συλλογής. 

«Ξέρεις τι φοβάμαι πιο πολύ; Ότι όλα θα πάνε καλά» (σ. 28) διαβάζουμε στην αρχή και μετά η αφηγήτρια αναπτύσσει εξομολογητικά και ιδιοσυγκρασιακά τον προβληματισμό της για την τεκνοποίηση. «Η μήτρα μου –είπε η γιατρός– είναι ωραιοτάτη και γερή. Έχω, πώς το λένε, “φιλόξενο περιβάλλον”, ένα ενδομήτριο που ενθουσιάζει. [...] [Θ]α λέω συνέχεια όπως η φίλη μου η Κατερίνα, “δεν μετανιώνεις ποτέ τη μητρότητα, αλλά η ζωή είναι πολύ ωραία και χωρίς παιδιά”. Εγώ όμως κατά βάθος θα μετανιώνω, θα αγαπώ και θα μετανιώνω και θα αισθάνομαι συνέχεια ενοχές, γιατί ζω μόνο στα προηγούμενα και στα επόμενα, διότι θα θέλω κάποια βράδια να κάθομαι στο γραφείο μόνη και να διαβάζω και να γράφω και να καπνίζω –όχι πολύ, ένα τσιγάρο, άντε δύο– και να πίνω και ‘κάνα κρασί ή μια μπίρα, ή μάλλον κάτι πιο long, όπως ένα πυκνό και καλό τζιν τόνικ, ή Campari soda ή ουίσκι, τον χειμώνα, ξέρεις, και δεν θα μπορώ να το κάνω· και αυτό με σκοτώνει κάπως από τώρα. Και με πονάει. Και πιο πολύ με πονάει, διότι τα αισθάνομαι στ’ αλήθεια όλα αυτά τα πράγματα, αλλά με πονάει και γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος [...]» (σ. 28-29, υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο).

Παρατηρήστε ότι η αφηγήτρια αφήνει την αμφιθυμία της για την εγκυμοσύνη να διαχέεται στο κείμενο έτσι ώστε οι βαθύτερες φοβίες της, «κατά βάθος θα μετανιώνω, θα αγαπώ και θα μετανιώνω και θα αισθάνομαι συνέχεια ενοχές», να συμπλέκονται με υποτιθέμενες τετριμμένες ανησυχίες για το τσιγάρο, το ποτό και τις μικρές απολαύσεις μιας ζωής χωρίς παιδιά που θα πρέπει να θυσιαστούν. 

«Και εγώ όλα αυτά τα εγωκεντρικά πράγματα που σκέφτομαι τα βάζω στα βιβλία που γράφω, όταν κάθομαι μόνη στο γραφείο και καπνίζω, και αυτό είναι που μου αρέσει. Μου αρέσει πολύ. Και μου αρέσει τόσο πολύ, που θα γράψω και αυτά που σου λέω τώρα, με κάποιον άλλο τρόπο βέβαια, σαν να μην είμαι εγώ, ξέρεις. Γιατί αν δεν χτίσω καλά τον χαρακτήρα, όλοι θα νομίζουν ότι είμαι εγώ αυτή που τα λέει όλα αυτά και θα λένε πάλι ότι είμαι ξινή και εγωίστρια –ούτε καν εγωκεντρική δεν θα λένε, κανείς δεν αντιλαμβάνεται πραγματικά τη διαφορά και αυτό μου τη βιδώνει, που εγωκεντρική είμαι αλλά εγωίστρια όχι– και ότι πάντα τέτοια ήμουνα, ότι ποτέ δεν μου άρεσαν τα παιδιά. Αλλά εμένα δεν είναι ότι δεν μου αρέσουν τα παιδιά, απλώς δεν έχω χρόνο, δεν έχω χρόνο να μεγαλώσω ένα παιδί και να το έχω για πάντα, δεν έχω χρόνο γενικά, και επίσης μου αρέσει τρελά, μου αρέσει τρελά, στ’ αλήθεια, να στρίβω με τα δάχτυλά μου τσιγάρα και να καπνίζω· όχι πολύ, τόσο όσο για την πρώτη τζούρα, εκείνη την εισπνοή του κόσμου όλου [...] (σσ. 30-31, υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο).

Προσέξτε αυτό το «για πάντα», που συνιστά μια απόλυτη έκφανση του παρόντος, πώς δένει με τη δήλωση της ηρωίδας ότι ζει «μόνο στα προηγούμενα και στα επόμενα». Ζει δηλαδή μόνο στο παρελθόν και το μέλλον ενώ κατά βάθος εποφθαλμιά ένα αέναο παρόν που το βλέπει, χωρίς πιθανώς να το συνειδητοποιεί, στην ύπαρξη του παιδιού που τη φοβίζει. Το πιο εντυπωσιακό σημείο του διηγήματος όμως –για να σπρώξω την ερμηνεία στα όριά της και να δείξω και την «ακραία ελλειπτικότητα» του διηγήματος» είναι ο τίτλος του: «Μια εισπνοή του κόσμου όλου». Η ηρωίδα το διατυπώνει για να περιγράψει την πρώτη τζούρα του τσιγάρου, αλλά αυτό δεν βγάζει ακριβώς νόημα στο σύμπαν της καπνίστριας παρά μόνο αν το σκεφτεί ο αναγνώστης ως την πρώτη εισπνοή του κυοφορούμενου βρέφους. «Ο κόσμος όλος» εισπνέεται μόνο μία φορά –την πρώτη– και η ηρωίδα άθελά της την προσομοιώνει υποσυνείδητα και νόθα στην πρώτη τζούρα των τσιγάρων που φοβάται ότι θα πρέπει να εγκαταλείψει. Η καταληκτική πρόταση του διηγήματος συνιστά επανάληψη της πρότασης που το ανοίγει, με μια μικρή προσθήκη: «Ξέρεις τι φοβάμαι πιο πολύ; Ότι όλα θα πάνε καλά κι εγώ δεν θα έχω καταλάβει τίποτα» (σ. 31).    

Η Λίλλη φαίνεται σαν να κατοπτρίζεται ως συγγραφέας/αφηγήτρια σε ουκ ολίγες ιστορίες. Αυτό κάνει τη σύντομη συλλογή να μοιάζει μερικώς και με μια ακούσια απόπειρα αυτομυθοπλασίας, ειδικά έτσι όπως φαίνεται σε σημεία να στέκεται ανοικειωτικά στο οικείο (βλ. το καταληκτικό «Στην άκρη του κόσμου» όπου ο αναγνώστης καλείται να διαβάσει συμβολικά αυτή την πορεία του ζεύγους προς το «Απάτητο», το εξαιρετικό «Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου», ή ακόμη και το «Vintage») ή, αντιστρόφως, κτητικά στο αλλότριο (βλ. το «Slave to love» αλλά και το «Μια εισπνοή του κόσμου όλου» όπου το τσιγάρο στέκει ως παραδοξολογική δίοδος προς την τεκνοποίηση). Οι αντιστίξεις αυτές βγάζουν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την επιθυμία του συγγραφέα να κατασκευάζει και να δοκιμάζει ταυτότητες καθώς κατοπτρίζεται μέσα σε μια ποικιλία καταστάσεων.

Δυστυχώς, η συλλογή έχει μέχρι στιγμής αγνοηθεί από την εγχώρια κριτική.

— Αυγή Λίλλη, Ρυζόχαρτο και άλλες μικρο-ιστορίες, Ποταμός: 2023, 72 σελίδες, ISBN: 9789605451936, τιμή: €9.50.