Skip to main content
Κυριακή 14 Ιουλίου 2024
Αντεστραμμένος κόσμος

«Βαριόμουνα. Βαριόμουν που ζούσα, βαριόμουν να πρέπει να μιλάω, βαριόμουν να την έχω αυτήν εδώ τώρα, βαριόμουν μέχρι και να τη διώξω. Ήθελα όμως να μάθω τι έπαιζε με τη Ρεβέκκα. Κι η δίκη του Ντεπ είχε κάνει διάλειμμα για μεσημεριανό» (σ. 23). 

Ο Μιχάλης Κρόκος είναι συγγραφέας που έχει να εκδώσει βιβλίο «τρία χρόνια και εννέα μήνες» (σ. 21). Ενίοτε κοιμάται στο αυτοκίνητο, για να νοικιάζει το διαμέρισμά του, στα Εξάρχεια, μέσω Airbnb. Τον συναντάμε άνοιξη του ’22 να περιφέρεται άσκοπα, ενώ η κύρια ασχολία του, πέρα από τη συγγραφή που χωλαίνει, φαίνεται να μην είναι άλλη από την παρακολούθηση της δικής Τζόνι Ντεπ - Άμπερ Χερντ. Η εισαγγελέας Χαρίτση θα εμφανιστεί στην πόρτα του για να τον μπλέξει σε μια περίεργη υπόθεση. Ο Μάκης Μαλαφέκας (Αθήνα, 1977) τοποθετεί τον Κρόκο σε μια, ας την πω, καταστασιακή συνθήκη: από το αδιέξοδο της βιοτής του άσημου συγγραφέα και της νωχελικής ζωής του, θα βρεθεί στο αδιέξοδο της εμπλοκής του με μια άκρως επιθετική alt-right ομάδα, την ΟΝΕΤ, οι ιθύνοντες της οποίας θέλουν να πιστεύουν ότι ελέγχουν ένα παιχνίδι βαριάς διαπλοκής, μέσω ενός καλοστημένου δικτύου εκβιασμών με συστηματική παραγωγή deepfake βίντεο αιχμής, και αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης με τη στρατολόγηση «incels».  

«“Αυτή τη στιγμή προσπαθούμε να περιορίσουμε την έκταση της νίκης μας [...] ούτως ώστε ο αντίπαλος να μην μάθει τίποτα για μας”» (σ. 85), όπως θα του πει ένα από τα πρωτοπαλίκαρα του αρχηγού της ΟΝΕΤ. 

Ο Κρόκος βιώνει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μανιχαϊστικά αδιέξοδα του ύστερου καπιταλισμού: στον αντίποδα της δυσκολίας εξασφάλισης των προς το ζην ελλοχεύει ένας ολόκληρος μηχανισμός που περιμένει να σε χωνέψει στα γρανάζια του, εκμεταλλευόμενος τις όποιες αδυναμίες σου.

«[Κ]ι εγώ απλώς να γράφω, να γράφω γρήγορα, να γεμίζω με “περιεχόμενο” όπως μου ’χε πει ο άλλος, με υπερβολές, με εκνευριστικές κοφτές ατάκες, αντιφάσεις, βρισιές, απειλές, μούφες στατιστικά, βία, να χώνω φοβερή ένταση και βία σε αγνώστους, σε έναν ή σε πολλούς, μερικές φορές, να μου ’ρχεται και μια εικόνα στο κεφάλι, να τη φέρνω εγώ ώστε το μίσος της φράσης να περάσει απ’ τους ενενήντα εννιά στους εκατό βαθμούς [...]» (σ. 76). 

Ο Κρόκος θα μπει στην οργάνωση ως κειμενογράφος, εισπράττοντας την παχυλή αμοιβή του, με την επιθυμία, όμως, όχι μόνο να βοηθήσει τη Χαρίτση και τη φίλη του τη Ρεβέκκα, που υποτίθεται ότι έχει μπλεξίματα με την ΟΝΕΤ, αλλά και να αντλήσει υλικό για το επόμενο μυθιστόρημά του: 

«Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά στον κόσμο, όμως, εγώ είχα ανακαλύψει ένα απίθανο χρυσωρυχείο και το μυθιστόρημά μου, οποίο κι αν ήταν το θέμα του [...] θα ήταν το βιβλίο της δεκαετίας» (σ. 73). 

Η αλήθεια, βέβαια, όπως φαντάζεστε, θα αποδειχθεί κατά τι διαφορετική. Ο Κρόκος, που σταδιακά θα ανακαλύψει τι ακριβώς διακυβεύεται, θα πρέπει να σώσει το τομάρι του αλλά και να προσφέρει χείρα βοηθείας στις εναπομένουσες καθαρές ψυχές, που φαίνεται να έχουν εγκλωβιστεί στα δικά τους προσωπικά αδιέξοδα. Ναι, ξέρω. Τίποτα από όλα αυτά δεν φαντάζει και τόσο πρωτότυπο.

«Εντός του αντεστραμμένου κόσμου, η αλήθεια είναι μια στιγμή ψεύδους». 

Το παράθεμα του Γκυ Ντεμπόρ, ένα από τα δύο μότο του μυθιστορήματος, είναι ίσως η πύλη προς μια πιο ενδιαφέρουσα ανάγνωση του μύθου που προτάσσει ο Μαλαφέκας. 

Ο Κρόκος μπορεί να είναι, όπως θα του πει η εισαγγελέας Χαρίτση, «“[...] ένας καταπιεσμένος ντετέκτιβ. Που λέει λιγότερα από όσα ξέρει, σπάει κόκκαλα στην ανάπτυξη της ίντριγκας και μετά βαριέται να φτάσει τα πράγματα μέχρι τέλους”» (σ. 29) –εξάλλου αν δεν ήταν και «καταπιεσμένος ντετέκτιβ», τι μυθιστόρημα θα διαβάζαμε;– αλλά κατά βάθος το πάθος του είναι η συγγραφή. 

«“Κι εγώ ζήλευα. [...] [Α]ντί να ασχολούμαι με την κατάστασή μου, αντί να προσπαθώ να καταλάβω τι γίνεται γύρω μου και τι μου γίνεται κι εμένα, καθόμουν και ζήλευα. Κανονικά όμως. Τον προηγούμενο κειμενογράφο της ΟΝΕΤ. Αυτό είναι το χειρότερο πράγμα που μου ’χει συμβεί, εδώ και αρκετό καιρό”» (σσ. 156-57).

Η εξομολόγησή του αυτή οδηγεί προς τον βαθύτερο πυρήνα του ήρωα. 

«“Οι καλύτεροι κειμενογράφοι είναι αυτοί που δεν το πιστεύουν”. Αυτή ήταν εξάλλου η γενιά μου. Άτομα που έζησαν στην τελευταία ελεύθερη κι ωραία εποχή, που την πρόλαβαν στο παρά πέντε. Κυκλάδες με εισιτήριο 1.500 δραχμές και-μη-σε-νοιάζει-τίποτα, κάποια σοβαρά ακούσματα και διαβάσματα και σημειώσεις με μολύβι και φλούο, συζητήσεις στο σκοτάδι για ένα μέλλον που υπάρχει και αύριο θα του ορμήσουμε γιατί το ’90 έχει κίνηση και στυλ και το τρας του δεν θα μας καταπιεί, για ένα μέλλον που θα του δώσουμε να καταλάβει, που θα το πάρουμε όρθιο στον τοίχο, λίγο μετά το σάιμπερπανκ και λίγο πριν τα κινητά, η τελευταία γενιά που έζησε κάτι μαζικά πριν περάσει στην επιβίωση, που ήταν εικόνα η ίδια πριν γίνει θέαμα, που πήρε τον εαυτό της λίγο λιγότερο σοβαρά απ’ όσο όλες οι άλλες, έτσι, γιατί μπορούσε» (σ. 162).

Ο Μαλαφέκας θα σταθεί για λίγο, για ένα κλάσμα αφηγηματικού δευτερολέπτου, σε αυτή την αναπόληση. Θα πιαστεί από εκεί και θα οικοδομήσει μια ιστορία για αυτή την αλήθεια του ήρωά του, που όμως «είναι μια στιγμή ψεύδους», καθότι ο κόσμος είναι πια «αντεστραμμένος», όπως λέει ο Ντεμπόρ. «Η τελευταία γενιά [...], που ήταν εικόνα η ίδια πριν γίνει θέαμα», γράφει ο Μαλαφέκας υπονοώντας την Κοινωνία του Θεάματος – τη βίβλο των καταστασιακών. Ο μύθος του Deepfake αποζητά λοιπόν εξιλέωση μέσω μιας νοητής σύνδεσης/γέφυρας που τολμά να φανταστεί τη συνέχεια, μια εναλλακτική συνέχεια, από την «[...] τελευταία ελεύθερη κι ωραία εποχή, που την πρόλαβαν στο παρά πέντε». Και ο Μαλαφέκας το φέρει εις πέρας αυτό, χωρίς να είναι βέβαια ποτέ χειροπιαστό, παρά μόνο σαν επιθυμία μέσα από υπαινιγμούς, σκόρπιες προτάσεις και αγγίγματα που αντιλαμβάνεται και βιώνει ο Κρόκος –«[...] κι ύστερα ήρθε ένα δεύτερο κύμα ηλεκτρισμού, γιατί τώρα φιλιόμασταν με γλώσσα» (σ. 180)–, ενώ αναγνωρίζει τον ηττημένο εαυτό του στον καθρέφτη, έτσι όπως συνειδητοποιεί ότι είναι και ο ίδιος μέρος του προβλήματος: «Δες εμένα. Αυτό μόνο, δες εμένα» (σ.163).

Υπάρχει επομένως μια “εναλλακτική” πραγματικότητα. Ίσως η άλλη πλευρά του νομίσματος του «deepfake», με τη μορφή της πίστης στην επιφάνεια: ότι αυτό που βλέπεις είναι “πραγματικό” και όχι το βαθιά κίβδηλο, «το deepfake κάποιου άλλου πράγματος που υπάρχει κάπου και είναι “πραγματικό”» (σ. 169), όπως θα πει η Καλίστα όταν συζητάει το περίφημο «simulation hypothesis» του Nick Bostrom. 

Αυτή η πίστη στην επιφάνεια διακρίνεται σε κάποιες χαραμάδες καλοσύνης και αθωότητας που συγκρατούν τον κοινωνικό ιστό από το να διαρραγεί πλήρως. Στην ομορφιά –το κατεξοχήν υπερβατικό σύμβολο του καλού– και τις αντιδράσεις της Καλίστας –«Δεν με απειλούσε, δεν διαπραγματευόταν κάτι. Γιατί δεν ήταν έτσι αυτό το άτομο» (σ. 164)–, στην συγχωρητική ανοχή της Ρεβέκκας, στην αναπάντεχη καλοσύνη του παλιού συμφοιτητή Πλασκοβίτη αλλά και στον τυχαίο περαστικό, εκεί στο τέλος, που γέρνει την πλάστιγγα και ωθεί τον Κρόκο να μην προδώσει τον Φουσέκη. Ναι, γιατί στον μύθο του Μαλαφέκα βρίσκει τη θέση του και ο θρυλικός Φουσέκης. Η πίστη στην επιφάνεια που επισφραγίζεται με τη σύμπνοια και κατανόηση προς τον τρόπο σκέψης ενός περιθωριακού κειμενογράφου/φαρσέρ, που, όπως ο Κρόκος, μπλέχτηκε, για ανεξιχνίαστους λόγους, στα δίχτυα της ΟΝΕΤ. 

Αντιρρήσεις. Λίγες και περισσότερο πραγματολογικές. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται σε διάστημα επτά ημερών στην Αθήνα και τη Μεσσηνία τον Μάιο του ’22. Ο Μαλαφέκας όμως επιλέγει ο Μάιος να μοιάζει με Ιούλιος. Η ζέστη είναι παντού αφόρητη. Τα κλιματιστικά δουλεύουν στο φουλ. «Τι κόλλημα είχαν αυτοί οι μαλάκες με τον δυνατό κλιματισμό;» (σ. 84), θα διερωτηθεί ο Κρόκος. Η απάντηση, βέβαια, βρίσκεται στον συμβολισμό της ψυχρότητας που τους χαρακτηρίζει. Η απορία όμως παραμένει: Γιατί Μάιο με καύσωνα; 

Επιπρόσθετα, πώς είναι δυνατόν κάποιος που νομίζει ότι έχει εμπλακεί στη δολοφονία κάποιου, που έχει όμως αμφιβολίες για το αν η δολοφονία είναι πραγματική και όχι θέατρο για να τον παγιδεύσουν και να τον εκβιάζουν, να μην τσεκάρει την επομένη το αστυνομικό δελτίο; 

Αυτά όμως είναι πταίσματα. Το πιο δύσκολο στην ανάγνωση ενός τέτοιου βιβλίου –και δεν το λέω ουδόλως σχετλιαστικά αυτό– είναι να μην σε πετάει εκτός. Ο Μαλαφέκας κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και προσφέρει κάτι παραπάνω από ένα σύγχρονο παλπ ανάγνωσμα. Ο Κρόκος διαθέτει τυπικά χαρακτηριστικά “καταστασιακού” νουάρ ήρωα: δεν καθίσταται, παρότι πρωταγωνιστής, ιδιαιτέρως συμπαθής. Ο Μαλαφέκας, κι εδώ φέρνει κάπως προς Jean Patrick Manchette, κατασκευάζει έναν χαρακτήρα που προσφέρεται περισσότερο για παρατήρηση, όπως παρατηρεί κανείς ένα ζώο στο κλουβί –του καπιταλισμού– παρά για παιδιάστικη, ενίοτε κωλοπαιδίστικη, ταύτιση. Και αυτό δεν είναι σύνηθες. 

— Μάκης Μαλαφέκας, Deepfake, Αντίποδες: 2024, 224 σελίδες, ISBN: 978-618-5267-86-5, τιμή: €14,40.