Skip to main content
Δευτέρα 27 Μαΐου 2024
«Αυτοοργανωμένο χάος»

«Οι ανθρώπινες κοινωνίες είναι παλιά μαγαζιά που τα δουλεύουν άγουροι άνθρωποι, κι όσοι ονειρεύονται να τις μετατρέψουν σε καλοκουρντισμένα υπερκαταστήματα με πατενταρισμενο φραντσάιζινγκ μια μυρμηγκοφωλιά έχουν στο μυαλό τους» (σ. 109).

Ο Σάκης Σερέφας (Θεσσαλονίκη, 1960) παίζει με την υπομονή του αναγνώστη έτσι όπως τον προγκάει, με ποικίλους τρόπους, σε κάθε ένα από αυτά τα «58 ευφάνταστα και στοχαστικά κείμενά του», όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο. Καλά του κάνει όμως, γιατί ο αναγνώστης, όπως λέω συχνά, είναι ένα κτήνος. Μπορεί να μην είναι και τα 58 κείμενα του βιβλίου «ευφάνταστα και στοχαστικά» αλλά αυτά που είναι, αναπληρώνουν για τις όποιες αστοχίες των υπολοίπων και προσφέρουν εκλεπτυσμένη αναγνωστική απόλαυση.

Το βιβλίο διαθέτει αρκετές αρετές. Καταρχάς, το διατρέχει μια λεπτή αλλά βαθιά ειρωνεία προς τη μόδα των βιβλίων αυτοβοήθειας/αυτοβελτίωσης. Παρατηρήστε τον τίτλο, αυτά τα «90 δευτερόλεπτα», τον υπότιτλο «Οδηγίες για την επίγεια ζωή» αλλά και τη φόρμα με τα σύντομα κείμενα παρόμοιας δομής. Σε κάθε ένα από τα 58 κείμενα έχουμε τρεις ενότητες: «Τα προκαταρκτικά», «Και τώρα δράση 90’’» και το «Αμέσως μετά». Όλα αυτά συνιστούν σκώμμα τόσο προς το δημοφιλές και ευπώλητο είδος της αυτοβοήθειας όσο όμως και προς την ίδια τη έννοια της φόρμας, με βαθύ και σοβαρό τρόπο. Ο Σερέφας, επιπρόσθετα, δεν μπορεί παρά να σαρκάζεται, ειδικά αν παρατηρήσει κανείς τις λιγοστές γραμμές που προλογίζουν κάθε ένα από τα 58 κείμενά του. Γραμμές που προέρχονται από το ίδιο σύντομο κείμενο που ακολουθεί. Είναι σαν ο συγγραφέας, από τη μία να υπογραμμίζει το ευσύνοπτο του πράγματος, και από την άλλη να διευκολύνει κάποιον να μην διαβάσει το πόνημα στο σύνολό του. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο ενδεχόμενο. Κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η δομή των 58 κειμένων προσομοιώνει, με θαυμαστή πληρότητα, την ερωτική πράξη: τα «προκαταρκτικά», τα υπεραρκετά «90’’ δράσης» και το «αμέσως μετά» – με ή άνευ τσιγάρου. 

Πέρα όμως από αυτές τις παρατηρήσεις που αφορούν τη φόρμα, τα κείμενα διαθέτουν και μια υπόρρητη συνοχή που, για να γίνει διακριτή, απαιτεί από τον αναγνώστη μεγαλύτερη προσήλωση από όση ίσως υπαγορεύει το εκμαυλιστικό ύφος του Σερέφα. Με συγκίνησε ιδιαιτέρως η αφιέρωση του βιβλίου: «στην οικογένεια Ινδαρέ για τη φρίκη που διέσχισε με τόση αξιοπρέπεια». Όχι μόνο γιατί με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο για τη «φρίκη» και την «αξιοπρέπεια» αλλά και γιατί η υπόρρητη συνοχή του πονήματος επικεντρώνεται σε μια μεστή θέση αντίστασης απέναντι σε ανεπαίσθητους ολοκληρωτισμούς και ελλειπτικές συνθήκες ανελευθερίας που κατασκευάζονται και διαιωνίζονται ύπουλα μέσα από γενικά παραδεδεγμένες θέσεις. Ο Σερέφας ξεχωρίζει όχι μόνο για την ιδιότυπη αποφθεγματολογία του που εδράζεται σε απλές, καθημερινές παρατηρήσεις αλλά και γιατί τολμά να πειραματίζεται με την πολυσημία. 

Παραθέτω: «Η διαδεδομένη άποψη πως η καρδιά είναι ένα ρολόι που, τικ τακ, χτυπάει τα καρδιοχτύπια της με τάξη και κανονικότητα είναι μεγάλη μπαρούφα. Ούτε ρολόι είναι η καρδιά ούτε εκκρεμές ούτε μπουζί ούτε πιστόνι. Δεν είναι ένα μηχανικό σύστημα με σταθερή συμπεριφορά. Δεν χτυπάει μηχανικά, όμως χτυπάει συγχρονισμένα. Η υγιής καρδιά παρουσιάζει μια ασυνήθιστη συμπεριφορά, η οποία περιλαμβάνει αμέτρητες χαοτικές μεταβολές, μικροσυσπάσεις και απειροελάχιστες διακυμάνσεις σε κάθε της χτύπο. Οι χτύποι της ακολουθούν φράκταλ ρυθμό. Κάθε χτύπος της είναι σχεδόν ίδιος με τον προηγούμενο, αλλά ποτέ ακριβώς ο ίδιος. Οι νευρώνες που διεγείρονται αλυσιδωτά για να συσπάσουν τον καρδιακό μυ συγκροτούν ένα αυτοοργανωμένο χάος. Αυτό το χάος δίνει στην καρδιά την ελευθερία να ανακτά τον ρυθμό της έπειτα από κάποιο έντονο σοκ, όπως το τρέξιμο ή το ερωτικό κεραυνοβόλημα. Αν οι χτύποι της καρδιάς γίνουν μηχανικοί και σταθεροί, αυτό σημαίνει ότι η καρδιά χάνει την ευελιξία της και γίνεται εύθραυστη. Πρέπει συνεχώς να ταλαντεύονται πάνω κάτω από τη διαχωριστική γραμμή της τάξης και του χάους. Αν καθηλωθούν πάνω από τη μεριά της τάξης, τότε ο γήινος που τη φοράει παθαίνει συμφόρηση. Αν καθηλωθούν πάνω από τη μεριά του χάους, τότε πάρ’ τον κάτω τον ανθρωπάκο με μαρμαρυγή» (σ. 59).  

Παρατηρήστε ότι αν και εδώ, ο συγγραφέας, αναφέρεται ξεκάθαρα στην καρδιά, το απόσπασμα δύναται να διαβαστεί και ως συνοπτικό αλλά εξαιρετικά συμπυκνωμένο μάθημα δημιουργικής γραφής. Ως ένα υπόδειγμα για το πώς ο ρυθμός και το ύφος του συγγραφέα δύνανται να πραγματεύονται έννοιες όπως η φόρμα και το περιεχόμενο. Μόνον εξαίρετα λογοτεχνικά δημιουργήματα συνιστούν «ένα αυτοοργανωμένο χάος», που, πολλές φορές, είναι σχεδόν αδύνατον να φανταστεί κανείς ότι είναι κατασκευασμένα και όχι αυτοφυή μέσα από κάποια μακρά και επίπονη εξελικτική διαδικασία. Εξάλλου, η λογοτεχνία, στον τρόπο που μιμείται την πραγματικότητα, συνιστά «δημιούργημα» ακριβώς επειδή προσομοιώνει μια σοφία που αδυνατεί, μέχρι στιγμής, να κωδικοποιηθεί και να αναχθεί σε κάτι αλγοριθμικό.            

Ο Σερέφας, διαρκώς, στηλιτεύει και προγκάει την πλευρά της συντήρησης, των βεβαιοτήτων, του ορθολογισμού και της επιστήμης. Θα επανέλθω σε αυτό στο τέλος.

Πόθεν όμως και με ποιο τρόπο πραγματεύεται ο συγγραφέας αυτό το «αυτοοργανωμένο χάος»; Τίποτα στη λογοτεχνία δεν αντιστοιχεί σε κάποια χειροπιαστή και μετρήσιμη πραγματικότητα. Ο δημιουργός εξάλλου είναι εκείνος που έχει χρέος, πρωτίστως προς τον εαυτό του, να μετουσιώνει ακόμη και τις άγονες περιόδους του σε δημιουργία ή, τουλάχιστον, σε ό,τι δύναται να μοιάζει με δημιουργία. Ο Σερέφας, εμφανώς, κατέχει τη σκευή: τα αναγνώσματα, την εμπειρία αλλά και το χάρισμα να κατασκευάζει ευφάνταστες συνταγές από απλά υλικά. Όχι τυχαία εξάλλου το ίδιο το βιβλίο αντηχεί, ειδικά στον υπότιτλό του, και ένα διάσημο υπόδειγμα φορμαλισμού: Ζωή - Οδηγίες χρήσης του Ζορζ Περέκ. Ο Σερέφας έχει στο μυαλό του μια ιδέα για την προνομιακή σχέση του συγγραφέα ή ποιητή με την πραγματικότητα. Δεν κομίζει ακριβώς γλαύκα στην πρωτεύουσα αλλά πραγματεύεται το θέμα με ενάργεια και παραστατικότητα.

Παραθέτω: «Ένα νήπιο ενός έτους βρίσκεται στο σύμπαν της πρωτογενούς και αδιαμεσολάβητης σήμανσης των εμπειριών του μέσα από τη φωνή του, το κλάμα και την αφόδευση. Προτού ακόμα αναδυθεί ο λόγος, χρησιμοποιεί τη φωνή, αυτή την προγλωσσική “γλώσσα” του σώματος. Αυτή η άμεση σήμανση των εμπειριών του αναζητά κινήσεις προς τα “όρια” της γλώσσας, σκιρτά και τείνει προς αυτά. Οι πρώτες αναγνωρίσιμες μονόφθογγες λέξεις που αρχίζει να εκφωνεί σε λίγο υποδηλώνουν μια ολιστική αντίληψη της εμπειρίας, ονομάζουν κάποια ολικά και ατεμάχιστα συμβάντα και αποτελούν κοιτίδα της πρότασης. 

Μεγαλώνοντας, το νήπιο αντιλαμβάνεται τον κόσμο δεικτικά, δηλαδή πιστεύει πως οι λέξεις ανήκουν στα πράγματα και βγαίνουν μέσα από αυτά. Πράγμα που σημαίνει ότι το παιδί σκέφτεται στην ευκτική, μέσα από τον κόσμο των επιθυμιών του, μέσα από το πώς θα ήθελε να είναι τα πράγματα γύρω του. Δεν σκέφτεται στην οριστική, δηλαδή στην έγκλιση της ωμής πραγματικότητας.

Όταν το νήπιο-παιδί μιλά πια “κανονικά”, όπως οι “μεγάλοι” αναγκάζεται να θυσιάσει την ευκτική βίωση της εμπειρίας, ώστε να μπει στο σύμπαν του “πολιτισμού”. Φονεύει τα πράγματα για να κερδίσει τα σύμβολα, αφού με αυτά θα περάσει τη ζωή του, όπως όλοι εμείς.

Όμως αυτή η ευκτική φωνή εξακολουθεί να επιβιώνει μέσα του ως μνήμη, ακόμα κι όταν μεγαλώνει. Οι οριακές χρήσεις της γλώσσας, όπως ο μαγικός λόγος και η ποίηση, πυροδοτούνται από την έκρηξη αυτής της εγκλωβισμένης φωνής. 

Ειδικά ο ποιητικός λόγος εικονογραφεί την αντιστροφή κίνηση: την πρωτεϊκή ανάγκη υπέρβασης της συμβολικής, αφαιρετικής γλώσσας. Ο ποιητικός λόγος και ο γλωσσικός παροξυσμός του προσπαθούν να υπερβούν τη συμβολική προτασιακή γλώσσα και αγωνίζονται να ξανακάνουν τον ήχο των λέξεων κομμάτι της πραγματικότητας την οποία αποτελούν» (σσ. 91-92).

Μια παραλλαγή αυτής της «πρωτεϊκή[ς] ανάγκη[ς] υπέρβασης της συμβολικής, αφαιρετικής γλώσσας» συναντάται και στο κείμενο με τον τίτλο «Οι λέξεις εγκαταλείπουν»:

«Κάτι που ίσως δεν υποψιάζονται οι αναγνώστες της λογοτεχνίας είναι ο φόβος του συγγραφέα πως μπορεί μια μέρα να τον εγκαταλείψουν οι λέξεις του. Δεν είναι ο φόβος της απώλειας της “έμπνευσης” αλλά ο φόβος της εισβολής μέσα του μιας “έμπνευσης” η οποία είναι ανίκανη να συνεργαστεί με τις λέξεις, διότι δουλεύει με άλλο λειτουργικό σύστημα. Με λίγα λόγια, ο συγγραφέας τρέμει στην ιδέα πως μπορεί μια μέρα αυτός και η πραγματικότητα να γίνουν ένα, καταργώντας εκείνη την ευεργετική απόσταση που του επέτρεπε τόσον καιρό να απλώνει προς αυτήν τις γέφυρές του οι οποίες αποτελούνταν από λέξεις” (σ.122). 

Είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι, ο Σερέφας, σκιαγραφεί εδώ τη μετάβαση του συγγραφέα στην απόλυτη «ευκτική» διάσταση των επιθυμιών του νηπίου. Το πέρασμα, απλώς, εδώ, δεν τιτλοφορείται «προγλωσσικό» αλλά μεταγλωσσικό. Ο συγγραφέας, για να το θέσω σε όρους χτύπων καρδιάς, βρίσκεται τώρα, διαρκώς, «πάνω από τη μεριά του χάους» και ενδημεί σε μια δημιουργική «μαρμαρυγή». 

Υπάρχει όμως ακόμα μια αποτύπωση της ίδιας συνθήκης στο «Καλημέρα, μυαλό μου»:

«Όταν ξυπνάμε το πρωί και για ελάχιστα δευτερόλεπτα βρισκόμαστε σε κατάσταση σύγχυσης, αγνοώντας ποιοι είμαστε, ποια διπλανή αναπνοή απορροφούμε και ποιος ουρανός μάς σκέπει, και το μόνο που νιώθουμε είναι πως φιλοξενούμαστε μέσα σε μια σκέτη ύπαρξη [...]. Έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα, αρχίζει το μακελειό. Οι τυραννόσαυρες πληροφορίες του φλοιού αφυπνίζονται κι αρχίζει να ξεσκίζει η μια τις σάρκες της άλλης, μέχρι να επικρατήσει η πιο καρδαμωμένη και να καταλήξει στην πρώτη οργανωμένη σκέψη της ημέρας» (σ. 84, υπογράμμιση στο πρωτότυπο). 

Τα τρία αυτά αποσπάσματα ψηλαφούν με τις απολήξεις τους, από διαφορετικές οπτικές γωνίες, το ίδιο «αυτοοργανωμένο χάος». Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι ο Σερέφας, το χάος αυτό, δεν αρκείται να το προσεγγίσει για μεταφυσικούς ή δημιουργικούς σκοπούς και μόνο. Το εργαλειοποιεί και το εγκιβωτίζει, με εξαιρετική ελλειπτικότητα, στη σκιαγράφηση μιας πολιτικής θέσης που ενυπάρχει, στο «Παιδάκια που φοβούνται τη νύχτα», όπου μεταφράζει και παραθέτει αποσπάσματα από το ποίημα του Γ.Χ. Όντεν «1 Σεπτεμβρίου 1939»: 

«“Όλο κι όλο αυτό που έχω είναι μια φωνή / Για να ανατρέψω το γερά σφηνωμένο ψέμα / Το ρομαντικό ψέμα μέσα στο μυαλό / Του τρυφηλού καθημερινού ανθρώπου / Και το ψέμα της εξουσίας / Που τα κτίρια της ψαύουν τον ουρανό: / Αυτό που αποκαλούμε κράτος δεν υφίσταται / Ούτε μπορεί κανείς να υπάρξει μοναχός του· / η πείνα δεν αφήνει περιθώρια επιλογών / Ούτε στους πολίτες ούτε στην αστυνομία· / πρέπει να αγαπούμε ο ένας τον άλλον αλλιώς θα πεθάνουμε”» (σ. 134).   

Ο Σερέφας προτάσσει λοιπόν μια “αλήθεια” στη μέση. Όπου ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει μόνος αλλά και που παράλληλα «Αυτό που αποκαλούμε Κράτος δεν υφίσταται». Παρατηρήστε ξανά πόσο κοντά φαντάζει και είναι αυτή η “αλήθεια” στο «αυτοοργανωμένο χάος» αλλά και πόση δουλειά έχει κάνει ο συγγραφέας καθώς παραθέτει τις «οδηγίες για την επίγεια ζωή» για να βοηθήσει τον αναγνώστη να προσεγγίσει τη συγκεκριμένη έννοια. Παραθέτω ένα απόσπασμα από το «Περιπλανώμενος νυμφίος» όπου ο συγγραφέας παραθέτει Μποντλέρ: «Διότι ο τέλειος flâneur, ο παθιασμένος περιπλανώμενος παρατηρητής, βρίσκει τεράστια απόλαυση στο να κατοικεί στην πολλαπλότητα, σε καθετί ταραγμένο, κινούμενο και άπειρο. Δεν είναι στο σπίτι του, αλλά νιώθει παντού σαν στο σπίτι του. Βλέπει τους πάντες, είναι στο κέντρο των πάντων, αλλά, παρ' όλα αυτά, παραμένει κρυμμένος από όλους. Ο παρατηρητής είναι ένας πρίγκιπας που, μεταμφιεσμένος, παίρνει απόλαυση από παντού. Εισέρχεται στο πλήθος σαν να εισέρχεται σε μια απέραντη δεξαμενή ηλεκτρισμού» (σσ. 144-145). 

Εδώ, ξανά, αυτή η μποντλερική «απέραντη δεξαμενή ηλεκτρισμού» δεν υποδηλώνει παρά την ίδια την απόπειρα του ποιητή να προσεγγίσει έναν κόσμο πέρα από σύμβολα: αυτό τον ακατέργαστο, πρωτεϊκό  κόσμο, το «φίνο μακελαριό», το «νεαντερντάλιο σφαγείο» που υποβόσκει κάτω από το εύτακτο και απευκταίο οργανόγραμμα της «μυρμηγκοφωλιάς» της πραγματικότητας που αποπειράται να επιβάλλει το «Κράτος». Η πείνα, όπως υπαινίσσεται ο Σερέφας, σήμερα, σε μια «παχύσαρκη κοινωνία» είναι μια πείνα που δεν δύναται να εκλείψει. Γιατί «Η πείνα [που] δεν αφήνει περιθώρια επιλογών», που λέει ο Όντεν, δεν είναι βιολογική αλλά υπαρξιακή. Το σώμα δεν δύναται να υπάρχει άνευ ουσίας –άνευ ιδεών–, αλλά αυτό που μας διαφεύγει είναι ότι ουδέποτε έπαψε η ουσία να είναι ενσώματη.  

Έτσι, διακρίνει κανείς στο βιβλίο την αδιαμεσολάβητη σχέση με την πραγματικότητα ή, τουλάχιστον, την επιθυμία για μια τέτοια σχέση. Ο Σερέφας, σχεδόν σε κάθε ένα από τα 58 κείμενα του βιβλίου κάνει αναφορές, με ποικίλους τρόπους, σε επιστημονικά δεδομένα. Είναι όμως, διατείνομαι, αναφορές οι οποίες ουκ ολίγες φορές τίθενται, εστω και συγκαλυμμένα, εν αμφιβόλω. Όχι γιατί ο Σερέφας αμφισβητεί την επιστήμη, αλλά γιατί αποζητά ως συγγραφέας να βρει τη θέση της αναφορικά με την τέχνη του. Ποια από τις δύο –επιστήμη ή τέχνη– βρίσκεται πιο κοντά στη ζωή; Αλλά και πώς ακριβώς εννοεί η επιστήμη και πώς η τέχνη τη «ζωή»; Ο συγγραφέας αφήνει να εννοηθεί ότι όλες οι επιστημονικές αναφορές και οι επεξηγήσεις που αποσαφηνίζουν τον κόσμο, επικάθονται στην έννοια της ζωής και επιφέρουν μια απομάγευση. Η αντίθεση όμως σε αυτή την πατίνα της επιστήμης, που αποστερεί την υπαρξιακή διάσταση της ζωής, θα πρέπει να βρει τρόπο, για να καταστεί δόκιμη, να εφαρμοστεί με φειδώ, ή, αν προτιμά κανείς, ποιητικά. 

Διερωτάται ο αναγνώστης, στο τέλος αυτού του ιδιαίτερου βιβλίου, τι ακριβώς έχει διαβάσει; Δοκίμιο; Διηγήματα; Συμβουλές αυτοβοήθειας; Κάτι ανάμεσα σε όλα αυτά; Ο μοντερνισμός δεν υπήρξε ποτέ άδολο κίνημα. Προφανώς και δεν αποπειράται να μας εξαπατήσει – τουλάχιστον με μια συσταλτική ερμηνεία της έννοιας της εξαπάτησης. Προσπαθεί όμως να περάσει τη θέση του: ύφος σημαίνει φόρμα. Κι αν η φόρμα εξυπηρετεί τον σκοπό της, η αισθητική αξία, σαν υπάκουο πουντλ, υποτάσσεται και ακολουθεί. Τα “τεχνάσματα” του μοντερνισμού απαιτούν λελογισμένη και υπεύθυνη χρήση, γιατί, τελικά, δύσκολα αντικαθιστούν την έμπνευση που εντάσσεται σε πιο ταπεινές, πιο γραμμικές, αλλά δυσκολότερες ατραπούς. Όσο κι αν ο καλλιτέχνης επιθυμεί να αφήνεται στα καπρίτσια της φύσης του, γνωρίζει, από την άλλη, ότι και η φύση του δεν είναι παρά μια πολύπλοκη κατασκευή που η κατάχρησή της δεν του προσδίδει κάποιο ιδιαίτερο πλεονέκτημα και σίγουρα δεν τον γλιτώνει από τη βάσανο της βιοτής. Ίσως όμως, ενίοτε, όπως στην περίπτωση του Σερέφα, στο συγκεκριμένο πόνημα, του επιτρέπει να ανακουφίζει και να διασκεδάζει τον πόνο του και τον πόνο των άλλων.

— Σάκης Σερέφας, 90 δευτερόλεπτα - Οδηγίες για την επίγεια ζωή, Μεταίχμιο: 2023, 232 σελίδες, ISBN: 9786180337488, τιμή: €14.39.