Skip to main content
Παρασκευή 19 Απριλίου 2024
Δεν υπάρχει τέλειο έγκλημα

Το μυθιστόρημα του Χρήστου Μαρκογιαννάκη (1980, Ηράκλειο) Στον 5ο όροφο της Νομικής έχει ασυνήθιστη εκδοτική ιστορία. Κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Φερενίκη (πρώτη εμφάνιση του συγγραφέα), μετά στα γαλλικά το 2018 (Au 5e étage de la faculté de droit, Éditions Albin Michel) και τέλος πάλι στα ελληνικά το 2022 (Μίνωας), σε μια «βελτιωμένη επανέκδοση του πρώτου μου μυθιστορήματος, βασισμένη στην αντίστοιχη βραβευμένη γαλλική», όπως γράφει ο ίδιος στις Ευχαριστίες (σ. 343). Αυτό σημαίνει ότι είχε την ευκαιρία να το ξαναδουλέψει δύο φορές (και με τη διαμεσολάβηση μιας δεύτερης γλώσσας), γεγονός που πιθανότατα είχε θετικές επιπτώσεις στο τελικό κείμενο. Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος γι’ αυτό, καθώς έχω υπόψη μου μόνο την πιο πρόσφατη έκδοση, αλλά κατά κανόνα ένα κείμενο βελτιώνεται όταν ξαναγράφεται.

Το μυθιστόρημα αντλεί από την παράδοση του βρετανικού whodunit: ένα έγκλημα, πολλοί ύποπτοι κι ένας ερευνητής, οξυδερκής και μεθοδικός, που καλείται να βρει τον ένοχο μαζεύοντας σκόρπια στοιχεία. Εδώ το έγκλημα είναι διπλό (δύο φόνοι), οι ύποπτοι καταρχάς πέντε, αλλά ο ερευνητής παραμένει ένας: ο αστυνόμος Χριστόφορος Μάρκου (στην πρώτη από τις τρεις, μέχρι στιγμής, εμφανίσεις του). Τα δε στοιχεία που συλλέγονται δεν προέρχονται τόσο από ιατροδικαστικά και εργαστηριακά ευρήματα (όπως συνηθίζεται τελευταία), όσο από το ιστορικό στις συσκευές επικοινωνίας (κινητά και υπολογιστές) και –κυρίως– από τις συνεντεύξεις με τους υπόπτους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι καθηγητές στη Νομική, ενώ όλοι κινούνται στους ακαδημαϊκούς κύκλους, πράγμα που προσδίδει στο μυθιστόρημα έναν υβριδικό χαρακτήρα: whodunit με στοιχεία από campus novel. Ενδιαφέρων συνδυασμός.

Είναι γραμμένο στον αόριστο και σε τρίτο πρόσωπο, από την οπτική γωνία του κεντρικού ήρωα, του Μάρκου (εκτός από τρία εμβόλιμα κεφάλαια: το πρώτο από τη μεριά ενός από τα θύματα, και τα άλλα δύο από τις οπτικές γωνίες αφενός του ηθικού και αφετέρου του φυσικού αυτουργού). Με άλλα λόγια, η δομή είναι κλασική, ταιριαστή στο παραδοσιακό είδος που καλείται να υπηρετήσει.

Η πλοκή είναι επίσης κλασική: δύο άνθρωποι δολοφονούνται με πυροβόλο όπλο στον 5ο όροφο της Νομικής της Αθήνας («“Ο τομέας ήταν πεδίο όπου διεξαγόταν κανονικός πόλεμος”» λέει ένας χαρακτήρας στη σ. 68 – και το εννοεί, εντέλει, κυριολεκτικά) το βράδυ της 16ης Φεβρουαρίου στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Οι δολοφονημένοι, μία καθηγήτρια και ένας υποψήφιος διδάκτορας, δεν φαίνεται να σχετίζονται μεταξύ τους, συνεπώς ο Μάρκου υποθέτει ότι ο στόχος ήταν η καθηγήτρια, ενώ ο υποψήφιος διδάκτορας είχε απλώς βρεθεί λάθος ώρα σε λάθος μέρος (παράπλευρη απώλεια). Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο, ο Μάρκου διεξάγει την έρευνα ψάχνοντας το κίνητρο για τη δολοφονία της καθηγήτριας. Στο δεύτερο, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι τελικά ο στόχος ήταν ο υποψήφιος διδάκτορας, αλλάζει πλεύση και ψάχνει το κίνητρο για τη δική του δολοφονία. Το αξιοπερίεργο είναι ότι οι ύποπτοι παραμένουν οι ίδιοι (αν και το σκεπτικό του Μάρκου υποστηρίζεται επαρκώς από τον συγγραφέα), με την προσθήκη ενός υποψήφιου μεταπτυχιακού φοιτητή. Στο τέλος αυτού του μέρους, ο φυσικός αυτουργός, πιστεύοντας ότι η αστυνομία έρχεται να τον συλλάβει, αυτοκτονεί πέφτοντας από ένα παράθυρο του 5ου ορόφου. Η υπόθεση φαίνεται να κλείνει εκεί. Εντούτοις, στο τρίτο μέρος, ο Μάρκου μαζεύει, ως άλλος Πουαρό, όλους τους υπόπτους σε ένα δωμάτιο και, αφού πρώτα αποδείξει ότι όλοι είχαν κίνητρο να δολοφονήσουν το ένα ή το άλλο θύμα, καταδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας τον έναν και μοναδικό ηθικό αυτουργό.

Όπως είναι σαφές από την περιγραφή της πλοκής, η δράση είναι σχεδόν ανύπαρκτη: μόνο μία απόπειρα δολοφονίας σπάει τη μονοτονία των επανειλημμένων συζητήσεων (άτυπων ανακρίσεων) του Μάρκου με όλους τους εμπλεκόμενους. Αυτό δεν το αναφέρω ως μομφή: το συγκεκριμένο υποείδος εξαντλείται, εν πολλοίς, σε συζητήσεις μεταξύ διωκτικών αρχών και υπόπτων. Τούτου δοθέντος, εναπόκειται στον συγγραφέα να προσδώσει ενδιαφέρον στην ερευνητική διαδικασία. Αυτό επιτυγχάνεται με πνευματώδεις διαλόγους, με διορατικά ψυχογραφήματα θυμάτων και υπόπτων, και με ανατροπές. Ο Μαρκογιαννάκης πιάνει δύο στα τρία σε αυτή την κλίμακα: αναλύει πολύ καλά τους χαρακτήρες του και οι ανατροπές του είναι πειστικές· αν υστερεί κάπου, είναι στο χιούμορ, το οποίο απουσιάζει τόσο από τους χαρακτήρες όσο και από τον παντεπόπτη αφηγητή.

Ο αστυνόμος Χριστόφορος Μάρκου, όπως προδήλως μαρτυρά και το όνομά του, ο είναι το alter ego του συγγραφέα: είναι της ίδιας γενιάς και έχουν αμφότεροι σπουδάσει νομικά και εγκληματολογία· ο Μάρκου μάλιστα έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από το ίδιο πρόγραμμα που «τρέχουν» οι ύποπτοι της υπόθεσης που ερευνά, τους οποίους γνωρίζει από τότε. Για τον ίδιο τον αστυνόμο, ο συγγραφέας δεν μας λέει ουσιαστικά τίποτα πέρα από τις σπουδές του, κόντρα στην τρέχουσα τάση που θέλει τον κεντρικό ήρωα σε πρώτο πλάνο. Αυτή η οπισθοχώρηση του ερευνητή στο μυθοπλαστικό φόντο είναι καλοδεχούμενη, μετά από τους αναρίθμητους ντετέκτιβ και αστυνομικούς που καπελώνουν με τα προσωπικά τους τα περισσότερα από τα σύγχρονα αστυνομικά. Αντίθετα, τους καθηγητές της Νομικής τους «γδύνει» για χάρη του αναγνώστη, με τρόπο αληθοφανή. Έχοντας εκ των έσω εμπειρία στην ακαδημαϊκή ζωή, ο Μαρκογιαννάκης είναι σε θέση να γράφει μετά λόγου γνώσεως (και με την επιτρεπτή στη μυθοπλασία υπερβολή) για «[μ]ια ομάδα με ακαδημαϊκό προσωπείο, που ελάχιστα ή και καθόλου δεν απέχει από έναν οργανωμένο εγκληματικό πυρήνα» (σ. 339). Αν υπάρχει ένα πρόβλημα αληθοφάνειας, αυτό εντοπίζεται στους μόλις πέντε υπόπτους, από τη στιγμή που το διδακτικό και διοικητικό προσωπικό στον 5ο όροφο (χώρια οι φοιτητές) είναι λογικά πολλαπλάσιο. Η απάντηση, υποθέτω, είναι ότι ο συγγραφέας αναγκάστηκε να περιορίσει τον αριθμό σε διαχειρίσιμα επίπεδα, στο πλαίσιο ενός μυθιστορήματος. Κατανοητό.

Το whodunit είναι ένα ακραιφνώς εγκεφαλικό υποείδος αστυνομικού. Ο Μαρκογιαννάκης, έχοντας προφανώς εντρυφήσει στους καλύτερους των ομοτέχνων του, γνωρίζει καλά τις απαιτούμενες τεχνικές. Δηλώνει ρητά και κατηγορηματικά: «Ειδικά σε ανθρωποκτονίες χωρίς εμφανές κίνητρο και χωρίς αυτόπτες μάρτυρες, αυτό που θα οδηγούσε στη λύση του δράματος και την αριστοτελική κάθαρση ήταν η ενδελεχής έρευνα, η σκιαγράφηση των εμπλεκομένων μερών, οι εργαστηριακές αναλύσεις, η ερμηνεία των στοιχείων και η ικανότητα να συνδέσεις, νοερά και πραγματικά, γεγονότα και μαρτυρίες που αρχικά φαίνονταν άσχετα μεταξύ τους» (σ. 65). Σπέρνει στοιχεία με το σταγονόμετρο, στήνει ανατροπές σε στρατηγικά σημεία, αποφεύγει ως και τις αντωνυμίες που θα πρόδιδαν το φύλο των αυτουργών, στα κεφάλαια που είναι γραμμένα από την οπτική τους γωνία. Κυρίως: προοικονομεί άριστα τα μελλούμενα, φροντίζοντας να μην τονίζει τη σπουδαιότητα των κρίσιμων ενδείξεων. Αυτή η τεχνική, εκλεπτυσμένη δεξιοτεχνικά από την Agatha Christie και τους επιγόνους της, είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς απαιτεί στιβαρό σχεδιασμό και απαρέγκλιτη τήρηση στην ακολουθία των προσχεδιασμένων βημάτων. Το Στον 5ο όροφο της Νομικής είναι ένα καλό παράδειγμα αφομοίωσης των παραδεδομένων: η προοικονομία του είναι άψογη (με μοναδική εξαίρεση την αργοπορημένη αναφορά στην κακοδιαχείριση των οικονομικών του τομέα – βλ. σ. 273).

Στο τρίτο μέρος, όπου ο Μάρκου αποκαλύπτει τα πιθανά κίνητρα όλων των εμπλεκομένων να διαπράξουν φόνο, αποδεικνύεται ότι, αν και μόνο ένας είναι δολοφόνος (δι’ αντιπροσώπου, έστω), όλοι τους έχουν βρόμικα χέρια. Εδώ γεννάται ένα ερώτημα: πόσο πιστευτό είναι ότι μπορεί επιστήμονες άνθρωποι (και δη εγκληματολόγοι) να καταφύγουν στο έγκλημα; Απολύτως πιστευτό: «“η πανεπιστημιακή κοινότητα είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας, με τους ανταγωνισμούς και τις κόντρες της”» (σ. 265)· κατά συνέπεια, «“[κ]αταλήγουμε συμπερασματικά πως, αφού το πανεπιστήμιο εν γένει, η σχολή κατά προέκταση, το τμήμα και το τομέας ακόμα ειδικότερα, αποτελούν μικροκοινωνίες, συγκαταλέγουν στους κόλπους τους κι εγκληματίες”» (σ. 266). Καταρχήν, οι οικονομικές απάτες είναι συνηθέστερες στα σαλόνια παρά στα αλώνια· έπειτα, οι ακαδημαϊκές απάτες είναι, δυστυχώς, κοινός τόπος στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ο φόνος, όμως; Μπορούν τα «άσπρα κολάρα» να σκοτώσουν;

Ο Raymond Chandler, σε ένα κείμενο όπου, μεταξύ άλλων, προσπαθούσε να πικάρει συγγραφείς που έγραφαν για φόνους στους κύκλους της αριστοκρατίας και της αστικής τάξης, είχε αποδώσει τα εύσημα στον Dashiell Hammett, επειδή «απέδωσε τον φόνο στο είδος των ανθρώπων που έχουν λόγους να τον διαπράττουν, και όχι μόνο για να παρέχουν ένα πτώμα» (The simple art of murder, Houghton Miffin: 1950, σσ. 16-17, μετάφραση δική μου). Είχε δίκιο, αναμφίβολα: είναι σαφώς περισσότεροι οι φόνοι στον υπόκοσμο απ’ ό,τι στην αστική και μεγαλοαστική τάξη (αυτό σε ατομικό επίπεδο, όχι σε μαζικό). Από την άλλη, ο καθένας είναι ικανός να φτάσει στα άκρα· το φαινόμενο είναι πολυπαραγοντικό: παίζουν ρόλο οι συνθήκες, οι διαταραχές, το τι διακυβεύεται. Ο συγγραφέας (μέσω ενός από τους χαρακτήρες του) απαντάει καταφατικά στο ερώτημα της προηγούμενης παραγράφου: «“Ναι, όταν απειλείται –ή αισθάνεται ότι απειλείται– ό,τι σημαντικότερο έχει, κάποιος μπορεί να οδηγηθεί στην αφαίρεση μιας ζωής, δικαιολογώντας τη μάλιστα μέσα στο μυαλό του ως αναγκαία”» (σ. 86). Συνεπώς, ναι, μπορεί κάλλιστα να φτάσει μέχρι του σημείου να διαπράξει φόνο ένας καθηγητής πανεπιστημίου. Η υπόθεση που έχει σκαρφιστεί ο Μαρκογιαννάκης είναι, ως προς τα κίνητρα τουλάχιστον, παντελώς πιστευτή. Και έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς θα σκεφτόταν να διαπράξει το τέλειο έγκλημα (αν υπάρχει) ένας εγκληματολόγος.

Παρ’ όλα αυτά, σε ένα τόσο εγκεφαλικό είδος όπως αυτό –ένα πνευματικό παιχνίδι, ουσιαστικά, όπου ο συγγραφέας προσπαθεί να αποκρύψει στοιχεία από τον αναγνώστη, χωρίς όμως να τον εξαπατήσει– πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος να προκληθούν τρύπες στην πλοκή. Ακόμα κι ένας προσεκτικός και διεξοδικός συγγραφέας, όπως ο Μαρκογιαννάκης, είναι δύσκολο να αποφύγει εντελώς κάποιες λογικές ανακολουθίες. Εννοείται ότι σε τέτοια σφάλματα έχουν υποπέσει και κορυφαίοι του είδους. Το ζητούμενο είναι να περιορίζει κανείς τη ζημιά, να εξαλείφει (ή, στη χειρότερη περίπτωση, να κρύβει) τις τρύπες. Υπάρχουν τρόποι, κάποιοι ευφυείς και αξιοθαύμαστοι, κάποιοι άλλοι ελαφρώς απατεωνίστικοι. Το ιδανικό, ασφαλώς, είναι οι συγγραφείς, όταν (και αν) εντοπίζουν ασυνέπειες στην πλοκή, να ξαναγράφουν τα επίμαχα κομμάτια με σκοπό να τις εξαλείψουν. Θα αναφερθώ σε δύο τέτοια σημεία στο υπό εξέταση μυθιστόρημα (χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες καταστροφικές για τους αναγνώστες που σκοπεύουν να το διαβάσουν μετά από αυτό το κριτικό σημείωμα).

Το κίνητρο για τους φόνους αποδεικνύεται πως είναι ο φόβος να αποκαλυφθεί ότι μια διδακτορική διατριβή, πάνω στην οποία στηρίχτηκε μια περίβλεπτη καριέρα, είναι προϊόν λογοκλοπής (βλ. σσ. 298 και 320). Όπως ήδη είπα, το κίνητρο προσωπικά με πείθει: μπορώ να φανταστώ έναν ακαδημαϊκό να φτάνει στο υπέρτατο έγκλημα για να προστατεύσει τα κεκτημένα του. Συνεπώς, δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Ωστόσο, υπάρχει μια ακατανόητη (αψυχολόγητη) πράξη που οδηγεί στην ανακάλυψη της λογοκλοπής (βλ. σ. 324 κ.ε.). Ο υποψήφιος διδάκτορας την ανακαλύπτει με την ακούσια βοήθεια ενός Γάλλου καθηγητή, του μόνου που ίσως και να ήξερε τι είχε συμβεί (τελικά δεν ήξερε, αλλά είχε κρατήσει ένα –το μοναδικό– αντίγραφο της εργασίας την οποία, μετά τον θάνατο του συγγραφέα της, καρπώθηκε ο λογοκλόπος). Και είναι ακριβώς αυτός ο λογοκλόπος που φέρνει σε επαφή τον Γάλλο καθηγητή με τον υποψήφιο διδάκτορα (για να τον βοηθήσει στη δική του διατριβή). Θέλω να πω, αν είχα κλέψει την εργασία κάποιου, δεν υπήρχε περίπτωση να διευκολύνω την επαφή ενός τρίτου με τον μοναδικό άνθρωπο που ίσως να γνώριζε (ή να κατείχε, εν αγνοία του, στοιχεία) για τη λογοκλοπή μου. Όχι μόνο δεν θα διευκόλυνα την επαφή, αλλά θα την απέτρεπα με κάθε τρόπο. Το περίεργο είναι ότι αυτή η τρύπα θα μπορούσε εύκολα να αποσοβηθεί, αν ο συγγραφέας έβαζε τον υποψήφιο διδάκτορα να βρίσκει τον Γάλλο καθηγητή χωρίς τη βοήθεια του ηθικού αυτουργού. Αν και ομολογώ ότι την περιγράφω κάπως σιβυλλικά (για τον λόγο που προανέφερα), ελπίζω να έγινε σαφές ότι εδώ εντοπίζεται μία αβλεψία εκ μέρους του συγγραφέα.

Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με μία πράξη (βλ. σ. 333) που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Ο δολοφόνος πυροβολεί και σκοτώνει το θύμα του στον 5ο όροφο της Νομικής. Μετά, περιμένει να έρθει ένα γραπτό μήνυμα στο κινητό του θύματος και απαντάει στο μήνυμα γράφοντας ο ίδιος (ο δολοφόνος) σε αυτό το κινητό· όλα αυτά για να εδραιωθεί ένα άλλοθι. Ενώ έχει χρόνο να λαμβάνει και να στέλνει μηνύματα, δεν βρίσκει λίγα δευτερόλεπτα να ανοίξει την τσάντα του θύματος και να πάρει το μοναδικό αντίγραφο της επίμαχης διατριβής· αντ’ αυτού, αρπάζει ολόκληρη την τσάντα, γεγονός που βάζει σε σκέψεις τον Μάρκου, ο οποίος τελικά θα βρει την άκρη ακριβώς επειδή θα προσπαθήσει και θα καταλάβει τι είχε μέσα η περιβόητη τσάντα. Συγγνώμη, αλλά αυτή η τρύπα δεν κλείνει με τίποτα. Λεπτομέρεια, θα πει κάποιος· λεπτομέρεια απαρατήρητη, θα προσθέσει κάποιος άλλος. Δεν είναι έτσι όμως. Αφενός από την στιγμή που την πρόσεξε έστω και ένας (εγώ, λ.χ.), δεν περνάει απαρατήρητη, και αφετέρου, όταν μιλάμε για whodunit, ο αναγνωστικός διάβολος φαίνεται στις λεπτομέρειες.

Ένα σημείο που ίσως ξενίσει τον αναγνώστη αφορά την κάθαρση, η οποία είναι ατελής. Ναι μεν αποκαλύπτεται ο ηθικός αυτουργός, αλλά δεν λογοδοτεί ενώπιον της ποινικής δικαιοσύνης· απλώς εξαναγκάζεται, εκ των πραγμάτων, σε παραίτηση. Ο Μαρκογιαννάκης είναι νομικός, συνεπώς δεν έχω κανέναν λόγο να τον αμφισβητήσω όταν λέει ότι οι αποδείξεις δεν είναι ικανές να σταθούν σε δικαστήριο και να προκαλέσουν την καταδίκη του ενόχου, από τη στιγμή που ο φυσικός αυτουργός έχει αυτοκτονήσει, σχέση μεταξύ φυσικού και ηθικού αυτουργού δεν στοιχειοθετείται, και το όπλο του εγκλήματος δεν έχει βρεθεί (βλ. σσ. 336-337). Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι ο ένοχος δεν παραπέμπεται στη δικαιοσύνη, αν και απολύτως συμβατό με την πραγματικότητα (όπου το σύνηθες είναι οι ένοχοι, ιδιαίτερα οι ανήκοντες στην ανώτερη τάξη, να μην τιμωρούνται), ενδεχομένως αφήνει μια πικρή γεύση στον αναγνώστη. Εγώ πάντως χάρηκα που ο συγγραφέας δεν έκανε εκπτώσεις στον ρεαλισμό για να ικανοποιήσει το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Τελικά, υπάρχει ή όχι τέλειο έγκλημα; Τέλειο, (μάλλον) όχι, αλλά ατιμώρητο υπάρχει και παραϋπάρχει. Αυτό ισχυρίζεται (δικαίως) ο Μαρκογιαννάκης, ο οποίος, βέβαια, φροντίζει να κλείσει αναφέροντας ότι οι ζωές του ενόχου, αλλά και των υπόπτων (που ναι μεν δεν είχαν διαπράξει φόνο, αλλά ήταν ένοχοι για άλλα, μικρότερα εγκλήματα) καταστράφηκαν στα απόνερα αυτής της υπόθεσης. Υπό αυτή την έννοια, επέρχεται μια κάποια κάθαρση (βλ. σσ. 340-341).

Για το στιλ γραφής σε αυτό το μυθιστόρημα δεν υπάρχουν πολλά να πει κανείς. Τα ελληνικά του Μαρκογιαννάκη είναι καλά, χωρίς σολοικισμούς, λυρικές εξάρσεις και λοιπές λεκτικές υπερβολές. Μετρημένες οι περιγραφές του. Δεν ακκίζεται, δεν λογοτεχνίζει, δεν χρησιμοποιεί τεχνικούς όρους (ενώ θα μπορούσε, λόγω ειδικότητας). Από την άλλη, δεν αποφεύγει τους ψυχολογισμούς (περίπου αναγκαίους στο είδος, πρέπει να πω), αλλά όχι σε βαθμό που να ενοχλείται ο αναγνώστης. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι από τον λόγο του λείπει εκείνη η σπίθα που κάνει τον αναγνώστη να υπογραμμίζει αποσπάσματα για μελλοντική αναφορά. Ένα από τα εγγενή προβλήματα στα whodunit είναι ότι τους συγγραφείς τούς απορροφά τόσο το μέλημα να σπρώξουν την πλοκή (να εκπλήξουν τον αναγνώστη με τις πράξεις των ηρώων τους), που αμελούν το καθήκον τους να εκπλήσσουν τον αναγνώστη (με τα λόγια τους).

Τέλος, ξανατονίζω (γιατί είναι σημαντικό για μένα) την απουσία του χιούμορ. Δεν έχουν όλοι το χάρισμα του Chandler, π.χ., αλλά ο Μαρκογιαννάκης προσπαθεί ελάχιστα να σπάσει λίγο την πρόζα του με ένα αστείο. Δείγμα (με κόπο αποδελτιωμένο, λόγω σπανιότητας): «“Πάρε πρωτοβουλία, κάνε κάτι, ξεφορτώσου τη ρουφιάνα, ο τρίτος [φόνος] θα είναι πιο εύκολος, στα δύο, ένα πτώμα δώρο!” κι είχαν γελάσει στο αστειάκι αυτός και η Μέσα Φωνή» (σ. 185). Σε ένα άλλο σημείο, ο συγγραφέας αυτοϋπονομεύεται: «Ο μόνος που είχε διαφοροποιηθεί λιγάκι ήταν ο Βούδας, με μια αποτυχημένη απόπειρα χιούμορ. “Το μεταπτυχιακό μας πρόγραμμα είναι τόσο καλό, που κάποιοι δεν διστάζουν ακόμα και να σκοτώσουν για να το παρακολουθήσουν” είχε πει στον Μάρκου» (σ. 249). Κάπου αλλού, αυτοσαρκάζεται και –πιθανώς χωρίς να είναι αυτή η πρόθεσή του– γράφει κάτι πραγματικά αστείο, που είναι ταυτόχρονα και αληθές: «Ο Μάρκου, κοιτάζοντάς τους, σκέφτηκε πως, αν βρισκόταν σε κάποιο αστυνομικό μυθιστόρημα, ίσως ο αναγνώστης να ’χε αρχίσει να κουράζεται απ’ τις αυτοαναιρούμενες υπόνοιες του κεντρικού χαρακτήρα, να σκέφτεται πως η αφήγηση κάνει κοιλιά, πώς ο συγγραφέας δεν ξέρει πού να καταλήξει, υπολογίζοντας πόσα αστεράκια θα αφαιρέσει στην κριτική του στις online βιβλιοπλατφόρμες» (σσ. 311-312). Δεν θα έπραττε άσχημα ο Μαρκογιαννάκης αν επέμενε περισσότερο σε αυτό το πνεύμα· η «κοιλιά» δεν θα εξαφανιζόταν, αλλά τουλάχιστον θα τρανταζόταν από τα γέλια.

Πριν κλείσω, θέλω να σταθώ σε ένα σημείο που δεν χαρακτηρίζει το υπό συζήτηση μυθιστόρημα, αλλά είναι ενδεικτικό της επιρροής που έχει η πολιτική ορθότητα στη σύγχρονη λογοτεχνία. Όταν ο Μάρκου ρωτάει έναν καθηγητή για το συμβάν ενός λεκτικού διαπληκτισμού μεταξύ δύο άλλων καθηγητών, εκείνος τον πληροφορεί ότι η μία αποκάλεσε τον άλλον «πουστάρα» (σ. 143), αλλά αμέσως μετά αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογηθεί, κι ας μην ήταν αυτός που είχε εκτοξεύσει την προσβολή: «Όχι πως ο οποιοσδήποτε σεξουαλικός προσανατολισμός κάποιου θα μπορούσε να αποτελεί κατηγορία, φυσικά» (σ. 144). Αργότερα, ο Μάρκου, απευθυνόμενος στον δέκτη της προσβολής, λέει: «Τι εννοούσε με αυτό; Γιατί σας επιτέθηκε ισχυριζόμενη ότι όλος ο κόσμος λέει ότι είστε ομοφυλόφιλος; Όχι πως αυτό έχει κάποια απαξία, φυσικά!» (σ. 269). Φυσικά.

Στο πλαίσιο της cancel culture, τόσο ο καθηγητής όσο και ο αστυνόμος (μέσω του συγγραφέα, που αφουγκράζεται την κοινωνία) σπεύδουν να μετριάσουν τον αντίκτυπο μιας δήλωσης, που δεν έχουν καν κάνει οι ίδιοι, για να προλάβουν τις αντιδράσεις τόσο των παρευρισκόμενων στη σκηνή χαρακτήρων όσο και των αναγνωστών του μυθιστορήματος. Ξαναλέω ότι δεν είναι κακός ο χειρισμός του συγγραφέα· αντιθέτως, έτσι έχουν τα πράγματα και ορθώς τα καταγράφει (για όποιον λόγο κι αν το κάνει). Απλώς υπογραμμίζω τη διεισδυτικότητα αυτής της σύγχρονης τάσης στη λογοτεχνία. Και ομολογώ ότι μισοχαμογέλασα πικρά σε αυτά τα σημεία, γιατί θυμήθηκα ένα προφητικό επεισόδιο της σειράς Seinfeld από τη δεκαετία του ’90, όπου οι κεντρικοί ήρωες, κατηγορούμενοι από παρεξήγηση για ομοφυλοφιλία, διακηρύσσουν σε όλους τους τόνους ότι δεν είναι γκέι, για να προσθέσουν, κάθε φορά, ευθύς αμέσως, “Not that theres anything wrong with that”. Κάποτε αυτό ήταν αστείο· σήμερα αποτελεί πρακτική της καθημερινότητας.

Συνοψίζοντας, το μυθιστόρημα Στον 5ο όροφο της Νομικής του Χρήστου Μαρκογιαννάκη είναι ένα καλογραμμένο αστυνομικό whodunit σε ακαδημαϊκό περιβάλλον, που θα ικανοποιήσει τους λάτρεις του είδους. Με δεδομένο το ότι δεν γράφονται πολλά τέτοια μυθιστορήματα πια (η εποχή μας δεν ευνοεί τους ευφυείς ερευνητές που ξεδιαλύνουν μυστήρια συζητώντας και αναλύοντας χαρακτήρες και στοιχεία), είναι ευπρόσδεκτη μια νοσταλγική επιστροφή στο προ πολλού ξεπερασμένο παρελθόν της αστυνομικής λογοτεχνίας. Άλλωστε ο συγγραφέας, πέρα από το να περιγράψει ένα αληθοφανές έγκλημα (και μάλιστα σε απρόσμενο περιβάλλον) και να επινοήσει έναν έξυπνο γρίφο, είχε εδώ την ευκαιρία να πει μερικές σκληρές αλήθειες για το τι παίζεται στα παρασκήνια ενός πανεπιστημίου.

 

Χρήστος Μαρκογιαννάκης, Στον 5ο όροφο της Νομικής, Μίνωας: 2022, σελίδες: 344, ISBN: 978-618-02-1867-1, τιμή: €16,60.