Skip to main content
Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024
Εποποιία της στιγμής

Ο στόχος είναι σχεδόν πάντα ένας: να μετουσιωθεί ο συγγραφέας σε κείμενο, «[...] στο τέλος της αφήγησης να καταφέρ[ει] να σχηματίσ[ει] μια συνεκτική εικόνα, σαν καλοτραβηγμένη φωτογραφία» (σ. 99). Η προσπάθεια του συγγραφέα επικεντρώνεται όχι σε αυτό που θα σκανδαλίσει τον αναγνώστη αλλά σε ό,τι δεν θα τον ξεβολέψει και ταυτοχρόνως θα τον καταστήσει ικανό να ξεπεράσει τις αντιστάσεις του απέναντι στο κείμενο. Συγγραφέας και αναγνώστης όμως δύνανται πάντα να είναι και ήρωες μυθιστορήματος. 

Η Καλλιρόη Παρούση (Ερμούπολη, 1988) αντιπαραβάλλει τις συγγραφικές απόπειρες του ήρωά της, του Χάρη, με τις εντυπώσεις/σκέψεις μιας αναγνώστριας που τυγχάνει δασκάλα του σε ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής. 

«Γνώριζα όλες αυτές τις θεωρίες για την πρόσληψη και την αισθητική των κειμένων και την αναγνωστική απόκριση, αλλά επέμενα να μην λαμβάνω υπόψη αυτή τη γνώση, διατηρώντας αλώβητη την επιθυμία μου να παρέμβω στο έργο καθώς γινόμουν ένα με αυτό, όμως, τέλος πάντων, δεν έχει σημασία» (σ. 85). 

Ο δημιουργός στέκεται πάντοτε απέναντι στη λευκή σελίδα και ο αναγνώστης απέναντι στο κείμενο, που παλεύει, το κείμενο, να μην προσληφθεί ως λευκή σελίδα, ως κενό γράμμα. Κάθε ανάγνωση, διατείνεται η Παρούση, συνιστά και μια συγγραφή: 

«Ούτε είχα ακόμη συνειδητοποιήσει πως η πολλαπλότητα δεν βρίσκεται μόνο στις διάφορες αναγνώσεις, αλλά και μέσα στην ίδια, τη μία και μοναδική ανάγνωση της στιγμής» (σ. 15). 

«Έφτασα μέχρι τα πενήντα έτη και ούτε κατάλαβα πώς έγινε κάτι τέτοιο» (ό.π.).

«Κι αν η γνώση διαρκεί μια στιγμή» (σ. 20).

«Είμαι πενήντα ετών. Αναρωτιέμαι πότε πέρασε μισός αιώνας χωρίς να το πάρω είδηση. Μου φαίνεται λες και ολόκληρη η ζωή μου συνέβη μόλις χθες, μέσα σε μια μέρα. Πενήντα χρόνια μέσα σε μια μέρα που μόλις πέρασε, πάει» (σσ. 100-101).

«Να, ορίστε, η πολλαπλότητα δεν βρίσκεται μόνο στις διάφορες αναγνώσεις, αλλά και μέσα στην ίδια τη μία και μοναδική ανάγνωση της στιγμής» (σ. 130).

«Όποιος διαβάζει αυτές τις γραμμές συμμετέχει σε όσα διαβάζει, συμμετέχει στη ζωή μου. Εσείς, από το εργαστήρι δημιουργικής γραφής. Εσείς οι αναγνώστες, εσείς επωφελείστε από τις δυνατότητες της στιγμιαίας ερμηνείας, αυτό είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα από όλα αυτά, ορίστε, το μοιράζομαι ευθέως μαζί σας, ελπίζω να με ακούτε, έστω και λίγο. Επωφελείστε από τη μία και μοναδική ανάγνωση της στιγμής, εεεεε! Αυτή η ανάγνωση έχει συνάφεια με τη ζωή, τη συμπεριλαμβάνει και την επινοεί, στον βαθμό που η ζωή συντελείται μόνο μέσα σε μια στιγμή. Η ζωή συμβαίνει σε μία στιγμή. Σε μία στιγμή!» (σ.. 177). 

Η εμμονή της Παρούση στη φαινομενολογία της στιγμής κατοπτρίζεται, επιπροσθέτως, τόσο στη γνωριμία που εισάγει τον Χάρη στα δεσμά του γάμου, που τον οδηγούν στο απόλυτο αδιέξοδο, όσο και στον κεραυνοβόλο έρωτά του για την Κλάρα, που «στιγμιαία» θα λειτουργήσει και ως μια μορφή εξιλέωσης. Η εμμονή στη στιγμή συνάδει όμως με το χάος της πραγματικότητας, χάος που στο βιβλίο καθίσταται συνώνυμο της πραγματικότητας. «Ποιο είναι το συνώνυμο της λέξης πραγματικότητα;» (σ. 177). 

Οι πιθανότητες να αφήσει ένα βιβλίο κάτι πίσω του είναι ελάχιστες. Συγγραφή και ανάγνωση συνιστούν επομένως ένα πέρασμα ανάλαφρο – κάπως σαν την ίδια τη ζωή όπως αποτυπώνεται στο Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, όπου ο Κούντερα συζητάει την έννοια της αιώνιας επιστροφής του Νίτσε. Ο συγγραφέας όμως γράφει, ή, τουλάχιστον, πρέπει να γράφει, επειδή δεν έχει επιλογή. Με τον ίδιο όμως τρόπο που και ο αναγνώστης, εφόσον εναγκαλίζεται τη συνθήκη της ανάγνωσης, δεν έχει επιλογή. Γιατί η επιλογή του αναγνώστη να μη διαβάσει το βιβλίο ισοδυναμεί, τρόπον τινά, με την επιλογή του συγγραφέα να μην το γράψει. Η πραγματικότητα η ίδια εδράζεται πάνω σε ποικίλα τέτοια δίπολα που επιβεβαιώνουν ή αναιρούν ολόκληρα «δέντρα αποφάσεων» που μορφοποιούν τις ζωές μας με απρόσμενους τρόπους. «Καμιά φορά, σκέφτομαι πως ό,τι δεν έγινε έχει περισσότερο ενδιαφέρον από αυτό που έγινε» (σ. 22).  

 Η Παρούση, εμφανώς, πάλεψε με το ενδεχόμενο της μη συγγραφής και η πάλη αυτή πέρασε στο κείμενο. Οι ήρωές της εκβάλλουν από τη μοναδική πηγή που έχει ο καθένας μας και το Λίγα λόγια για μένα γίνεται ο ταμιευτήρας κάθε σταγόνας που αντλείται από αυτή. Ποια είναι όμως ακριβώς η πηγή; Ποια εμπειρία εγγυάται την αξιοπιστία των γεγονότων έτσι όπως καταγράφονται στη συνείδηση; Πώς να μιλήσει κανείς για το προφανές; Πώς να πει ότι η αμμουδιά μιας ηλιόλουστης παραλίας ελάχιστα απέχει από μια κινούμενη άμμο;

Το κείμενο συνιστά έναν διάλογο χωρίς άμεσες απευθύνσεις, μια διαλεκτική, ανάμεσα στον Χάρη, τον μαθητή δημιουργικής γραφής, και την καθηγήτριά του. Ο μαθητής γράφει, ή νομίζει ότι γράφει, και η καθηγήτρια διαβάζει, ή νομίζει ότι διαβάζει. Το βιβλίο ενδημεί στο κενό ανάμεσα στις δύο φωνές. Γιατί κενό; Η διαλεκτική αυτή μένει χωρίς ολοκλήρωση, χωρίς σύνθεση, ή κάπως έτσι, γιατί η Παρούση καθώς αναστοχάζεται πάνω στην ίδια την έννοια της συγγραφής και της πραγματικότητας προτάσσει μια λειτουργία της λογοτεχνίας ως απείκασμα όχι ακριβώς των γεγονότων: «[...] όσα γράφονται εδώ μέσα δεν αναπαριστούν την πραγματικότητα –ούτε αποδεικνύουν τα γεγονότα–, αλλά αφηγούνται μερικές από τις αντανακλάσεις της στον μηχανισμό της συνείδησής μου» (σ. 14). Επίσης, αμφιβάλλει αν υπάρχει η δυνατότητα να αποτυπώσει η λογοτεχνία κάτι από την πραγματικότητα. «Η πραγματικότητα με περιέχει, αλλά εγώ δεν περιέχω την πραγματικότητα» (σ. 73) θα πει. 

«Υπάρχουν άνθρωποι που και νεκρούς ανασταίνουν, μέσα από τη γλώσσα, για παράδειγμα ο Χάρης, και όλα αυτά τα κείμενα που έφερε στο εργαστήριο δημιουργικής γραφής, όλα αυτά τα κακά, φθαρμένα κείμενα που ζήτησε η αστυνομία να κατάσχει» (σ. 95). 

Παρατηρήστε τον αξιακό χαρακτηρισμό «κακά». Η ηρωίδα διατείνεται ότι «ο Χάρης ήταν ο χειρότερος μαθητής στο εργαστήρι δημιουργικής γραφής, αλλά έγραφε τα καλύτερα κείμενα» (σ. 84). Πέρα από την αντίφαση που ενέχει η δήλωση, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι το τίμημα της αξίας των κειμένων κοστίζει τελικά στον Χάρη τη ζωή του. 

«Θα γίνω κείμενο, ανακοίνωσε την ίδια μέρα που διάβασε μπροστά σε όλους αυτές τις σελίδες για τη ζωή του αδερφού στο Παρίσι» (σ. 84). Και διερωτάται αμέσως μετά η αφηγήτρια «Ήταν ένα έργο για το οποίο όλοι είχαμε την ίδια απορία: είναι αυτοβιογραφικό, μυθοπλαστικό ή και τα δύο;» (ό.π.).

Η αφηγήτρια κοιτάζει με συναισθήματα δέους και θαυμασμού την απόπειρα του Χάρη να εγκιβωτιστεί στο κείμενο. Κοιτάζει την προσπάθειά του να διατηρήσει ψήγματα λογικής, συνέπειας και συνοχής στη συγγραφική του απόπειρα που κινείται παράλληλα με την ανάγνωσή του των σημειωματάριων και των επιστολών που έχει συγκεντρώσει. Ο Χάρης γράφει καθώς διαβάζει και διαβάζει γράφοντας: «Σας προειδοποιώ, τα πράγματα έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε δεν μπορώ πια να ξεχωρίσω αν γράφω ή αν διαβάζω, εεεεε, δεν μπορώ να ξεχωρίσω! Είμαι όμως μάλλον παραγωγός νοήματος, ρέω όπως οι λέξεις» (σ. 176).

Η ηρωίδα, τελικά, θα σταθεί διστακτικά απέναντι στη δυνατότητα του Χάρη να επιβάλλει κάποια τάξη στην πραγματικότητά του μέσω των κειμένων και της κειμενοποίησής του:

«Επαναπαύομαι στις προκαθορισμένες κινήσεις των ματιών κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, στις κινήσεις που επιστημονικά αποκαλούνται σακκαδικές, καθώς το βλέμμα μετακινείται από το ένα εστιακό σημείο στο επόμενο, χωρίς να εισχωρώ στην ουσία των κειμένων, γιατί στην ουσία των κειμένων εισχωρούν μόνο οι τρελοί» (σ. 131), θα σχολιάσει.

Η αποτυχία του Χάρη στον γάμο του και στη ζωή του, κατοπτρίζεται και στη συγγραφική του αποτυχία. Η αφηγήτρια δασκάλα του στέκει αμφίθυμα καθώς αδυνατεί και η ίδια να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έχει πάει λάθος. Αδυνατεί να εντοπίσει, για παράδειγμα, σε ποιό σημείο στα κείμενα του Χάρη διακρίνεται ο αυτοκτονικός ιδεασμός του, όπως αδυνατεί και η ίδια να διακρίνει πώς ακριβώς το χάος διαφεντεύει τη ζωή της. Είναι όμως ο Χάρης τρελός, ακριβώς επειδή εισχωρεί στην ουσία των κειμένων; Συνιστά η κειμενοποίησή του το τίμημα της επιβολής τάξης στο εγγενές χάος της πραγματικότητας; «Να ασχολείσαι δεν σημαίνει να πιστεύεις. Να κειμενοποιείσαι, τι σημαίνει;» (σ. 107) θα διερωτηθεί η αφηγήτρια. Με άλλα λόγια, ο Χάρης αποτυγχάνει ή επιτυγχάνει καθώς «εισχωρ[εί] στην ουσία των κειμένων»;

Η συγγραφέας διαθέτει τη διαύγεια και τη σωφροσύνη να μην προσφέρει ξεκάθαρες απαντήσεις. Σε αγαστή συνέργεια με τη φαινομενολογία της στιγμής, που κυριαρχεί στο κείμενο, προτάσσει τη σαγήνη της κειμενικής επιφάνειας:  

«Τα εντυπωσιακά κείμενα έχουν ευεργετικές ιδιότητες για τα μάτια, γιατί το νόημα αποκαλύπτεται και χωρίς να ενεργοποιείται η ικανότητα της όρασης. Οι εντυπωσιακές γυναίκες έχουν ευεργετικές ιδιότητες για τα μάτια, γιατί η ομορφιά είναι ορατή και χωρίς να ενεργοποιείται η ικανότητα της όρασης. Όσοι είναι τυφλοί από έρωτα, βλέπουν» (σ. 146).

Η Παρούση προσφέρει ένα λογοτεχνικό κείμενο που εντυπωσιάζει με την ωριμότητα και την αμεσότητά του. Το Λίγα λόγια για μένα παραμένει στη σκέψη του αναγνώστη και μετά το πέρας της ανάγνωσής του, ίσως και μόνο για την αυταξία που ενσταλλάζει στο νόημα της στιγμής: «[...] ίσως ένα κλάσμα του δευτερολέπτου αρκεί για να γίνει κάτι πολύ σημαντικό στη ζωή μας» (σ. 178).

— Καλλιρρόη Παρούση, Λίγα λόγια για μένα, Τόπος: 2023, 184 σελίδες, ISBN: 978-960-499-471-7, τιμή: 12.90€.