Skip to main content
Πέμπτη 23 Μαΐου 2024
Ερωτική ιστορία

«Νομίζω μας είχε προειδοποιήσει ο Βερλαίν για αυτές τις ημέρες που τότε διασχίζαμε. Κάπου στο τέλος του δέκατου σονέτου στη “Φρόνηση”, γράφει: “Μακριά από τις ημέρες όπου το πνεύμα ήταν φιλήδονο και η σάρκα θλιμμένη”» (σ. 246).

Θα είμαι απολύτως ειλικρινής. Το να κάνει την εμφάνισή της στα λογοτεχνικά δρώμενα μια συγγραφέας με ένα πόνημα σχεδόν τετρακοσίων σελίδων δεν είναι και τόσο σύνηθες. Ξεκίνησα να διαβάζω το μυθιστόρημα της Ρένας Λούνα (Αθήνα, 1992) –κατά πάσα πιθανότητα ψευδώνυμο– με επιφύλαξη. Και πράγματι, στην πρώτη απόπειρα, σταμάτησα στη σελίδα 21: 

«Συνέχισε να περπατάει σε ένα περιβάλλον που θύμιζε ατελείωτο ορίζοντα, αγνοώντας τα γλιστερά βρύα και τις θανατηφόρες λειχήνες που κοσμούσαν τα βράχια, δημιουργώντας μια βλάστηση η οποία περικύκλωνε τις μικρές λιμνούλες της θάλασσας, γεμάτες από ζωή και πολύχρωμα πραματάκια».

Πολλά μπορεί να πει κανείς για αυτή την πρόταση αλλά αυτό το «πραματάκια», με πέταξε εκτός βιβλίου. Το έπιασα ξανά όμως μετά από μία εβδομάδα γιατί κάτι μου είχε μείνει από αυτή τη σύντομη επαφή με τον ηλικιωμένο κύριο Λουντμίλο, που ζει απομονωμένος στη Νορμανδία στα μέσα του προηγούμενου αιώνα και κάπου ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνιο του επιδίδεται σε οινοποσίες, λουκούλλεια γεύματα και ό,τι κάνει καλύτερα ένας άνθρωπος προς το τέλος της ζωής του: λέει ψέματα, πρωτίστως στον ίδιο, για το παρελθόν του. 

Η Λούνα συγγράφει ένα πληθωρικό, χειμαρρώδες μυθιστόρημα για μια ερωτική ιστορία. Στις πρώτες εκατόν τριάντα σελίδες παρουσιάζεται, σε τρίτο πρόσωπο, η πλευρά του κύριου Λουντμίλου. Στη συνέχεια, με μορφή καταχωρήσεων σε ημερολόγιο, αρχίζει να παρεμβάλλεται η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της άλλης πλευράς: της κυρίας Λουντμίλας, που στον μύθο τυγχάνει να έχει πεθάνει, και ο πρώην σύζυγος έχει κληθεί από τον συμβολαιογράφο να παραστεί στην ανάγνωση της διαθήκης. Ναι, ο κύριος Λουντμίλος και η κυρία Λουντμίλα υπήρξαν σύζυγοι για σχεδόν είκοσι χρόνια. Η επιλογή των ονομάτων αφενός βγάζει κάτι σκωπτικά ειρωνικό, αφετέρου η Λούνα θέλει να υπαινιχθεί ότι οι δύο εραστές ήταν σχεδόν το ίδιο πρόσωπο. Έτσι συμβαίνει στους μεγάλους έρωτες: τα όρια της προσωπικότητας του ενός χάνονται στην προσωπικότητα του άλλου και οι άνθρωποι, είτε το παραδέχονται είτε όχι, λησμονούν πού τελειώνει ο εαυτός τους και πού αρχίζει ο εαυτός του άλλου. Οι μεγάλοι έρωτες είναι αληθινός εφιάλτης. 

Χαρακτήρισα το μυθιστόρημα πληθωρικό λόγω μεγέθους αλλά και χειμαρρώδες, γιατί η Λούνα παρασύρεται σε αρκετά σημεία και επιδίδεται σε περιγραφές που απειλούν την ακεραιότητα του αναγνώστη. Η συγγραφέας όμως επιτυγχάνει να ισορροπήσει σε μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αμετροέπεια και τη σύνεση. Εκεί που ο αναγνώστης δυσανασχετεί, ή νιώθει ότι έχει διαβάσει αρκετά σε αυτή την εποποιία “περίτεχνων” περιγραφών λουλουδιών, επίπλων και εδεσμάτων, η συγγραφέας προτάσσει μια αλληλουχία σχοινοτενών σκέψεων που μετασχηματίζουν την υπερβολή σε μια συνετή ακολουθία λεπτοδουλεμένων παραληρημάτων που κατατρύχουν το μυαλό της Λουντμίλας – διαβάζουμε εξάλλου τις καταχωρήσεις στο ημερολόγιό της. Έτσι όπως διαβάζει τις ίδιες καταχωρήσεις ο Λουντμίλος, διαμέσου των οποίων, με την αρτηριοσκληρωτική αλαζονεία της ηλικίας και της θέσης του, θα εισέλθει στην επικράτεια της Ρουέν, στην οποία εκείνος είχε ζήσει τα χρόνια έγγαμου βίου του και εκείνη και τα χρόνια μετά τον χωρισμό τους.

Η Λούνα κατασκευάζει μια τετριμμένη ερωτική ιστορία, όπως εξάλλου είναι κάθε ερωτική ιστορία, αλλά η κατασκευή εμπλουτίζεται σε τέτοιο βαθμό με τις λεπτομερείς περιγραφές, που αρκετές φορές διερωτάται κανείς αν πρωταγωνιστές είναι το ζεύγος των Λουντμίλων ή ο χώρος που τους πλαισιώνει. 

«Οι άνθρωποι είναι γεμάτοι ατέλειες, μη κολακευτικές γωνίες και σφάλματα του λόγου, αλλά όχι το μεταξύ τους. Το μεταξύ τους ήταν απλά θαυμάσιο μέσα στην τρυφηλότητα του αστικού και μαλθακού ηδυπαθούς τους βίου» (σ. 170). 

Μπορεί η συγγραφέας να προτάσσει αυτό «το μεταξύ τους» ως συμβολικό/συναισθηματικό χώρο αλλά μέρος της σαγήνης του μυθιστορήματος είναι και η αποτύπωση των χώρων που συνιστούν τη σκηνή του μύθου ή, σε σημεία, και τον ίδιο τον μύθο. 

Η Λούνα δεν αποτυπώνει μόνο μια τετριμμένη ερωτική ιστορία. Η έκταση του βιβλίου βρίσκει έρεισμα στην κοπιώδη συνθήκη που οφείλει να μετουσιώνει το μυθιστόρημα: την ανάλυση. Ο μυθιστοριογράφος, που δεν αρκείται σε μια κατασκευή που οδηγείται από γεγονότα, έχει υποχρέωση να καταδυθεί στη λεπτομέρεια των πραγμάτων και να περιγράψει μηχανισμούς, αιτιακές αλυσίδες και μεθοδεύσεις που διαφεύγουν στον απλό παρατηρητή. Η Λούνα εξαίρει στη μυθιστορηματική αναλυτικότητα και είναι πρωτίστως αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει. Με έπεισε, αν και θα εξηγήσω πού υστερεί, ότι σκέφτεται μυθοπλαστικά. 

«Για να επιτύχει μια σύνδεση, θα πρέπει να μεταμορφωθώ στο τίποτα, στο απόλυτο τίποτα. Να μην είμαι καμία. Να τους ακούσω και να απαντήσω σε όσα μου λένε, με τον πιο τυπικό και ήρεμο τρόπο. Πάντα με σύνεση, για να μην τους προσβάλλω, να μην παρατηρήσουν κατά τη διάρκεια του ατελείωτου μονολόγου τους πως δεν είναι μόνοι τους, αλλά όχι ακριβώς και με παρέα· να σεβαστώ τον αδιάκοπο ειρμό της φυσικής τους σκέψης. Να φερθώ σαν να μην έχω παρελθόν και μέλλον. Δημιουργήθηκα μόνο και μόνο για να είμαι παρούσα σε αυτή τη στιγμή, μαζί τους, σε αυτό το δωμάτιο, με στόχο την επιβεβαίωση της ύπαρξής τους, το σχολαστικό καθρέφτισμα των σίγουρα αλάνθαστων πράξεών τους και του πολύτιμου οχετού του μυαλού τους» (σσ. 128-129).

«Έτσι κατάλαβα πως έπρεπε να περάσω όλη μου τη ζωή γαβγίζοντας πίσω από αυτά τα όρια που δυσκολευόμουν εξαρχής να θέσω. Δεν μου έμαθε κανείς άλλωστε πώς να λέω όχι, ούτε πώς να διαχειρίζομαι τη στεναχώρια που προκαλώ, όταν δεν περνάει των άλλων το καπρίτσιο» (σ. 184) 

«Η απόφασή του να αντιμετωπίσει τη σχέση μας ως κάτι συνηθισμένο με εξαγρίωνε και εφόσον δεν ήταν πρόθυμος να ακούσει τον θυμό μου, ήμουν πρόθυμη να τον αφήσω να τον νιώσει» (σ. 249).

Η παρατηρητική αναγνώστρια –και ουχί αναγνώστης– θα πιανόταν από αυτό που είπα πριν τα παραθέματα, ότι η Λούνα «σκέφτεται μυθοπλαστικά» και θα με κατακεραύνωνε: «Το “μυθοπλαστικά” πού κολλάει;», θα με ρωτούσε. «Η Λούνα σκέφτεται» θα μου υπογράμμιζε. 

Ας εξηγήσω τη σημασία του «μυθοπλαστικά». Από πού εκπηγάζει η συναισθηματική και νοητική οξύνοια της Λουντμίλας; Η Λούνα στήνει το σκηνικό της στη Γαλλία των αρχών του προηγούμενου αιώνα αλλά αποτυγχάνει να πείσει για τις βαθύτερες ανησυχίες της ηρωίδας της, οι οποίες φαντάζουν αναχρονιστικές. Τίποτα από όσα παραθέτει λεπτομερώς στις αφηγήσεις της η Λουντμίλα δεν κρίνεται υπερβολικό για τα μάτια του σημερινού αναγνώστη, πέρα από το ότι η ίδια μοιάζει να χαίρει βαθιάς κατανόησης της πατριαρχίας και να έχει απόλυτη συναίσθηση της επιεικώς υποτιμητικής θέσης της γυναίκας στην εποχή της. Η Λούνα σκέφτεται μυθοπλαστικά γιατί κατασκευάζει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Αλλά τελικά, έχει, τρόπον τινά, “κλέψει”. 

Ο Λουντμίλος στέκει ακραία ελλειμματικός ως αυτό που εκπροσωπεί, την ανδρική πλευρά, και η Λουντμίλα χαίρει προνομιακής χειραφετημένης αντίληψης. Δεν είναι ουδόλως προφανές ότι οι παρατηρήσεις που κάνει η Λουντμίλα απαιτούν απλώς και μόνο ειλικρίνεια και νοητική οξύνοια για να διατυπωθούν. Η Λούνα έχει “κλέψει” γιατί έχει εγκιβωτίσει μέρος της woke φεμινιστικής συγχρονίας του σήμερα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Αβανταδόρικο αλλά κάπως φθηνό. Και καθίσταται πιο φθηνό αν αναλογιστεί κανείς ότι η Λουντμίλα εμφανίζεται άεργη, καθώς δεν φαίνεται να κάνει τίποτα άλλο στη ζωή της παρεκτός να αναπολεί τον έρωτά της, να διοργανώνει δεξιώσεις και να ξοδεύει, προκαλώντας την ανησυχία του λογιστή της, για να αγοράσει ρούχα, έπιπλα και αντικείμενα που τροφοδοτούν την ομφαλοσκόπησή της. 

Η ασυμφωνία αυτή ανάμεσα στην ατροφική προσωπικότητα του Λουντμίλου και την πληθωρική της Λουντμίλας, όπως και η παραφωνία απουσίας αιτιολόγησης της χαρισματικής αντίληψης που χαίρει η ηρωίδα αμαυρώνουν τη συνολική εικόνα του μυθιστορήματος. Και αυτό γίνεται ιδιαίτερα διακριτό ακριβώς επειδή η συγγραφέας έχει κοπιάσει για να αναπλάσει πειστικά την εποχή που εκτυλίσσεται ο μύθος της. 

Επιπρόσθετα, αρκετές από τις αφηγήσεις της Λουντμίλας, ειδικά όταν αναφέρεται στους εραστές που είχε μετά το διαζύγιό της, επαναλαμβάνουν μια μανιέρα όπου η ηρωίδα εκθέτει τη συμπεριφορά της, περιγράφει τις αντιδράσεις των συντρόφων της απέναντί της και μετά σχολιάζει τα ατοπήματά τους μέσα από το εμβριθές φεμινιστικό πρίσμα της για να υπογραμμίσει την ανεπάρκειά τους. 

Παραθέτω: «Σκαρφάλωνα με παιδική διάθεση πάνω στις τεράστιες γκρι πέτρες, με την ελπίδα να μεταβληθεί ολοκληρωτικά ο χαρακτήρας του συνοδού μου και να μαλακώσει. Ξερίζωνα αγριολούλουδα και χάιδευα τα στάχυα, προσπαθώντας να με πείσω πως αυτή η εκδρομή έχει βγάλει τον πιο γλυκό εαυτό του, όμως επανερχόμουν διαρκώς στην πραγματικότητα από τις ανούσιες παρατηρήσεις του, σαν να ήμουν στο μουσείο του και τσαλαπατούσα τα αρχαία ψηφιδωτά του: “Προσοχή στην περσικάρια την αμφίβια, το πανέμορφο και σπάνιο ευρωσιβηρικό υδρόβιο φυτό!”. [...] Όπως ήταν σαφές σπαταλούσα τις μέρες μου με μια επικριτική καμηλοπάρδαλη, χωρίς κανένα κοινωνικό φίλτρο ή οξυδέρκεια κοινωνικών τρόπων. Με αγκάλιασε μαλακά, λες και ήμουν το αγαπημένο του πέτρωμα και καθίσαμε δίπλα στο νερό [...]» (σσ. 276-7).

Αυτή η πρακτική όμως αφήνει την ηρωίδα εκτεθειμένη στην επήρεια των δικών της μηχανεύσεων. Αφού διακρίνει τόσο καλά τα ατοπήματα, γιατί επιμένει να συναναστρέφεται τους ίδιους ηλίθιους και ελλειμματικούς άνδρες; Μια απάντηση είναι ότι έτσι μόνο μπορούμε να διαβάσουμε μυθιστόρημα. Μια καλύτερη απάντηση, που μερικώς δικαιολογεί τη συγγραφέα και την ηρωίδα, είναι ότι η Λουντμίλα γράφει ημερολόγιο, άρα στοχάζεται πάνω στις πράξεις της και κατά κάποιο τρόπο μαθαίνει τον εαυτό της, ενώ εμείς συνεχίζουμε να διαβάζουμε μυθιστόρημα. Ο αναγνώστης, ανάλογα την ιδιοσυγκρασία του, διαλέγει και απάντηση. 

Οι αντιρρήσεις μου όμως, όπως ίσως είναι κατανοητό, είναι περισσότερο τύπων παρά ουσίας. Επίσης, το μυθιστόρημα θα κέρδιζε σημαντικά με πιο προσεγμένη επιμέλεια –υπάρχουν αρκετές ασυνταξίες και κάπου εμφανίζονται και λέξεις που δεν συνάδουν με την εποχή που εκτυλίσσεται ο μύθος–, όπως θα κέρδιζε το μυθιστόρημα και αν είχε απαλειφθεί το ποίημα που διαβάζουμε μερικές σελίδες πριν το τέλος. 

Ας αναφέρω, για να κλείσω, και μια πιο γενική παρατήρηση. Ένας απλός κανόνας για το αν ένα κείμενο, όχι μόνο μυθιστόρημα, είναι φεμινιστικό, είναι η συχνότητα με την οποία ο αναγνώστης –ο άνδρας αναγνώστης– εκνευρίζεται. Αν αυτό δεν συμβαίνει, οι πιθανότητες είναι το κείμενο να μην είναι φεμινιστικό. Το συγκεκριμένο με έβγαλε, τρόπον τινά, εκτός εαυτού σε αρκετά σημεία. Θα ήθελα επομένως να διαβάσω μια δεύτερη, ακόμα πιο μεστή, απόπειρα της Λούνα.

 

— Ρένα Λούνα, Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ, Ο μωβ σκίουρος: 2023, 368 σελίδες, ISBN: 9786185476359, τιμή: €16.00.