Skip to main content
Κυριακή 14 Ιουλίου 2024
«Γίνε ο άνθρωπος που νομίζει ο σκύλος σου ότι είσαι»

Εξαιρώντας τον Ανδαλουσιανό σκύλο, ο σκύλος που με έχει προβληματίσει περισσότερο είναι αυτός ο βιαστικός αδέσποτος που πολλές φορές βλέπω να περπατάει στο δρόμο χωρίς να μπορώ να εντοπίσω το άμεσο ερέθισμα που τον κάνει να κινείται έτσι. Γιατί να βιάζεται ένας σκύλος όταν η ικανοποίηση μιας φυσικής ανάγκης δεν τίθεται ως θέμα; Έχει αργήσει σε κάποιο ραντεβού; Λήγει, άραγε, κάποια προθεσμία ή μήπως συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι πέρασαν τα χρόνια; Με προβληματίζει που ακόμα κι ένα αδέσποτο δεν χαλαρώνει. Με πειράζει που η συμπεριφορά του φανερώνει ότι ακόμα κι αυτό, στις παρυφές της ύπαρξης, δεν παίρνει τη ζωή όπως έρχεται. Αλλά φυσικά και δεν θα μπορούσε να είναι έτσι. Τι θα πει να «παίρνεις τη ζωή όπως έρχεται»; Έχουμε συνηθίσει να ερμηνεύουμε τη φράση ως ένδειξη αδιαφορίας. Παίρνω τη ζωή όπως έρχεται δεν σημαίνει όμως απλώς απουσία ευθυνών αλλά και «ακολουθώ τη ροή των πραγμάτων». Το προνόμιο του να παίρνεις τη ζωή όπως έρχεται είναι μόνο δικό μας. Ο σκύλος, ακόμα κι όταν κάθεται ακίνητος, ακόμα κι όταν φαίνεται ότι χαζεύει, γιατί τελικά φαίνεται ότι κάποιες στιγμές χαζεύει, δεν χαζεύει γνήσια. Ο σκύλος, που στα δικά μας μάτια φαίνεται να συμπεριφέρεται αδιάφορα, το κάνει γιατί τυγχάνει εκείνη τη στιγμή να έχει βρεθεί σε ένα κενό ερεθισμάτων. Ο σκύλος είναι άρρηκτα δεμένος με τα ερεθίσματά του. Ο σκύλος δεν μπορεί να βάλει μια σφήνα ανάμεσα στο ερέθισμα και την αντίδρασή του απέναντι σε αυτό. Και η σφήνα αυτή είναι προαπαιτούμενο της σκέψης. Ο σκύλος δεν μπορεί να στοχαστεί. Ή μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι; 

Η Στέλλα Παναγιωτοπούλου (Καβάλα, αγνώστου ηλικίας) έγραψε ένα αφηγηματικό δοκίμιο στο οποίο ένας σκύλος, ο Ίων, μελετά και στοχάζεται επί πολλών θεμάτων που άπτονται της φύσης του και γενικότερα της φύσης των ζώων και των ανθρώπων. Δεν αξιολογώ δοκίμια, εκτός κι αν ενέχουν και στοιχεία μυθοπλασίας. Εδώ, εκτός από την περσόνα του σκύλου, θα σχολιάσω και κάποια από τα συμπεράσματα της συγγραφέως γιατί νομίζω ότι είναι, αν όχι ακριβώς λανθασμένα, ιδιαιτέρως βεβιασμένα. 

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ίωνα προσδίδει στο δοκίμιο ελαφρότητα που συνάδει με το “πρόσωπο” ενός ομιλούντος σκύλου. Η Παναγιωτοπούλου παραμένει όμως στην επιφάνεια των αφηγηματικών δυνατοτήτων του ευρήματος καθώς δεν καταφέρνει να συγκεράσει την αφέλεια του ύφους του ήρωά της με την πληθώρα των πληροφοριών και, σε σημεία, το βάρος των εύστοχων παρατηρήσεών της. Θα περίμενε κανείς ο σκύλος να είναι πιο εναργής και περισσότερο παρών. Θα περίμενε κανείς η δοκιμιογράφος, που έχει και εμπειρία στη μυθοπλασία, να επεδείκνυε μεγαλύτερη ευρηματικότητα στην επινόηση του συγκεκριμένου χαρακτήρα. Οι εμφανίσεις του Ίωνα, που άλλοτε κρύβεται κάτω από ένα τραπέζι και ακούει τις ανθρώπινες συνομιλίες και άλλοτε δράττεται της ευκαιρίας καθώς κινείται μαζί με τον «Άνθρωπό του» (τον «Άμου») για να μελετήσει ή να υπενθυμίσει τις συμπάθειές του και να εκφράσει τις αντιρρήσεις του προς τις συμπεριφορές ιστορικών και μυθιστορηματικών χαρακτήρων, όλα αυτά, δεν συνιστούν αληθινή φωνή και σίγουρα δεν λειτουργούν υποστηρικτικά προς τον σκοπό της συγγραφέως: την ανάδειξη του Ίωνα σε χαρακτήρα που αφηγείται μια ιστορία. Ναι, το κείμενο είναι μεν δοκίμιο που παραθέτει, από ποικιλία πηγών, διάφορες θέσεις αλλά θα επιθυμούσα ο ήρωας αφηγητής μέσα από την ιδιότητά του του σκύλου να μπορούσε να σαρκωθεί τον ρόλο του με μεγαλύτερη πειστικότητα. Σε πολλά σημεία η φωνή του Ίωνα, όχι μόνο συγχέεται με τη φωνή της συγγραφέως αλλά μοιάζει να απευθύνεται σε παιδιά, ενώ, εικάζω, ότι το συγκεκριμένο κοινό δεν εντοπίζεται ακριβώς στις στοχεύσεις του βιβλίου. 

Παραθέτω:

«Ήταν ακόμα μια βόλτα σε κάποια γειτονιά της Αθήνας, στου Ζωγράφου. Μπήκαμε στον περίβολο του πανεπιστημίου, όπου μύριζα τα δέντρα και τους θάμνους μέχρι τη στιγμή που, κατόπιν διαπραγματεύσεων στην είσοδο για την αφεντιά μου, μπήκαμε σ’ ένα δωμάτιο που όμοιό του δεν είχα ξαναδεί. [...] Αναπήδησα από την τρομάρα μου πριν ακόμα περάσω το κατώφλι και άρχισα να γαβγίζω εξαγριωμένος σε μια τεράστια απειλητική χελώνα, η οποία δεν μύριζε καθόλου. Ξέφυγα μαζί με το λουρί μου κι άρχισα να τρέχω πάνω κάτω μυρίζοντας κόκαλα με περίεργα σχήματα και ακόμα πιο περίεργες μυρουδιές, γλείφοντας μερικά από αυτά, μέχρι που ο Δικός μου κατάφερε να με πιάσει» (σσ. 29-30). 

Ο Ίων, ενώ λοιπόν μιλάει με τον τρόπο που μόλις διαβάσατε, μερικές σελίδες παρακάτω, θα βρεθεί να σχολιάζει τα αποτελέσματα απεικονίσεων εγκεφάλου από πειράματα νευροεπιστημόνων σε σκύλους: 

«Οι επιστήμονες και οι φιλόσοφοι συνεχίζουν να συζητούν το κατά πόσο το βίωμα των σκύλων είναι αντίστοιχο με των ανθρώπων. Οι σκύλοι έχουμε ιππόκαμπο, άρα έχουμε μνήμη, κι έχουμε αμυγδαλή, επειδή κι εμείς ερεθιζόμαστε, ενθουσιαζόμαστε και φοβόμαστε. [...] Η κρίσιμη στιγμή στην έρευνα της ομάδας του κύριου Μπερνς [Gregory Berns, What it’s like to be a dog: And other adventures in animal neuroscience, Basic Books, 2017] ήταν όταν σε απεικονίσεις των εγκεφάλων των εθελοντών σκύλων διαπίστωσαν ότι πολλοί σκύλοι ένιωθαν μεγαλύτερη χαρά μ’ έναν καλό λόγο του αφεντικού τους παρά με μια λιχουδιά. Πάρα πολλοί βέβαια ένιωθαν πιο χαρούμενοι με τη λιχουδιά, πράγμα που αποδεικνύει ότι εμείς οι σκύλοι, όπως κι εσείς οι άνθρωποι, διαθέτουμε ατομικότητα και προσωπικότητα» (σ. 66). 

Εκτός από την ασυνέπεια απέναντι στον χαρακτήρα του ομιλούντος σκύλου που κατασκευάζει η Παναγιωτοπούλου –από τη μία εμφανίζεται ως κουτάβι και από την άλλη ως νευροεπιστήμων φιλόσοφος– έχω και αντιρρήσεις ουσίας: πρώτον, επειδή έχουμε αμφότεροι ιππόκαμπο και αμυγδαλή δεν σημαίνει ότι είμαστε και υποκείμενα ταυτόσημων εμπειριών. Δεύτερον, παραθέτω το απόσπασμα από το οποίο φαίνεται ότι μάλλον η Παναγιωτοπούλου οδηγήθηκε στο λανθασμένο συμπέρασμα στο τέλος του αποσπάσματος που μόλις διαβάσατε: «In the experiment, we showed them an object that signaled they would get food, then another one signaling that their owner would pop into view and say, “Good girl!” There were a handful of dogs that preferred praise over food. There were also a couple of dogs at the other end of the spectrum. For them it really was all about the food! [Laughs] But the vast majority of dogs had equal responses to both food and praise» (λινκ). 

Ουδόλως αποδεικνύει το αποτέλεσμα των απεικονίσεων και η συνακόλουθη διαφορά στις προτιμήσεις των σκύλων ότι «[...] εμείς οι σκύλοι, όπως κι εσείς οι άνθρωποι, διαθέτουμε ατομικότητα και προσωπικότητα». Μπορεί στη μυθοπλασία να μην υπάρχουν περιορισμοί αλλά ένα αφηγηματικό δοκίμιο οφείλει να ενσωματώνει τα πραγματολογικά στοιχεία με τη μυθοπλαστική συνθήκη. Η συγγραφέας εδώ βάζει τον τετράποδο ήρωά της να ερμηνεύει τα αποτελέσματα του πειράματος κατά το δοκούν και να οδηγείται σε ένα εξαιρετικά βεβιασμένο συμπέρασμα. Οι έννοιες «ατομικότητα» και «προσωπικότητα» είναι, φιλοσοφικά, ιδιαιτέρως απαιτητικές. Επιπροσθέτως, επειδή η Παναγιωτοπούλου παραθέτει και το βιβλίο του Berns, What it’s like to be a dog: And other adventures in animal neuroscience, επισημαίνω ότι το «What it’s like to be a dog» του συγκεκριμένου τίτλου αναφέρεται στο διάσημο δοκίμιο του Thomas Nagel «What Is It Like to Be a Bat?» (The Philosophical Review, October 1974) που συνιστά κλασικό φιλοσοφικό ανάγνωσμα, που προσφέρει επιχειρήματα για την αδυναμία μας να γνωρίσουμε τι ακριβώς σημαίνει να είναι κανείς νυχτερίδα – από τη σκοπιά της νυχτερίδας. Και το λέω αυτό γιατί η Παναγιωτοπούλου, που δεν είναι φιλόσοφος, προφανώς –επαναλαμβάνω για να μην παρεξηγηθώ– και έχει κάθε δικαίωμα να κατασκευάζει αφηγήσεις και να γράφει αφηγηματικά δοκίμια από τη σκοπιά ενός σκύλου, αρκεί να τηρεί ένα ελάχιστο επίπεδο συνέπειας απέναντι στο τι ακριβώς σημαίνουν οι όροι και οι έννοιες που πραγματεύεται.  

Αναφέρω επίσης μια χαρακτηριστική αβλεψία, ειδικά για βιβλίο στο οποίο κυριαρχεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός σκύλου. Ο Ίων, στο τελευταίο κεφάλαιο, μας αφηγείται τον έρωτα του για ένα δελφίνι που γνώρισε στους Φούρνους. Παραθέτω: «Κάθε χάραμα βρισκόμασταν και κάθε σούρουπο χωρίζαμε. Τα χρώματα του ουρανού, γαλάζια, μωβ, ροδιά, πορτοκαλιά, κίτρινα και οι ατέλειωτοι συνδυασμοί τους χαράχτηκαν για πάντα στη μνήμη μου. Η θάλασσα ακολουθούσε τα χρώματα του ουρανού κι έκρυβε τον ορίζοντα» (σ. 134). Καταρχάς, σημειώστε ότι οι σκύλοι δεν βλέπουν καλά μακριά, άρα η αναφορά στον ορίζοντα είναι αδόκιμη. Στη συνέχεια, ενώ είναι μύθος ότι οι σκύλοι δεν διακρίνουν χρώματα, θα είχα παραβλέψει το συγκεκριμένο σημείο αν η συγγραφέας δεν είχε βάλει τον Ίωνα να μιλάει και για «ατέλειωτους συνδυασμούς» χρωμάτων. Θέλει άραγε η Παναγιωτοπούλου να υπαινιχθεί ότι ο σκυλίσιος έρωτας χαρακτηρίζεται και από μια υπερβατικότητα αναφορικά με τις αισθητηριακές δεξιότητες του είδους του, κι εγώ την παρεξήγησα; Δεν πείθομαι.   

Τα καλύτερα σημεία του βιβλίου εντοπίζονται όμως στις συζητήσεις που κάνει ο Ίων για σκύλους ήρωες μυθιστορημάτων. Η Παναγιωτοπούλου με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο όταν διαβάζω παραγράφους σαν την ακόλουθη: «Το ότι εμείς οι σκύλοι ενδιαφερόμαστε κατά κύριο λόγο για τον Άνθρωπό μας φαίνεται ξεκάθαρα στην περίπτωση του κ. Κοκαλιάρη, ο οποίος ζούσε μαζί με το άστεγο αφεντικό του, τον Γουίλι, στους δρόμους του Μπρούκλιν και κατόπιν της Βαλτιμόρης. Ο κ. Κοκαλιάρης ήξερε ότι το άστεγο αφεντικό του ήταν στα τελευταία του και τον κατέλαβε υπαρξιακός τρόμος. Όπως χαρακτηριστικά σκεφτόταν, “αν αφαιρούσες τον Γουίλι από τον κόσμο, το πιθανότερο είναι πως και ο ίδιος ο κόσμος θα έπαυε να υπάρχει”» (σ. 68). 

Εδώ, που η Παναγιωτοπούλου αναφέρεται στο μυθιστόρημα του Paul Auster, Τιμπουκτού, παρατηρήστε πόσο βάθος αποκτά ο χαρακτήρας του σκύλου μέσα από ένα και μόνο σχόλιο. Ο Ιών, με παρόμοιο τρόπο θα αναζητήσει τις ρίζες του μέσα από τον Ασπροδόντη του Τζακ Λόντον, θα αναρωτηθεί για τις ταξικές διαφορές μέσα από τον Φλας της Βιρτζίνια Γουλφ που αναφέρεται στο σκύλο της Elizabeth Browning. Θα διαβάσει τον Μάγκα της Πηνελόπης Δέλτα αλλά και τη Φάρμα των Ζώων του Όργουελ, ίσως το κατεξοχήν μυθιστόρημα που θα έπρεπε να διαβάσει κάθε ζώο με φιλοσοφικές και πολιτικές ανησυχίες. Μου άρεσε όμως ιδιαίτερα και η αναφορά στο μυθιστόρημα Ατίμωση του νομπελίστα Τζ. Μ. Κούτσι για την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον ήρωα και τους σκύλους στον χώρο της Νότιας Αφρικής μετά το Απαρτχάιντ. 

Κάνοντας πλήρη κύκλο από την ιδιότυπη εισαγωγή μου, αντί επιλόγου, ορμώμενος κι εγώ, όπως εξάλλου και η Παναγιωτοπούλου αλλά και όλοι οι συγγραφείς που αναφέρονται στο βιβλίο της από την προσωπική μας αγάπη προς τα σκυλιά, θα σκιαγραφήσω μια θέση για την “αγάπη” του σκύλου προς τον άνθρωπο. Ο σκύλος είναι ζώο που οι συναισθηματικές του εξάρσεις εύκολα μας ξεγελούν στο να πιστεύουμε ότι το συμπαθές τετράποδό μας βιώνει αγάπη με τη σημασία που της δίνουμε εμείς ως έλλογα όντα. Πολύ φοβάμαι ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Η αγάπη που βιώνουμε εμείς, όσο κι αν ενέχει μέσα της σε μεγάλο βαθμό μια έξη, μια συνήθεια, παραμένει πάντα ένα συναίσθημα υπό αίρεση. «Θα σε αγαπώ για πάντα», ξεστομίζουν οι ερωτευμένοι αλλά, φευ, όλοι ξέρουμε ότι αυτό δεν είναι ακριβώς αλήθεια. Ο σκύλος, από την άλλη, που φυσικά δεν ξεστομίζει τέτοιες ή άλλες κουβέντες καθότι δεν κουβαλάει το έρμα του λόγου, μας αγαπά με τον τρόπο του για πάντα. Αλλά με ένα «για πάντα» που εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε, τουλάχιστον συνειδητά, γιατί έχουμε την τάση να του προσδίδουμε ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Και όσο κι αν ακούγεται περίεργο, ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά έχει να κάνει με τις δικές μας ανθρώπινες ανασφάλειες και ανοχές και αντοχές. Έτσι, ο σκύλος αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο η αγάπη του οποίου προς εμάς τελεί υπό αίρεση. Βλέπετε το παράδοξο; Επειδή αγαπάμε τον σκύλο μας ως άνθρωπο πιστεύουμε κάπως ότι κι εκείνος κρατάει μια πισινή και η αγάπη του δεν είναι απόλυτη. Επομένως, ο άμοιρος σκύλος, απολαμβάνοντας το προνόμιο να εισέρχεται στον στενό κύκλο της οικογένειάς μας, αυτομάτως, επωμίζεται και ανθρώπινα κουσούρια.

Ο σκύλος, εικάζω, απολαμβάνει τη συμβιωτική σχέση που απολαμβάνει με τον άνθρωπο, περισσότερο λόγω ομοιότητας με εμάς παρά λόγω κάποιας θαυμαστής προσαρμοστικότητας από μέρους του. Όποιος έχει συμβιώσει με σκύλο θα γνωρίζει καλά ότι το κούνημα της ουράς και το γάβγισμα δεν εξαντλούν την ευγλωττία του σκύλου στην έκφραση των συναισθημάτων του. Ο σκύλος αναστενάζει, συνοφρυώνεται, θυμώνει, δυσανασχετεί, απογοητεύεται, αγχώνεται, βαριέται, ζηλεύει και όλα αυτά τα βιώνει όχι συγκυριακά, ευκαιριακά, ή σε μικρότερο βαθμό από ό,τι εμείς. Ο σκύλος, και εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά μας, όλα αυτά τα συναισθήματα τα βιώνει πιο έντονα από εμάς γιατί τα βιώνει αφιλτράριστα. Τα βιώνει χωρίς το διαρκές δεκανίκι της λογικής που διαφεντεύει και νερώνει τα δικά μας συναισθήματα. Ο σκύλος ενδημεί σε αυτό το μεταιχμιακό κενό ανάμεσα στο ζωικό και το ανθρώπινο. Όπως έλεγε και ο Κωστής Παπαγιώργης, αναφερόμενος στον σκύλο, «από τη μια μεριά το ζώο είναι ανθρώπινο πείραμα που έμεινε στη μέση, ενώ από την άλλη είναι ζωικό πείραμα που έδωσε αποτελέσματα ανώτερα του αναμενόμενου». Ο σκύλος βιώνει μια ζωή εδεμικής πληρότητας και αμεσότητας των συναισθημάτων του και, τελικά, αυτό ακριβώς είναι που μας κάνει να νιώθουμε την αγάπη που νιώθουμε για εκείνον. Η ανόθευτη καθαρότητα των συναισθημάτων του σκύλου τον κάνει να στέκεται πολλές φορές ως υπόδειγμα σε αυτό που θα θέλαμε να ήμασταν εμείς. Εδώ εξάλλου εδράζεται και το «γίνε ο άνθρωπος που νομίζει ο σκύλος σου ότι είσαι». Ακόμη λοιπόν κι αν τελικά γνωρίζουμε ότι η αφοσίωση του είναι άνευ όρων –παρότι όπως είπα παριστάνουμε ότι δεν είναι έτσι γιατί η δική του μάς γίνεται φορτική και τη δηλητηριάζουμε με ανθρώπινα κουσούρια– λίγο αντιλαμβανόμαστε τι ακριβώς σημαίνει αυτό το «άνευ όρων» για ένα ζωντανό που ενδημεί στις παρυφές του χώρου της λογικής και της ηθικής – τον χώρο που οι φιλόσοφοι αποκαλούν «space of reasons». Ο σκύλος θα κάνει τα πάντα για να μπορεί απρόσκοπτα να βιώνει την προσκόλληση στον άνθρωπό του ως μοναδική, αδιαπραγμάτευτη και, κυρίως, ως μη ανταγωνιστική.

Παρά τις όποιες αντιρρήσεις μου, να το διαβάσετε.

 

— Στέλλα Παναγιωτοπούλου, Ίων ο κύων - Περί συνύπαρξης ανθρώπων και ζώων, Ίκαρος: 2023, 144 σελίδες, ISBN: 9789605725761, τιμή: €12.00.