Skip to main content
Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2023
Χειραφέτηση ή υποτέλεια

«Πώς θα κερδίσεις πιο πολλά από την ιστορία μου; Με το να την πιστέψεις, ή με το να μην την πιστέψεις;

Λαρς φον Τρίερ, Nymphomaniac» (σ. 93).

Το συγκεκριμένο απόσπασμα έχει τεθεί ως μότο στο διήγημα «Ο ψεύτης». Η ερώτηση με το συνακόλουθο δίλημμα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κάθε υποκείμενο που εκτίθεται στη σαγήνη μιας ιστορίας, γιατί υπαινίσσονται κάτι βαθύτερο για την έννοια της μυθοπλασίας: η αξία της κείται όχι μόνο πέραν της αλήθειας, αλλά ενδέχεται το ψέμα της, αν καταστεί πιστευτό, να αποβεί επικερδέστερο. Ο Ανδρέας Μήτσου (Αμφιλοχία, 1950) στη συγκεκριμένη συλλογή φέρνει τον αναγνώστη σε δύσκολη θέση. Ο συγγραφέας ενώ καταφέρνει να εντοπίσει και να υπαινιχθεί αξιοπρόσεκτες θεματικές, σε κάποιες περιπτώσεις αποτυγχάνει να φέρει εις πέρας τους φορμαλισμούς που θα τις μετασχηματίσουν σε δόκιμους μηχανισμούς παραγωγής νοήματος. Σε άλλες περιπτώσεις, η συνταγή λειτουργεί. Στα θετικά προσμετρώ επίσης και κάτι ουδόλως απλό: ο Μήτσου σκιαγραφεί ένα βαθύτερο σημαινόμενο που εξακτινώνεται σχεδόν στο σύνολο των διηγημάτων της συλλογής. Ποιο είναι αυτό; 

Ας δούμε πρώτα το προφανές στο μότο της συλλογής: «Κάθομαι εδώ και πλάθω ανθρώπους κατ’ εικόνα μου» από το ποίημα «Προμηθέας» του Γκαίτε. Η εικόνα καθίσταται ευκρινέστερη στο «Ο δισθανής», το διήγημα που ανοίγει το βιβλίο. Ο αφηγητής, εδώ, εμφανίζεται να στέκεται απέναντι στους σωσίες του, στα «κατ' εικόνα» κατασκευάσματά του, και καθώς πασχίζει να αφουγκραστεί τη στάση τους απέναντι στον ίδιο και τους κινδύνους που ενδέχεται να ελλοχεύουν στην ύπαρξή τους, τελικά, έκπληκτος, ανακαλύπτει ότι δεν του μοιάζουν. «Δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου» (σ. 16). Ο συγγραφέας, θέλει να μας πει ο αφηγητής, είναι ο δισθανής: εκείνος που ενόσω περιμένει τον αναπόδραστο θάνατό του «άμα έρθει η ώρα [τ]ου» βιώνει και έναν θάνατο πριν την ώρα του έτσι όπως με το πέρασμα του χρόνου συνειδητοποιεί ότι στέκεται απέναντι σε δημιουργήματα που ενίοτε τον προδίδουν ποικιλοτρόπως. Παρ’ όλ’ αυτά, η μοίρα του φαντάζει προδιαγεγραμμένη: συνεχίζει να γράφει ιστορίες για να θυμηθεί «[...]ποιον έβλαψ[ε], τι έκαν[ε] λάθος στη ζωή [τ]ου, πού έφταιξ[ε] [...]» (σ. 16). 

Πάνω σε αυτά τα ερωτήματα πατάει και το «Ο καουμπόης του Αλίμου» που δίνει και τον τίτλο της συλλογής. Ενώ όμως το διήγημα εντυπωσιάζει με το εύρος των στοιχείων που επινοούνται για να φέρουν στην επιφάνεια την ανάμνηση από τα σφαγεία των αγελάδων που κατατρύχει τον ήρωα, φαντάζει (και ίσως και να είναι) έωλο. Οι πραγματολογικές υποχωρήσεις που ζητά ο συγγραφέας από τον αναγνώστη είναι υπερβολικές. Όταν, για παράδειγμα, διαβάζει κανείς «Ενθουσιάστηκαν, για κοκαϊνη την πήραν, για ηρωίνη ίσως, κι αυτή σνίφαραν ευτυχισμένοι όλον τον προηγούμενο μήνα. Τη σκόνη των τριμμένων οστών των αγελάδων» (σ. 27), αδυνατεί να τον ακολουθήσει. Προς το τέλος διαβάζουμε: «Όσο για τα γελάδια, θυμήθηκα τις λυπημένες φωνές τους, τα μουγκρητά τους, καθώς στην παιδική μου ηλικία –το σπίτι μου ήταν πολύ κοντά στα δημόσια σφαγεία της πόλης, στην Αμφιλοχία [...]» (σ. 27). Η σύνδεση είναι διεκπεραιωτική παρά τις δόκιμες απορίες που διατυπώνει ο αφηγητής οι οποίες αντηχούν και τις απορίες του αναγνώστη: «Όμως δεν μπορώ να δικαιολογήσω, να διακρίνω τη λογική σχέση και συνάφεια αυτής της σκόνης από τα τριμμένα κόκκαλά τους με τη δική μου συμμετοχή, με τη δική μου ενοχή. Να βρω, δηλαδή, ένα λόγο δίκαιο να κυνηγάνε εμένα οι αγελάδες, να με κατηγορούν ακόμα, τόσα χρόνια μετά. Τι θα μπορούσα να κάνω εγώ; Ένα παιδί ήμουνα που έτυχε να μένω δίπλα» (σ. 28).  

Ο συγγραφέας βρίσκει τον βηματισμό του σε διηγήματα όπως «Το ξάγναντο». Ο ήρωας που στέκει «αφ’ υψηλού» επειδή προστατεύει τους υπόλοιπους από το «αναπάντεχο κακό» θα εξωθηθεί στο ψάρεμα, από τους άλλους ψαράδες, και θα φέρει στην επιφάνεια το τεράστιο σαλάχι των 300 κιλών. Διαβάζουμε: «[...] αφού ήμουν, από τόσο μικρός, ανήμπορος να κόψω στη μέση την πραγματικότητα, να την ξεχωρίσω από τ’ όνειρο» (σ. 36). Ο μικρός «Αντρίκος» που στεκόταν στο όριο ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο συμβολίζει τη γέννηση της συγγραφικής περσόνας που «επισκοπεί» την πραγματικότητα για να προστατεύσει μέσω του μύθου. «Αυτό το κόκκινο αυλάκι χωρίζει πάντα τη θάλασσα του Αμβρακικού στα δύο. Ακόμα κι όταν ονειρεύομαι» (σ. 40), καταλήγει το διήγημα. Η κατάτμηση της πραγματικότητας από τον συγγραφέα έτσι ώστε να μετασχηματιστεί σε μύθο περιγράφεται ως μια επώδυνη και αιματηρή συνθήκη. Εύλογα ο αφηγητής/συγγραφέας διατυπώνει το παράπονό του: «Περίμεναν κάτι από μένα. Τι ήταν αυτό, δεν ήμουν σε θέση να καταλάβω. Ούτε και σήμερα ακόμα το ‘χω μάθει» (σ. 38). 

«Το μαχαίρι του μοναχού Βησσαρίωνα» θα μπορούσε να είναι μια εξαίρετη σπουδή στη ματαιοδοξία. Ο ήρωας, εγωκεντρικός, αλαζόνας και υπερφίαλος τρέφεται από το πάθος του για τη λογοτεχνία. Η οίησή του φτάνει στο απόγειό της όταν συνειδητοποιεί ότι ο έρωτάς του δεν έχει να κάνει με ένα πρόσωπο, τη δασκάλα του, αλλά με έναν πίνακα που βρίσκεται στο σπίτι της. Η εμμονή του ήρωα για να ευοδωθεί ο έρωτάς του με τον πίνακα –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό– τον οδηγεί να εκμεταλλευτεί τον όψιμο έρωτα της δασκάλας του. «Ο έρωτας και το μίσος του μαζί για τη δασκάλα, όσο περνούσαν τα χρόνια, δυνάμωνε, αν και δεν μπορούσε ακόμα να τα ξεχωρίσει, ποιο από τα δύο υπερίσχυε. Η έλλειψη του πίνακα τον κατέτρωγε» (σ. 61), διαβάζουμε κατάτι απορημένοι με τις συντακτικές επιλογές. Το διήγημα συνομιλεί με προηγούμενο έργο του συγγραφέα (Η Αλεξάνδρα, Καστανιώτης: 2015) και ίσως για αυτό δεν γίνονται κατανοητές οι μεταπτώσεις και τα περάσματα από τις ατραπούς του νου του ήρωα. Η συνειδητοποίησή του, για παράδειγμα, ότι δεν είναι ερωτευμένος με τη δασκάλα του αλλά με τον πίνακα δεν αποτυπώνεται πειστικά: «Τον πρώτο καιρό, όταν ήταν ακόμη παιδί, πίστευε πως ήταν η δασκάλα του εκείνη που είχε ζωγραφίσει τον πίνακα, αλλά καθώς περιδινιζόταν, έρμαιο των φαντασιώσεών του, έφτασε να ξεχωρίσει τα πράγματα. Καθάρισε το μυαλό του και το κατάλαβε. Τον πίνακα αγαπούσε. Μ’ αυτόν ήταν ερωτευμένος. Με τον τσαγκάρη, τον μοναχό Βησσαρίωνα. Από τότε το μίσος για τη γυναίκα που του τον έχει αποστερήσει μεγάλωνε» (σ. 63). Οι επεξηγηματικές παρεμβάσεις του αφηγητή δεν συνηγορούν προς τον σκοπό αυτό: «(Ειλικρινά τι διήγειρε τόσο την τυραγνισμένη ψυχή του, ώστε να φτάσει σε τέτοιο σημείο παράκρουσης, σε τι αγνώστους για μένα κόσμους τον είχανε ταξιδέψει η λογοτεχνία και η τέχνη, δεν μπορώ να το γνωρίζω. Και φοβάμαι να το σκεφτώ περισσότερο)» (σσ. 66-67). Ο αναγνώστης θέλει να πεισθεί και να ακολουθήσει τον μύθο αλλά το βάθος και το εύρος των ιδιότυπων συναισθημάτων του ήρωα καλούν για διεξοδικότερα εχέγγυα που δυστυχώς απουσιάζουν.

Στο «Μια νύχτα με βροχή» ο Μήτσου στήνει ένα εξαίρετο διήγημα που εξηγεί «[...] γιατί ο άνθρωπος παρασέρνεται κάποια στιγμή και αποζητά καταφύγιο στο παράλογο, και πέφτει έτσι στον γκρεμό για να σωθεί [...] (σ. 52), αλλά νιώθει την ανάγκη στις τελευταίες γραμμές να προσθέσει μια επεξηγηματική κοινοτοπία που αλλοιώνει τη συνολική εικόνα: «Πάντως, για να βγει το ηθικό δίδαγμα από αυτή την εξιστόρηση-εξομολόγηση, όποιος δεν έχει πέσει στον γκρεμό, σωσμό δεν έχει. Αυτό έχω να πω» (ό.π.). Επιπροσθέτως, όταν προς το τέλος του «Άνδρες σε παγκάκια», και ενώ ο αφηγητής θέτει ευφάνταστα υπό εξέταση το άχθος της μνήμης και τα ατοπήματα του παρελθόντος, διαβάζουμε «Όταν κάποτε συνήρθε, ντύθηκε προσεκτικά και αποφάσισε να τη βρει. Θα την έβρισκε, όπου και να βρισκότανε» (σ. 31) και η ιστορία χάνει απότομα την ορμή της. Οι λεπτομέρειες στην έκφραση και η επιλογή των λέξεων δεν συνάδουν με το βάρος της θεματικής του διηγήματος.

Ο Μήτσου όμως σχεδόν ξαναβρίσκει τον βηματισμό του στο «Η τελευταία ελπίδα»: «Σε αιφνιδιάζει η χαρά του άλλου, σ’ εξαφανίζει. Παρεκτός και τον αγαπάς περισσότερο κι από τον ίδιο σου τον εαυτό» (σ. 46) λέει ο πατέρας του αφηγητή στην κορύφωση του διηγήματος που συνιστά και μια προσωπική εξομολόγηση για το πώς στήθηκε το μυθιστόρημα Ο κίτρινος στρατιώτης (Καστανιώτης: 2012). Είπα όμως «σχεδόν ξαναβρίσκει τον βηματισμό του» γιατί προς το τέλος ο συγγραφέας καταφεύγει σε δύο διατυπώσεις που αλλοιώνουν το εξαίρετο μέχρι εκείνη τη στιγμή αποτέλεσμα: «Γιατί, μια φράση, ένα ερώτημα, μια ασήμαντη ίσως λεπτομέρεια, μπορεί να είναι ο πυρήνας της κάθε ιστόρησης, η μαγιά της. Σ’ αυτό το ερώτημα πρέπει ν’ απαντήσεις. Φουσκώνει από μόνο του, καθώς εσύ αποζητάς την απάντηση, γίνεται, το μυθιστόρημα, όπως ακριβώς το ψωμί από το προζύμι. Όμως συχνά στεγνώνει η ιστορία και σου απομένει η ψίχα. Η μία φράση της, το ίδιο ερώτημα. Αναπάντητο ακόμα, και πιο απαιτητικό» (σ. 47). Βρίσκω ιδιαιτέρως ενδιαφέρον ότι ο συγγραφέας συμμερίζεται την ανησυχία μου, ίσως και την ανησυχία άλλων πέραν εμού, ίσως γιατί ανησυχεί και ο ίδιος: «Και επειδή λίγοι θα καταλαβαίνουν σήμερα από μαγιά και ψίχα και από ψωμί ίσως, καλύτερα να πω πως προσομοιάζει με τη λειτουργία του ακορντεόν το κάθε μυθιστόρημα, κι ο συγγραφέας, όμοιος με τη φυσούνα αυτού του μουσικού οργάνου –τον χώρο αποθήκευσης του αέρα– εισπνέει το άρωμά της κατά το άνοιγμα της ιστορίας του και το εκπνέει με το κλείσιμό της. Ξεκινά το μυθιστόρημα μ’ έναν μικρούλη ήχο, μια νότα, που απλώνεται ύστερα απαλά, που μεγαλώνει, που αποκτά απρόβλεπτη έκταση. Όμως πάλι μαζεύεται, και ό,τι ακούγεται πια, είναι ο ίδιος, ανεπαίσθητος, ο πρώτος ήχος του. Ένα αχνό βογκητό, ένα παράπονο, ένας αναστεναγμός» (σσ. 47-48). Τα δύο αυτά καταληκτικά εδάφια, παρότι είναι διακριτό ότι ασκούν γοητεία στον συγγραφέα, τείνουν προς τον συναισθηματισμό. Ακριβώς επειδή ακούμπησαν τόσο το θυμικό του συγγραφέα έπρεπε να είχε το θάρρος και την ωριμότητα να τα κόψει. Παρά την πιασάρικη εκλαϊκευτική υφή τους, δυστυχώς ή ευτυχώς, το μυθιστόρημα δεν είναι ούτε μαγιά, ούτε ψωμί, ούτε ήχος στο ακορντεόν, και ο Μήτσου το γνωρίζει αυτό καλύτερα από μένα.

Μου άρεσε όμως ιδιαιτέρως το «Τα μυστήρια της Ελευσίνας» που στέκει ως σύντομη παραβολή για το τι είναι σύμπτωση: «Πώς να τους έλεγα ότι δεν υπήρξε κάτι παραπάνω, το παραμικρό, τίποτε απολύτως, μεταξύ μας; Ποιος θα με πίστευε; Ότι ήταν δηλαδή μια συνέργεια δυνάμεων καταχθόνιων, μια ζηλόφθονη συμπαιγνία σε βάρος μου, αυτό που μόλις είδαμε» (σ. 92).

Στέκομαι λοιπόν στη μέση. Τα διηγήματα δεν ήταν ακριβώς αυτό που περίμενα από το όνομα, τη φήμη αλλά κυρίως από την αίσθηση που μου είχαν αφήσει τα έργα του συγγραφέα σε παρελθοντικές αναγνώσεις. Δεν ήταν αυτό που περίμενα κυρίως από πλευράς φόρμας, γιατί αναγνωρίζω ότι οι θεματικές τους στέκουν με αξιώσεις. Παραμένω λοιπόν αμφίθυμος και για έναν επιπλέον λόγο, γιατί ο Μήτσου, στο «Ατελέσφορη εμμονή», υπαινίσσεται μια πολύ ενδιαφέρουσα εξήγηση για τις κάπως κρυπτικές επιλογές του στην ανάπτυξη των διηγημάτων – μια εξήγηση που συνηγορεί υπέρ του. Παραθέτω: «Μ’ αρέσουν όμως τα μυστήρια. Θεωρώ μεγάλη τύχη να είμαι μέρος τους, να συμμετέχω, να ‘χω κι εγώ ένα ρόλο καίριο απ’ αυτά. Για τούτο και δεν κάνω ερωτήσεις όταν νιώθω πως έχω ήδη εμπλακεί. Από φόβο μην και το χαλάσω, μην προσγειωθώ σε μια απλή και αυτονόητη πραγματικότητα. Το συντηρώ, όσο μπορώ, προσπαθώ να επιμηκύνω το ανείπωτο και το ανεξιχνίαστο, να το διατηρήσω. Βέβαια, η πραγματικότητα είναι ύπουλη και χαιρέκακη, και εκεί που είσαι μια χαρά με το ανεξήγητο, μες στην αναμονή του, προβάλλει απροσδόκητα ένας ήλιος βάναυσος και εκδικητικός και τα φωτίζει, και τα κατακαίει όλα μονομιάς. Σαν τη φωτογραφία που παίρνει φως» (σ. 140).

«Η λιτανεία γυρίζει πάντα στο μέρος όπου ξεκίνησε» λέει μια ιταλική παροιμία που ο συγγραφέας έχει θέσει ως μότο στο τελευταίο διήγημα της συλλογής. Για να κλείσω θα επανέλθω τόσο στο απόσπασμα που άνοιξε το κείμενο όσο και στο μότο του βιβλίου από το «Προμηθέας» του Γκαίτε. Είναι υψίστης σημασίας για να καταφέρει να πεισθεί ο αναγνώστης και να δοκιμάσει να πιστέψει το ψέμα της μυθοπλασίας –όπως διαβάζουμε στο απόσπασμα του Τρίερ– και άρα να επωφεληθεί από τις δυνητικές αρετές της ιστορίας, η ιστορία να προτάσσει την εσωτερική της συνοχή και αληθοφάνεια. Ο Μήτσου, σε κάποια διηγήματα το πετυχαίνει αυτό. Στα υπόλοιπα, ο αναγνώστης δυσκολεύεται. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι ο συγγραφέας δεν είναι κοινωνός του νοήματος του ποιήματος από το οποίο έχει αντλήσει το μότο του. Τα κατ' εικόνα δημιουργήματα του Προμηθέα, ακριβώς επειδή ο Προμηθέας πήρε αποστάσεις από τον Δία και πλήρωσε το τίμημα, στέκουν απέναντι στον δημιουργό τους όχι ως υποτελή αλλά ισότιμα και ανεξάρτητα από εκείνον. Με αυτή τη σκέψη ως οδηγό, και τα δημιουργήματα του συγγραφέα –τα γραπτά του– θα έπρεπε να στέκουν απέναντι στον δημιουργό τους ανάλογα: να χαράσσουν τη δική τους πορεία. Είμαι της άποψης ότι ο Μήτσου ενώ δεν μπορεί παρά να το συνειδητοποιεί αυτό στέκει τελικά απέναντι στα διηγήματα της συγκεκριμένης συλλογής προστατευτικά και άκρως συναισθηματικά: σαν πατέρας που διστάζει να δώσει ελευθερίες· σαν πατέρας που αρνείται τη χειραφέτηση και τη νομοτέλεια της διαδοχής επινοώντας ιδιότυπα και ευφάνταστα δεσμά.

— Ανδρέας Μήτσου, Ο Καουμπόης του Αλίμου, Καστανιώτης: 2023, 162 σελίδες, ISBN: 9789600371024, τιμή: €15.00.