Skip to main content
Πέμπτη 13 Ιουνίου 2024
«Η ευαισθησία των άλλων»

«Ωστόσο η ευαισθησία των άλλων είναι μια κατασκευασμένη συνθήκη που συντηρείται από τα παθήματα των αληθινών μαρτύρων» (σ. 97).

Είναι άραγε το μυθιστόρημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη (Παλαιοχώρι Καβάλας, 1956) μια απόπειρα μεταγραφής «παθημάτων των αληθινών μαρτύρων»; 

Συνεισφέρει δηλαδή ο συγγραφέας ώστε να συντηρείται αυτή η «κατασκευασμένη συνθήκη» που αποκαλεί «ευαισθησία των άλλων»;

Όταν λέω «ο συγγραφέας» εννοώ τόσο τον Γρηγοριάδη όσο και τον Αντώνη, τον ήρωά του, επίσης συγγραφέα, που έχει δημιουργηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να παραπέμπει στον ίδιο. Ο Γρηγοριάδης, εξάλλου, αφήνει λίγες αμφιβολίες για το αν ο Αντώνης κι εκείνος ταυτίζονται. Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου φέρει τον τίτλο «Βίσμπυ, Σουηδία – Μάρτιος 2023» και το σημείωμα που διαβάζουμε αμέσως μετά το τέλος του μυθιστορήματος, σημείωμα που υπογράφεται από τον συγγραφέα, επιβεβαιώνει τις προθέσεις του: 

«Το Ελσίνκι γράφτηκε τον Μάιο του 2018 και τον Μάρτιο του 2023 στο Baltic Centre for Writers and Translators στην πόλη Βίσμπυ του νησιού Γκότλαντ της Σουηδίας». 

Στον πυρήνα του μυθιστορήματος υπάρχει μια ερωτική ιστορία. Ο Αντώνης θα γνωρίσει τον κατά είκοσι πέντε χρόνια νεότερό του Αβίρ, πρόσφυγα από το ιρακινό Κουρδιστάν, που έρχεται στην Ελλάδα. Θα ζήσουν μαζί περίπου τρία χρόνια. Με το ξέσπασμα της κρίσης ο Αβίρ θα φύγει για τη Φινλανδία. Ο έρωτας αυτός χρησιμοποιείται ως αφορμή για να μιλήσει ο Γρηγοριάδης για το μεταναστευτικό αλλά, κυρίως, για την πλαστικότητα της ανθρώπινης φύσης, που κατοπτρίζεται με συνέπεια στην εποχή μας. Η ιστορία είναι δοσμένη «[...] μέσα από διαφορετικές ματιές και σκόρπιες εικόνες» (σ. 215). Ο μύθος ξεδιπλώνεται μέσα από “αποστασιοποιημένα” κεφάλαια στο τρίτο πρόσωπο, μέσα από διαδικτυακές συνομιλίες του Αντώνη με τον Αβίρ, αλλά και από πρωτοπρόσωπα κεφάλαια του Αντώνη, που σταδιακά μετατοπίζουν τον μυθιστορηματικό φακό στον ίδιο και αφήνουν να εννοηθεί μια ανησυχία για το αν τελικά πρόδωσε σε κάποιο σημείο τον Αβίρ και κατά συνέπεια τον εαυτό του. 

«Κι εκεί την πάτησα, διότι αυτή τη φορά δεν έγραφα ούτε θέατρο ούτε μυθοπλασία· διάλεξα έναν χαρακτήρα από την πραγματικότητα. Έτσι, έπεσα θύμα της ίδιας μου της ευρηματικότητας, υιοθετώντας έναν ρόλο βασισμένο στον ίδιο μου τον εαυτό. Θα τα εξηγήσω αργότερα αυτά, τα θεωρητικά και τα δήθεν, που πολλές φορές μάς αποκόβουν από τις αληθινές μας επιθυμίες» (σσ. 82-83).

Ο Γρηγοριάδης αποτυπώνει την αντίστασή του προς την εμμονή να αποδελτιώνονται οι επιθυμίες μας σε απτές κατηγοριοποιήσεις, να καθίσταται η ζωή ένα, τρόπον τινά, σύνολο εύτακτων οδηγιών προς ναυτιλλομένους. Να πρέπει δηλαδή ο καθένας να ορίσει, ακόμη και στον εαυτό του, τι ακριβώς είναι. 

«“Δηλαδή, εγώ τώρα που είμαστε μαζί είμαι bisexual;” “Ό,τι αισθάνεσαι” χαμογέλασα και τόνισα πως δεν έβαζα ετικέτες στη ζωή μας» (σ. 215). 

Ο Γρηγοριάδης περνάει με εξαιρετικό τρόπο, με, για να το πω αντιφατικά, μετριοπαθή αδιαλλαξία, μια χαρτογράφηση της επιθυμίας πάνω στον ρευστό γεωπολιτικό καμβά της εποχής μας. Από τη μία πλευρά στέκεται το νόμιμο και από την άλλη το δίκαιο. Από τη μία πλευρά στέκονται οι επιταγές της κοινωνίας και από την άλλη η επιθυμία της μονάδας –του ανθρώπου– που ασφυκτιά και μέσω των «παθημάτων των αληθινών μαρτύρων» υπαγορεύει –αργά, σιωπηλά και επώδυνα– τον μετασχηματισμό των κανονιστικών πλαισίων. 

Στο μυθιστόρημα παρακολουθούμε καταλεπτώς τα στάδια της πορείας του Αβίρ τόσο ως πρόσφυγα, που προσπαθεί να ενταχθεί στον τρόπο ζωής στη Δύση όσο κι ως ανθρώπου, που πασχίζει να συμβιβάσει τις επιθυμίες του με τις προσταγές της οικογένειάς του. 

«Νιώθει και πάλι ηττημένος, παράταιρος. Μια ζωή εμπόδια. Να υποδύονται πως είναι κάποιοι άλλοι, να εφευρίσκουν ιστορίες, να επινοούν έγγραφα και ντοκουμέντα» (σ. 209).

Ο Αντώνης επιδεικνύει ζέση και πάθος στην καταγραφή των καταστάσεων της ζωής του Αβίρ, ομολογεί εξάλλου ότι τον μεταχειρίζεται ως ήρωα μυθιστορήματος, αλλά ο ίδιος, ως άνθρωπος, παραμένει διστακτικός, κάπως απαθής, σαν να μην επιθυμεί –λόγω δειλίας, ή άραγε λόγω βαθιάς κατανόησης της θέσης του;– να κυνηγήσει το πάθος του. Αυτή όμως η ένταση ανάμεσα στη συγγραφική συνέπεια και την προσωπική απάθεια είναι που προσδίδει στο μυθιστόρημα την αιχμή του. Ο Γρηγοριάδης, ως Αντώνης, σε κερδίζει με τις εξαίρετες παρατηρήσεις του, ειδικά όταν στέκεται επικριτικά και αυτοκριτικά στην ίδια την τέχνη της συγγραφής. Όταν δηλαδή νιώθει, αμυδρά, τύψεις, έτσι όπως παρατηρεί τον Αβίρ και τη σύζυγό του ως ήρωες του μυθιστορήματος που διαβάζουμε. 

«Αυτός ζαλίζεται, μάλλον εκεί στην Αθήνα τα βλέπουν όλα σαν ταινίες και βιβλία – ειδικά ο Αντώνης από καιρό τον βλέπει σαν χαρακτήρα σε βιβλίο και γράφει τις ιστορίες του» (σ. 184)

Ή:

«Δεν θέλω να περιγράψω περισσότερο εκείνες τις ώρες, η αγωνία είναι δική τους, η δική μου είναι μυθοπλαστική (σ. 187). 

Όπως και:

«Και όμως, πάντα αισθανόμουν παρόν το βλέμμα αυτής της στιβαρής γυναίκας, που κέρδιζε τη συμπάθειά μου όλο και περισσότερο. Έλπιζα κι εκείνη να μην έχει αλλάξει στάση απέναντί μου, δεν μπορούσα να διεισδύσω περισσότερο στον ψυχισμό της· συμπέραινα, αλλά χωρίς αποδείξεις, πως ήταν ήδη μια ηρωίδα μου, με απερίγραπτες όμως σκιαγραφήσεις» (σ. 213).

Παρατηρήστε αυτό το «χωρίς αποδείξεις», που υποδηλώνει το είδος αλλά και την αμεσότητα της επαφής που νιώθει ο Αντώνης προς τη σύζυγο του Αβίρ. Μια αμεσότητα, όμως, που όσο τον καθιστά καλύτερο παρατηρητή, και άρα καλύτερο συγγραφέα, τόσο τον υποσκάπτει ως ερωτευμένο, καθώς παραδίδεται και σαγηνεύεται, όχι από το αντικείμενο του πόθου του, αλλά από την ιδιότητα της συζύγου του ως «μια ηρωίδα [τ]ου, με απερίγραπτες όμως σκιαγραφήσεις». 

Αισθάνομαι όμως ότι η θέση του Αντώνη, αυτός ο δισταγμός, η ιδιότυπη αποστασιοποίησή του, έχει βαθύτερη σημασία. Ο Γρηγοριάδης, για να απαντήσω και τα ερωτήματα που ανοίγουν το παρόν κείμενο, δεν κατασκευάζει ένα έργο που αποσκοπεί να συντηρήσει την «ευαισθησία των άλλων». Παρά τη λεπτομερή αποτύπωση της πορείας του Αβίρ από το Ιράκ στη Φινλανδία, μια διαδρομή με πισωγυρίσματα και ποικίλες ψυχολογικές μεταπτώσεις, που υποδηλώνουν την ανάγκη του ήρωα να κατανοήσει τον εαυτό του αλλά και να αισθανθεί ότι πραγματώνει τις επιταγές της καταγωγής του, ο Γρηγοριάδης, και αυτή είναι μια από τις μεγάλες αρετές του βιβλίου, ουδέποτε διολισθαίνει σε μια καταγγελτική καταγραφή των «παθημάτων των αληθινών μαρτύρων». Το κάπως απότομο και δυσοίωνο τέλος, που ο Αντώνης το παραλληλίζει με «τολστοϊκό κάρμα», που «[...] βάλθηκε να αποδείξει για άλλη μια φορά ότι μια δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο» (σ. 225), λειτουργεί υποστηρικτικά προς τη θέση που προτάσσει ο συγγραφέας για μια προσωπική «οριοθέτηση» του κόσμου του: 

«Ερχόμουν απ’ αλλού, είχα κατασκευάσει με το μυαλό και την καρδιά μου έναν δικό μου προσωπικό χώρο, που τον οριοθετούσα μακριά από περιορισμούς και θεσμοθετήσεις» (σ. 201). 

Στο τέλος –έτσι όπως το μυθιστόρημα που διαβάζουμε αρχίζει όλο και πιο έντονα να συναρμόζεται με την πραγματικότητα του συγγραφέα, που, εμμέσως πλην σαφώς, υπαινίσσεται ο Γρηγοριάδης– σκιαγραφείται η εγγύτητα της απειλής που ενσταλάζει και σε εμάς, τους «αποστασιωπημένους σχολιαστές», ο πόλεμος στην Ουκρανία. 

«Δεν μπορούμε να μιλήσουμε περισσότερο, όμως έχω μείνει εμβρόντητος. Όσα κι αν ακούσεις για έναν πόλεμο, όσα κι αν διαβάσεις, όσα κι αν γράψεις στις αναρτήσεις σου, παραμένεις ένας αποστασιοποιημένος σχολιαστής. Αυτή τη φορά όμως ο πόλεμος είναι κοντά μου, τον φέρνει μια γυναίκα που δεν ξέρει αν θα ξαναδεί τον άντρα της. Που αισθάνεται ευγνωμοσύνη και συγκίνηση γιατί πίνει ένα τσάι πάνω στο ξύλινο και τρυφερά γδαρμένο τραπέζι όπου έχουν καθίσει δεκάδες φιλοξενούμενοι γραφιάδες, παραμυθάδες, διαμεσολαβητές της ζωής του κόσμου» (σσ. 228-9, υπογράμμιση στο πρωτότυπο). 

Η επιθυμία του Αντώνη να καταστεί, έστω και με τον τρόπο του, μέλος της οικογένειας του Αβίρ μπορεί τελικά να αποτυγχάνει αλλά η προσήνειά του τον οδηγεί να συνειδητοποιήσει ότι «ο τόπος που ονειρεύτηκε» είναι πάντα εφικτός. 

«Φέρνω τα χέρια μου στο μέρος της καρδιάς και την ευχαριστώ. Φεύγω ταραγμένος. Ήθελες μια οικογένεια; Να άλλη μία. Την έχεις εδώ» (ό.π.). 

 

— Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Ελσίνκι, Πατάκη: 2024, 240 σελίδες, ISBN: 9786180707915, τιμή: €13,30.