Skip to main content
Πέμπτη 23 Μαΐου 2024
Η κούριερ
– Λεπτομέρεια από το εξώφυλλο της έκδοσης
– Λεπτομέρεια από το εξώφυλλο της έκδοσης

«Μια ιστορία για το μυστήριο, για τον πόνο, την τραγικότητα, την τρέλα, αλλά και την ανθρωπιά, την ελπίδα, την κρυμμένη ομορφιά και την ποίηση της σύγχρονης ζωής». Το απόσπασμα είναι από το εσώφυλλο του βιβλίου. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί πιστεύω ότι η συγκεκριμένη περιγραφή δεν ανταποκρίνεται ακριβώς σε αυτό που διαβάζει ο αναγνώστης, χωρίς αυτό να σημαίνει όμως ότι η νουβέλα δεν διαθέτει και αρετές.  

 Ο Χρήστος Οικονόμου (Αθήνα, 1970) κατασκευάζει μια ιστορία για μια κούριερ. Ναι, ήδη στην πρώτη σελίδα ερχόμαστε αντιμέτωποι με το “θέμα”: «Το πιο συνηθισμένο που ακούω  είναι “γυναίκα κούριερ;” – αυτή είναι η απλή εκδοχή, έχω σημειώσει άλλες έντεκα, “δεν ήξερα ότι υπάρχουν γυναίκες κούριερ”, “πρώτη φορά βλέπω γυναίκα κούριερ”, “ρε πού καταντήσαμε”, τέτοια πράγματα» (σ. 9). Το ίδιο συναντάμε και δύο σελίδες παρακάτω: «Μια άλλη φορά, Καζανόβα, Πειραϊκή, ένας πιτσιρικάς που σπούδαζε λέει βιομηχανικό σχέδιο στο Μπέρμινγκχαμ μου είπε ότι το σωστό είναι να με λέω το κούριερ, γιατί πρέπει επιτέλους όλες οι Ελληνίδες να πάμε κόντρα στα ελληνικά –έτσι είπε, το σημείωσα– που είναι η πιο σεξιστική γλώσσα του κόσμου. Όταν τον ρώτησα γιατί είναι σεξιστικό να με λέω η κούριερ, αρπάχτηκε και μου έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα» (σ. 11). Η ανώνυμη κούριερ θα μας εξιστορήσει αρκετές δεκάδες μικροϊστορίες –«Μια φορά ένας κλειδαράς μου είπε ότι οι ιστορίες αφορούν πάντα κάποιον άλλο, κι αν πάψεις να πιστεύεις στις ιστορίες παύεις να πιστεύεις στον άλλο» (σ. 33)– που κινούνται από το κωμικό στο τραγικό και τούμπαλιν, αλλά και σε όλες τις ενδιάμεσες αποχρώσεις. Σε τρία σημεία –αν τα μέτρησα σωστά– μέσα σε αυτό το καλειδοσκόπιο της αφήγησής της εμφανίζεται η φράση «Πες της σ’ αγαπώ πολύ και δεν θα το ξανακάνω» (σσ. 14, 30, 70). Η φράση, από την οποία προέρχεται και ο τίτλος, ερμηνεύεται στο τέλος του βιβλίου όπου η κούριερ μας αφηγείται ολόκληρη την ιστορία που ανοίγει τη νουβέλα, ενώ ήδη, κατατοπιστικές λεπτομέρειές της μας παρέχονται κάπου πριν τη μέση του βιβλίου (βλ. σσ. 41-43).         

Τι είναι όμως ο κούριερ, η κούριερ, ή, αν προτιμάτε, «το κούριερ», αν όχι ένας διαμεσολαβητής/κομιστής σημείων των καιρών. Πότε μετονομάζεται η «παράδοση κατ’ οίκον» σε «ντελίβερι», και πότε «το παιδί» αναβαπτίζεται «κούριερ»; Εικάζω ότι ο Οικονόμου δεν θα συνέγραφε ποτέ τη συγκεκριμένη νουβέλα σε άλλη εποχή. Γιατί ο κούριερ σήμερα είναι ο άνθρωπος που πραγματώνει τις επιθυμίες, που διανύει την άχαρη απόσταση, που κάνει τη βαρετή, κουραστική και ανούσια δουλειά για να μην χάνουμε εμείς τη βολή μας. Ο κούριερ είναι ένα κατασκεύασμα, η προέκταση ενός κλικ σε κάποιο σάιτ ή ο φάντης μπαστούνι μιας τηλεφωνικής παραγγελίας. Ο κούριερ όμως είναι σχεδόν πάντα αόρατος· δεν είναι ποτέ ο άνθρωπος που θα μιλήσουμε στο τηλέφωνο. Ο κούριερ είναι πλέον μια ηλεκτρονική επέκταση σε ένα σάιτ –ένα extension–, κάτι σαν σωματοποιημένος κώδικάς μηχανής. Αν τώρα τυγχάνει να οδηγεί και μηχανάκι, η μεταφορά καθίσταται πιο εύστοχη. Ο κούριερ είναι ο απρόσκλητος προσκεκλημένος που καλείται να παραδώσει ή να παραλάβει, αλλά είναι και ο μάρτυρας της πιο μοχθηρής και ασύλητης καθημερινότητας – «Μια φορά άκουσα πίσω από μια μισάνοιχτη πόρτα μια γυναίκα να λέει: “Είμαι κλαδεμένη”» (σ. 23). Η ηρωίδα του Οικονόμου μπορεί να επιδίδεται στην πρωτοπρόσωπη εξιστόρηση δεκάδων αξιοπερίεργων περιπτώσεων αλλά δεν παραμένει ένας παθητικός πομπός – ένας καθρέφτης. Έτσι, αποκτά βαθύτερη σημασία το εύρημα της «κούριερ» που ανάγεται σε μια εν δυνάμει παντογνώστρια αφηγήτρια που όμως –και αυτό έχει μεγάλη σημασία– ποτέ δεν μετουσιώνεται ως τέτοια. Υπάρχει μια μόνιμη επωδός της ηρωίδας που φράσσει τον δρόμο αλλά και υπογραμμίζει το κενό ανάμεσα στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση και σε μία συνθήκη παντογνώστριας αφηγήτριας: «τον κοιτάω όπως έχω κοιτάξει πολλούς όλα αυτά τα χρόνια»· φράση που επαναλαμβάνεται δεκάδες φορές με μικροπαραλλαγές, ακόμα και αντεστραμμένη: «με κοίταξε όπως με έχουν κοιτάξει πολλοί άνθρωποι πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια» (σ. 80). Είναι το αμφίδρομο αυτό βλέμμα που υποδηλώνει ότι η κούριερ δεν μπορεί να καταλάβει, αλλά και ότι οι άλλοι δεν μπορούν να καταλάβουν την κούριερ. Το «γιατί», εγκιβωτίζεται στις ιστορίες που εξιστορεί· ιστορίες που έχουν να κάνουν ακριβώς με αυτή την αδυναμία προσέγγισης και κατανόησης που ο Οικονόμου επιθυμεί να γενικεύσει για να περάσει τη συγγραφική του θέση. Τώρα, αυτή η συνθήκη έχει ως αποτέλεσμα να εξωθείται ο όποιος ρεαλισμός της αφήγησης στα όριά του. Πουθενά δεν γίνεται πιο καθαρά αντιληπτό αυτό παρά στην ένταση που ασκεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της ηρωίδας στην υπόρρητη παντογνωσία του Οικονόμου που έχει το χρέος, άσχετα αν προσπαθεί να το κρύψει, να ελέγχει αυστηρά την ηρωίδα του. Διαβάζουμε «[...] αυτός ο πεταλουδιάρης ο Ναμπόκοφ φταίει –έτσι το είπε, το σημείωσα–, αυτός, αυτός, διάβασα χθες μια συνέντευξή του και έλεγε ότι συμπεριφέρεται στους χαρακτήρες του σαν να ‘ναι σκλάβοι στη γαλέρα, μα δεν μπορείς να φανταστείς πόση αναστάτωση μ’ έχει πιάσει, δεν έκλεισα μάτι όλη νύχτα, διότι έρχεται τώρα ο μίστερ Ναμπόκοφ και σου ανατρέπει όλο το κόνσεπτ για τη σχέση δημιουργού-δημιουργήματος, σου υπονομεύει όλο το φαξιονάλιτι του φίξιον [...]» (σ. 121). Επισημαίνω ότι ο Οικονόμου προικίζει την ηρωίδα του με συγγραφικά χαρακτηριστικά που δεν εξαντλούνται στην ευγλωττία που εισπράττει ο αναγνώστης. Έτσι, ουκ ολίγες φορές παρουσιάζεται –με αυτό το «έτσι το είπε, το σημείωσα»– ότι κρατά σημειώσεις. Επίσης, διερωτάται για λεπτομέρειες της γλώσσας και πειραματίζεται με μικρές γλωσσικές εκτροπές και τα απότοκά τους (βλ., για παράδειγμα, την παρήχηση του «φαρμακοποιός» (σσ. 63-64) αλλά και την αναφορά για το «σίγμα» που «μπορεί να φέρει τον κόσμο πάνω κάτω» (σ. 64)). Επιπροσθέτως, το κείμενο βρίθει καταλόγων. Η ηρωίδα κατασκευάζει διαρκώς λίστες για την απαρίθμηση περιπτώσεων – στοιχείο που επιλέγω να διαβάσω ως θετικό για κάποια που βρίσκεται στα πρώτα συγγραφικά/αφηγηματικά της βήματα. Όλα αυτά επιφορτίζουν την ηρωίδα με ιδιότητες αντιφατικές προς την ιδιότητα που κατέχει στο έργο και βγάζουν την ένταση που μόλις ανέφερα. Η ηρωίδα του Οικονόμου αδυνατεί να μασκαρέψει το συγγραφικό/αφηγηματικό πάθος της.

Η ιδιαιτερότητα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης εντοπίζεται πάντα στη λεπτή γραμμή πού διαχωρίζει τον ήρωα από τον συγγραφέα. Στην προκειμένη περίπτωση, πού τελειώνει ο συγγραφέας και πού αρχίζει η ηρωίδα; Η ηρωίδα, εδώ, καθίσταται μη ρεαλιστική ως κούριερ, αλλά και, σε σημεία, κουραστική και μελοδραματική ως αφηγήτρια/συγγραφέας. Μπορεί λοιπόν αυτά που προτάσσει η ηρωίδα να είναι, κατά την άποψή μου, σε σημεία, ελλειμματικά, αλλά ως φορμαλισμός δεν παύουν να είναι καλοδουλεμένα. Υπάρχει δηλαδή μια ένταση στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση ακριβώς επειδή ο Οικονόμου δεν υποχωρεί όσο θα έπρεπε στο παρασκήνιο για να αναδειχθεί η φωνή της ηρωίδας του – με όρους Ναμπόκοφ, δεν φαίνεται ο συγγραφέας να συμπεριφέρεται στην ηρωίδα σαν «σκλάβο σε γαλέρα», και αυτό του κοστίζει. Η ηρωίδα λοιπόν αστοχεί, αλλά αστοχεί με ευγλωττία και ουκ ολίγες φορές με πνευματώδη σχόλια που βγάζουν γέλιο. Και αυτό είναι και το πιο αξιόλογο στοιχείο της νουβέλας. Αρκεί όμως κάτι τέτοιο για να βγουν αυτά που διαβάσαμε στο εσώφυλλο; Παραθέτω ξανά: «Μια ιστορία για το μυστήριο, για τον πόνο, την τραγικότητα, την τρέλα, αλλά και την ανθρωπιά, την ελπίδα, την κρυμμένη ομορφιά και την ποίηση της σύγχρονης ζωής». Η απάντησή μου είναι αρνητική. Η ηρωίδα είναι καλή στο χιούμορ, που αποτυπώνει πολύ εύγλωττα και τραγικές εκφάνσεις «της σύγχρονης ζωής» –αυτό ο Οικονόμου, ευτυχώς, το κατανοεί– αλλά χωλαίνει εκεί που ο τόνος της σοβαρεύει, και αυτό, δυστυχώς, συνιστά και το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου.  

Πού εντοπίζεται ακριβώς το πρόβλημα; Θα αποπειραθώ μια απάντηση. Το θυμικό του αναγνώστη δεν είναι φτιαγμένο από υδράργυρο. Οι απότομες αυξομειώσεις της θερμοκρασίας του κειμένου δεν είναι καθόλου εύκολο να περάσουν στον αναγνώστη, ειδικά όταν οι εναλλαγές από το κωμικό στο τραγικό και τούμπαλιν, είναι αστραπιαίες. Παραθέτω, ενδεικτικά: 

«Μια άλλη Παρασκευή, στο Φάληρο, μια γυναίκα με μαύρα μου είπε ότι την Κυριακή ήταν το μνημόσυνο του πατέρα της, που είχε γλιτώσει από τη Ρικομέξ και το Σάμινα, και σκοτώθηκε μέσα στο σπίτι του. 

Νομίζεις κι εσύ ότι λέω ψέματα ε;

Πώς έγινε;

Ανέβηκε στο πατάρι να βάλει τα χαλιά, γλίστρησε κι έμεινε στον τόπο. Έτσι θέλω να σκέφτομαι δηλαδή, ότι έμεινε στον τόπο. Εγώ φταίω όμως, μου 'χε τηλεφωνήσει να πάω να τον βοηθήσω και δεν πήγα. Φαντάζεσαι τον πόνο; Μπορείς να φανταστείς πόσο θα πόνεσε; Πού πάει όλος αυτός ο πόνος; Κάπου πρέπει να πηγαίνει, έτσι δεν είναι; Πιστεύω πως αν ο πόνος ήταν ανανεώσιμη πηγή ενέργειας δεν θα 'χαμε ανάγκη ούτε το αέριο ούτε το πετρέλαιο, τίποτα» (σ. 93). 

Παρατηρήστε πως ενώ το υλικό της αρχής είναι ανεκδοτολογικό –η απιθανότητα συνύπαρξης Ρικομέξ και Σάμινα δεν βγάζει δράμα, αλλά χαμόγελο– δεν καταφέρνει να μεταστραφεί σε μερικές γραμμές ώστε να επιτύχει τη δόκιμη ενσυναίσθηση που απαιτείται από τον αναγνώστη τόσο προς το τραγικό τέλος του «πατέρα» όσο και προς το αμφίβολης ποιότητας, ποιητικά ψυχοπονιάρικο συμπέρασμα. Αυτό το «Νομίζεις κι εσύ ότι λέω ψέματα ε;» μπαίνει ακριβώς ως καταλύτης για τη μεταστροφή της θερμοκρασίας του κειμένου, αλλά δεν αρκεί.  

Όταν λοιπόν αναγκαστικά αφήσουμε πίσω τη διάκριση/ένταση ανάμεσα στη πρωτοπρόσωπη αφήγηση της ηρωίδας και την παντογνωσία του Οικονόμου, και κοιτάξουμε το αν και πώς ο μύθος στέκει, θα παρατηρήσουμε ότι το βιβλίο υστερεί. Ο βασικός μύθος από όπου τιτλοδοτείται και η νουβέλα, δεν πείθει. Φαντάζει μελοδραματικός και κοινότοπος (βλ. σσ. 41-43 αλλά και το τέλος) ειδικά εφόσον η ηρωίδα παραμένει ταμπουρωμένη πίσω από την ανωνυμία της. Πιθανώς, μια ανατροπή που θα την εμφάνιζε κάπως πιο άμεσα συνδεδεμένη με την κομβική ιστορία να μπορούσε να γείρει την πλάστιγγα και να στηρίξει περισσότερο την ατζέντα του συγγραφέα. Και πάλι όμως, δεν εντοπίζεται μόνο εκεί το πρόβλημα. Αρνητικά λειτουργούν και διάφορες πιο υπερβατικές/ποιητικές παρενθέσεις που εγκιβωτίζει μέσα στις ιστορίες ο Οικονόμου. Παραθέτω ενδεικτικά:

«Έχει δάχτυλα μαγικά η Λένα. Μαγικά. Από κείνα που σου κλείνουν τα μάτια και το στόμα και σε πάνε σε πράσινα λιβάδια και ρόδινα ακρογιάλια, σε αφρισμένες θάλασσες, λαγκάδια, λίμνες, ρεματιές, σε μεγάλα μεσημέρια και πιο μεγάλες νύχτες, παιδιά που πλατσουρίζουν ξυπόλυτα στο ποταμάκι, βατράχια στις καλαμιές, καβουράκια κάτω απ’ τις πλακουτσωτές πέτρες, δάχτυλα που σου μαθαίνουν να βλέπεις τα μάτια σου με τα μάτια σου, άντρες που ακονίζουν το μαχαίρι πλάι στην αναμμένη φωτιά, μην κοιτάς την πληγή, κοίτα το μαχαίρι, το μαχαίρι θα σου πει όσα πρέπει να ξέρεις για την πληγή, μαρτυριάρικο μουγγό μαχαίρι, γυναίκες που φυλάνε σκοπιά, μέσα στη νύχτα έξω στο χιόνι, κορίτσια που σκάβουν λαγούμια μέσα στο χιόνι, με τα μαλλιά τους ν’ ανεμίζουν σαν σημαίες, μακριά μαύρα μαλλιά, εκείνο το μαύρο το ζωντανό, το πεισματάρικό, το μαύρο που ρουφάει φως για να γίνει πιο μαύρο, δάχτυλα που σου μαθαίνουν να βλέπεις, γιατί αν δεν δεις, πώς θα μάθεις να δείχνεις, δάχτυλα που σου δείχνουν πώς να φτιάξεις εκείνο που πρέπει να δεις, πάρε μια απόφαση επιτέλους, είσαι εδώ για να φτιάχνεις ή για να καταστρέφεις, να κοιτάς το μαχαίρι ή την πληγή, να μιλάς ή να σωπαίνεις, αν όμως η γλώσσα είναι ο κόσμος μου, τι είναι η σιωπή μου;» (σσ. 88-89).  

Αλλά και: «[...] ναι, αλλά ο δρόμος είναι δρόμος αν δεν τον περπατήσεις, η λαμπάδα είναι λαμπάδα αν δεν ανάψει, το μαχαίρι είναι μαχαίρι αν δεν κόψει; – κι ύστερα είναι και το κέντρο, είπε ο τρελοκαπελάς στη Φιλοκτήτου, τι γίνεται αν το κέντρο δεν είναι τόπος αλλά χρόνος, τι γίνεται αν το κέντρο δεν είναι ούτε τόπος ούτε χρόνος αλλά δύναμη, το κέντρο είναι κέντρο αν δεν κεντρίσει, και τι γίνεται μ’ αυτούς που θέλουν να μην είναι το κέντρο του σύμπαντος αλλά να είναι το σύμπαν το δικό τους κέντρο; Και πώς γίνεται η βόμβα να είναι βόμβα αν δεν εκραγεί, ο αντάρτης να ‘ναι αντάρτης αν δεν σκοτωθεί, ο άνθρωπος να είναι άνθρωπος αν δεν είναι αντίφαση; και τι γίνεται αν ο θάνατος είναι η αρχή όχι το τέλος, το άλφα όχι το ωμέγα, αν ο θάνατος σπέρνει δεν θερίζει» (σσ. 124-125).   

Συμπερασματικά, το Πες της είναι ένα βιβλίο που υστερεί στα σημεία. Ένα βιβλίο που με μερικές περικοπές θα στεκόταν πιο σωστά· ένα βιβλίο που θα περνούσε δόκιμα στον αναγνώστη «την τραγικότητα [...] και την ποίηση της σύγχρονης ζωής» αν ο συγγραφέας του είχε απελευθερωθεί από τη σκιά μιας επίπλαστης σοβαρότητας και είχε αφήσει πίσω τις μελοδραματικές κορόνες. Ο φορμαλισμός της γραφής όμως είναι δυνατός και αυτό συνιστά κατάκτηση. 

Θα κλείσω με μια ακόμη ιστορία που πιστεύω ότι συμπυκνώνει ακριβώς αυτό που λέω: 

«Παραμονές Πρωτοχρονιάς πήγα καλάθι με κρασιά σ’ ένα μαγαζί με νυφικά, ήτανε τέσσερις στο σαλονάκι, σουρωμένες, η μία ξυπόλητη, φορούσε ένα νυφικό με στρας, τιράντες, τούλι, καλώστηνα, πάνω στην ώρα, ούτε παραγγελία να ‘χαμε κάνει, μου βάλανε ένα στο πόδι, σηκώθηκε η μεγαλύτερη και έβαλε στο λάπτοπ Βαμβακάρη, τι πάθος ατελείωτο, πήγε κι άρπαξε απ’ το μπράτσο την άλλη με το νυφικό, σήκω, σήκω σου λέω, α δε σηκωθείς θα το κάνω στάχτη απόψε το μπουρδέλο, όσο είναι η νύχτα σκοτεινή, σηκώθηκε, βαριά βήματα, μάτια κλειστά, θα πά’ να εύρω (sic) μια σπηλιά, βούρκωσαν οι άλλες, δεν ξέρεις γι’ αυτό δεν κλαις, μου είπαν, άδειασα το ποτήρι, έφυγα» (σ. 59).  

— Χρήστος Οικονόμου, Πες της, Πόλις: 2023, 144 σελίδες, ISBN: 9789604358410, τιμή: €14.00.