Skip to main content
Δευτέρα 03 Οκτωβρίου 2022
Η θολή γραμμή των οριζόντων

Η θολή γραμμή των οριζόντων που δεν θα σχίσουμε, θα μπορούσε να είναι η λογοτεχνία. Η λογοτεχνία είναι αυτός ο λογικός(;) χώρος που διαρκώς αποτραβιέται, εκεί στο βάθος καθώς όλο και περισσότερες έννοιες και θεωρίες βρίσκουν τη θέση τους στο εύτακτο παζλ της επιστήμης που ξεδιπλώνει την κατανόησή μας αυτού του κόσμου. Η λογοτεχνία είναι το αταξινόμητο, αυτό που αντιστέκεται στις τετράγωνες ερμηνείες, το τελευταίο απολειφάδι πίστης του άθεου. Αλλά η λογοτεχνία δεν είναι «ό,τι βρέξει ας κατεβάσει». Μέσα σε αυτό το αταξινόμητο δεν δύναται να βρίσκει καταφύγιο ο κάθε αυτοματισμός, ο θυμός, και το κάθε τραύμα που ως λεκτικό αλισβερίσι στοχεύει σε ένα μείγμα καταγγελτικής αυτοθεραπείας. 

Αλλαγή κάδρου. 

Όταν πια φτάσει η στιγμή που οι άλλοι αρχίζουν να πιστεύουν σε σένα, εσύ, παραδόξως, πρέπει να σε παρατήσεις. Εσύ, πρέπει να έχεις ήδη συνειδητοποιήσει ότι έχει φτάσει η στιγμή ν’ αρχίσεις να σε αμφισβητείς. Δεν υπάρχει δικαίωση, αν θες να λες αλήθειες. Η δικαίωση είναι πλάνη· η δικαίωση, που νομίζεις ότι έρχεται από το κοινό που σε παρακολουθεί και σε διαβάζει, είναι το μέσο της αφομοίωσής σου απ’ αυτό που πάσχιζες να γλιτώσεις. Η δικαίωση που νιώθεις γιατί, όπως λέει και ο ποιητής «Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι· τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα», είναι και το νεύμα για αυτό το «τους ζυγούς λύσατε», για επανάπαυση. Η δική σου δουλειά ήταν να σε πιστεύεις όταν δεν υπήρχε υποστήριξη. Τώρα, έχεις υποχρέωση να αρχίσεις να ψάχνεσαι. Μόνο έτσι θα μείνεις μπροστά. 

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά σε ένα κείμενο για την τελευταία συλλογή διηγημάτων της Βίβιαν Στεργίου; Γιατί αυτά έχουν νόημα μόνο σε κάποια που είναι μόνο τριάντα ετών. Αυτά έχουν νόημα σε κάποια που ακόμη δεν έχει βγει στη σύνταξη· και δεν θα βγει στη σύνταξη γιατί κανένας από τη γενιά της Βίβιαν Στεργίου δεν θα πάρει σύνταξη. Και τα λέω γιατί στη συγκεκριμένη συλλογή εντοπίζονται ήδη αυτοματισμοί και ευκολίες που με τον μανδύα του θυμού, της γλώσσας των μιλένιαλς, αλλά και της νοσταλγίας έχουν κάνει την εμφάνισή τους και απειλούν να οδηγήσουν τη συγγραφέα, από τόσο νωρίς, στο απάγκιο λιμάνι της κοινοτοπίας. Γιατί η υπερβολή στον θυμό για τη ζωή των εικοσάρηδων, όπως παρουσιάζεται από τη συγγραφέα, οδηγεί τον επίμονο αναγνώστη που στέκεται σε κάποια απόσταση απ’ όλα όσα περιγράφονται να απορεί και τελικά να (την) απορρίπτει. Η συνάρμοση λιστών –αχ, αυτές οι λίστες! (βλ., για παράδειγμα, σελ. 24, 104, 111, 118, 293) – κατακυριεύει το κείμενο και το αμαυρώνει, όταν η συγγραφέας θα μπορούσε να διαχειριστεί το υλικό της διαφορετικά. Τι εννοώ όταν λέω «συνάρμοση λιστών»; Η Στεργίου καταφεύγει σε πολλά σημεία, περισσότερα από τις σελίδες που αναφέρω ως παραδείγματα, στην κατασκευή λιστών, στη συνάρμοση περιπτώσεων για να εκθέσει τη θέση της, ή την αντίθεσή της προς μια κατάσταση, ή απλώς για να προχωρήσει την πλοκή. «Όποτε πήγαινα να φτύσω στα μούτρα κάποιον συμφοιτητή μου που δεν ήξερε τι είναι υποτροφίες –επειδή δεν χρειάστηκε να ξέρει–, που δεν είχε κάνει ποτέ αίτηση για τίποτε –ούτε για μείωση των διδάκτρων ούτε για φοιτητική στέγη ούτε για πρόσβαση σε φαρμακευτική περίθαλψη ούτε για επίδομα–, που δεν είχε βάλει ποτέ ανακοίνωση ότι ψάχνει συγκατοίκους, μήπως έτσι βγει το νοίκι, ότι ψάχνει άτομα να μοιραστούνε τη βενζίνη, ότι ψάχνει μεταχειρισμένη μεγάλη βαλίτσα ή ότι πουλάει τη δική του βαλίτσα στη μισή τιμή, όποτε γνώριζα κάποιον λοιπόν [...]» (σελ. 104). Η εμμονή στη λίστα στερεί από το ύφος και τη λογοτεχνικότητα του κειμένου της και προάγει τον επιφυλλιδογραφικό εαυτό της γιατί την κάνει να φαίνεται ότι κατασκευάζει επιχειρήματα. Επιπροσθέτως, συνιστά ευκολία που μεταδίδει ένα διαρκές και σπιντάτο παραλήρημα που από κάποιο σημείο και πέρα γεννάει αμφιθυμία στον αναγνώστη.

Διακρίνεται στο κείμενο μια εμμονή στο αδιέξοδο που αντιμετωπίζει η γενιά των μιλένιαλς – αδιέξοδο που βέβαια δεν αφορά μόνο τους μιλένιαλς. Αδιέξοδο που σχηματικά εντοπίζεται τόσο σε αυτές τις δουλειές του χρηματοπιστωτικού τομέα των χωρών της βορειοδυτικής Ευρώπης, του «work hard, party hard», όσο και στις δουλειές της άλλης πλευράς, των ανθρωπιστικών επιστημών και των καλλιτεχνών που φυτοζωούν και πασχίζουν να επιβιώσουν μέσα στην ένδεια. Ένδεια που αντλεί δυνάμεις από ξεφτισμένα όνειρα καταξίωσης αλλά και μια παιδική ηλικία που μέσα στην αχλή τής αθωότητάς της συνιστά εύκαιρο καταφύγιο. Η Στεργίου κάνει χρήση αυτών των αδιεξόδων σε υπέρμετρο βαθμό, με θεματολογίες που επαναλαμβάνονται, με αποτέλεσμα να κατασκευάζει χαρακτήρες στα όρια της καρικατούρας. Διακρίνω όμως, ουκ ολίγες φορές, σε αυτές τις εικόνες που παράγει και μια ιμπρεσιονιστική καθαρότητα. Οι εικόνες αυτές, ξεκομμένες από το βλέμμα του επίμονου αναγνώστη που προσπαθεί να τις εντάξει σε ένα οργανικό σύνολο, διαθέτουν αρετές. Σημειώνω τη δικαιολογημένη αντίδραση απέναντι στη δικτατορία της υπεραπόδοσης που έχει κυριεύσει κάθε πλευρά του βίου μας· σε αυτή την παντελή άρνηση της συμφιλίωσης με τον εντροπικό χαρακτήρα της ύπαρξης. Σημειώνω την επιμονή στο σώμα, σε μια σωματικότητα των διηγημάτων της· σωματικότητα που εκδηλώνεται τόσο με συχνές αναφορές σε σωματότυπους –χοντρός, πόδια ακρίδας, χωρίς ίχνος λίπους, φοβερό κώλο, κλπ–, σε αναφορές στο σώμα που βάλλουν εναντίον της τελειότητας του ινσταγκραμικού φίλτρου (βλ., για παράδειγμα, «[...] δεν μπορούσε να φανταστεί να κάνει έρωτα με έναν άνθρωπο χωρίς δερματολογική πάθηση» (σελ. 32), όσο και μέσω του τίτλου της συλλογής που υπογραμμίζει την ιδιομορφία αυτού του οργάνου, του δέρματος, που διαρκώς «[...] όταν θέλει κάτι πρέπει να εκχωρήση μέρος της κυριαρχίας του» (σελ. 29). Παρένθεση. Ο τίτλος της συλλογής αυτών των διηγημάτων, αν αναλογιστεί κάποιος ότι σε πολλά σημεία, σε διαφορετικά διηγήματα, η ηρωίδα είναι η ίδια η συγγραφέας (ημερομηνίες και ιδιότητες συμπίπτουν), οδηγείται στο συμπέρασμα ότι το «Δέρμα» του τίτλου είναι, άτυπα έστω, το δέρμα της συγγραφέως «που εκχωρεί μέρος της κυριαρχίας του» επειδή θέλει να μας επικοινωνήσει κάτι. Κλείνει παρένθεση. Η σωματικότητα αυτή λοιπόν του κειμένου που προτάσσει η συγγραφέας ως δέρμα της συνιστά το «σημείο μηδέν» της επαφής, της αυθεντικότητας και της κυριολεξίας· σωματικότητα που αντιπαραβάλλεται διαρκώς με τις σύγχρονες μεθόδους επικοινωνίας και διάδρασης μέσω των ΜΚΔ στις οποίες έχουν εθιστεί οι μιλένιαλς (και όχι μόνο) και χαρακτηρίζονται από την εντελώς αντίθετη συνθήκη: την απόλυτα κατασκευασμένη, αβαταρ-ική και ασώματη διαμεσολάβηση.
   
Η Βίβιαν Στεργίου, και το λέω αυτό με κάθε σοβαρότητα, δεν αξίζει να διαβαστεί μόνο από τη γενιά των εικοσάρηδων/τριαντάρηδων αλλά και από αναγνώστες που ανήκουν σε ηλικιακές ομάδες πιο κοντά στη μέση ηλικία. Το «Δέρμα» αξίζει να διαβαστεί και μόνο επειδή θυμώνει πολλούς που θέλουν να ξεμπερδεύουν με την «περίπτωση Στεργίου». Η αιχμή της Στεργίου όμως, αυτή τη στιγμή, λίγο απέχει από την αιχμή του μάτσο-λευκού-τοξικού αρσενικού στον οποίο, μεταξύ άλλων, επιτίθεται. Η συγγραφέας, πάνω στο μένος της να προγκήξει δεν συνειδητοποιεί ότι ο θυμός και η καταγγελτική χροιά της, γιατί το δίκιο την πνίγει, είναι ευπρόσδεκτα από τον αντίπαλο, γιατί ο αντίπαλος εντοπίζει έτσι λαβές για να τη σέρνει στο γήπεδό του. Η καταγγελία, που ξεχειλίζει παντού στο βιβλίο, στέκεται αυτή τη στιγμή εμπόδιο στη λογοτεχνική αρτίωση και χειραφέτηση της συγγραφέως που καλείται να πράξει κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να συγκεράσει τον θυμό της με τις προσταγές της λογοτεχνικότητας· να τον μετουσιώσει σε λογοτεχνικό ύφος· ύφος που οφείλει να κρατάει αποστάσεις από αυτό της επιφυλλιδογραφικής περσόνας της. Η Στεργίου πρέπει να αφήσει πίσω την κατασκευή μανιφέστων και να δουλέψει προς ένα ύφος που θα ορθώνεται πέρα και πάνω από κάθε έννοια αγόρευσης (εδώ κολλάει και η αντίρρησή μου με τις λίστες) και τη συνακόλουθη κατασκευή και διατύπωση επιχειρημάτων που κάτι τέτοιο υπαγορεύει. Δεν αρκεί καθόλου η παράθεση του δράματος των ηρώων και ηρωίδων της (που τις περισσότερες φορές στέκονται τόσο κοντά στην ίδια τη Στεργίου) για να νοιαστεί ο επίμονος αναγνώστης· να νοιαστεί όμως, όχι γιατί ξαφνικά θα αναπτύξει ενσυναίσθηση –αυτά είναι λόγια για μάρκετινγκ– αλλά γιατί θα σκανδαλιστεί αισθητικά. Ο λογοτέχνης οφείλει να επινοεί τρόπους για να δελεάσει τον αναγνώστη του να εισέλθει σε έναν χώρο πρωτόγνωρο για εκείνον· έναν χώρο που δεν αναστέλλεται μόνο η δυσπιστία, όπως συνηθίζουμε να λέμε, αλλά και ποικίλοι άλλοι νόμοι και κανόνες της γραφής που ανήκουν σε άλλα πιο τετράγωνα είδη. Αναφέρω ως παράδειγμα το διήγημα «Πρατήριο υγρών καυσίμων» (σελ. 115-133) όπου εξιστορείται η μεταχείριση της Τάσας από τον καθηγητή εραστή της έτσι όπως εκείνος τη διηγείται σε ένα μπαρ στον γιατρό/φίλο/κολλητό του. Ο αναγνώστης στέκεται εξαιρετικά αμφίθυμα απέναντι στα σεξιστικά, υποτιμητικά σχόλια των δύο ανδρών προς την Τάσα γιατί το κείμενο αισθητικά τον πετάει έξω με τις υπερβολές και το ύφος των δύο ανδρών που συνιστούν ξεκάθαρες καρικατούρες. Ο επίμονος αναγνώστης θέλει να σταθεί με το μέρος της Τάσας αλλά τελικά καταντάει να γελάει με τα λεγόμενα των δύο ανδρών· λεγόμενα που έρχεται να επιστεγάσει, στην κατάληξη του διηγήματος, η παράθεση σχολίων κάποιου αντιφεμινιστή μπλόγκερ (;) που τους υπερασπίζει. Αναγνωρίζω ότι το συγκεκριμένο διήγημα οδεύει πλησίστια προς την ειρωνεία αλλά ο αναγνώστης τελικά δεν πείθεται να εισέλθει στον χώρο που σκιαγραφεί η συγγραφέας και να κοιτάξει με προσοχή τι ακριβώς συμβαίνει εκεί. Η συνταγή φαίνεται να πετυχαίνει κατάτι καλύτερα με το δίδυμο διήγημα αυτής της ενότητας, το «Fachidiot» (σελ 134-154), όπου διαβάζουμε για τον διαδικτυακό έρωτα νεόκοπου νομικού της καλής κοινωνίας των Αθηνών προς τελειόφοιτη σπουδάστρια, όπου αναδεικνύονται μέσω του παραληρήματός του αστοχίες της σαθρής προσωπικότητας του. Εδώ, η ειρωνεία βγαίνει καλύτερα και συνάδει περισσότερο με τις υπερβολές και τους μελοδραματισμούς του ήρωα – εγώ πάλι γέλασα βέβαια, και αυτό δεν το προσμετρώ επουδενί ως αρνητικό.     

Δεν εξετάζω καθόλου τα πραγματολογικά στοιχεία που παρελαύνουν στις σελίδες των διηγημάτων. Δεν θα μπω σε λεπτομερή συζήτηση των όποιων υπερβολών και της αμετροέπειας· εμένα με ενδιαφέρει πρωτίστως πώς αυτά τα στοιχεία συναρμόζονται στα διηγήματα για να προσφέρουν λογοτεχνικό αποτέλεσμα. Και αυτό η συγγραφέας, όταν δεν τη συνεπαίρνει το μένος της, το καταφέρνει. Αναφέρω, για παράδειγμα, το «Γυναικολογικός υπέρηχος», στην καρδιά του οποίου υπάρχει ένας κολπικός υπέρηχος (ακόμη μια αναφορά στη σωματικότητα). Μέσω αυτής της γυναικολογικής εξέτασης σκιαγραφείται ένα πολυεπίπεδο, θραυσματικό πέρασμα από αυτή την επιφάνεια του δέρματος, που προσδίδει τον τίτλο στη συλλογή, προς κάτι βαθύτερο. Η ηρωίδα, που απεχθάνεται τη δουλειά της, με αφορμή τον κολπικό υπέρηχο επιστρέφει στις ρίζες της. Ο κόλπος καθίσταται δίοδος προς αφηγήσεις και εμπειρίες ανιόντων (γιαγιά, παππούς), ενώ η ασθένεια του παρελθόντος χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο για μελλοντικές επιλογές ζωής.  

Επαναλαμβάνω όμως ότι η «περίπτωση Στεργίου» θα πρέπει να αναστοχαστεί στο ύφος της, όχι για να το αμβλύνει και να το νερώσει, αλλά για να βρει τον ρυθμό του, να το κάνει πιο διεισδυτικό εφαρμόζοντας μια στρατηγική. Και βέβαια, της αναγνωρίζω τα σημεία αυτοαμφισβήτησης που εμφανίζονται, για παράδειγμα, στο διήγημα «Ρίζες», (σελ. 100-11). Σε υποτιθέμενο διάλογο με παλιά της συμμαθήτρια που ακολούθησε τον δρόμο της βιοπάλης τής λέει αφού έχει διαβάσει τα γραπτά της: «Δεν καταλαβαίνω απ’ αυτά», προσθέτεις, και ξέρω πως έχω αποτύχει» (σ. 110). Όπως και στο τέλος του διηγήματος όταν η ηρωίδα Στεργίου λέει: «[...] αισθάνομαι μακριά απ’ αυτό που θα έπρεπε να είμαι και γράφω αυτό εδώ το κείμενο, μα δεν σ’ το στέλνω, γιατί ντρέπομαι πολύ για όλα όσα γράφω, κι ας μη μου φαίνεται» (σελ. 111). Αυτά τα σημεία φανερώνουν τη σκέψη της συγγραφέως εγκιβωτισμένη –όπως οφείλει να είναι– στο διήγημα, και είναι σημεία προς τη σωστή κατεύθυνση. Η φωνή της Στεργίου όμως αρχίζει ήδη να βραχνιάζει. Δεν διαφωνώ με την ουσία της θεματολογίας που πραγματεύεται, και στα περισσότερα σημεία με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, αλλά η συγγραφέας αρχίζει να νιώθει ήδη δικαίωση, γιατί μιλάει και την ακούν, και αυτό, όπως είπα στην εισαγωγή, προάγει ακριβώς το άκριτο οπαδικό άκουσμα του λόγου της που τη σπρώχνει να ενδύεται την επιφυλλιδογραφική ιδιότητά της και δεν την αφήνει να στοχαστεί και να γράψει λογοτεχνικά. Η συγγραφική πορεία της δημιουργού, για να μην καταντήσει γραφική οφείλει να είναι μαραθώνιος που απαιτεί στρατηγική. Και αυτά τα ζητώ από τη Στεργίου έχοντας πλήρη συναίσθηση ότι της ζητώ κάτι εξαιρετικά δύσκολο που στέκεται τόσο μακριά από τη θέση άλλων κριτικών που την εκθειάζουν με κάθε ευκαιρία – Η Ευγενία Μπογιάνου στην «Αυγή» (17/05/22) τη χαρακτήρισε «[...] γνήσια απόγονο του Κάρβερ, της Λουσία Μπερλίν αλλά και της Alice Munro [...]». Εφιστώ την προσοχή ότι εσκεμμένα κάνω χρήση όρων όπως «διεισδυτικό» «στρατηγική» «μαραθώνιος» που φέρουν συνδηλώσεις και συνιστούν κάστρα που η συγγραφέας επιθυμεί να αλώσει.
 
Η Γερτρούδη Στάιν συνήθιζε να λέει στον νεαρό Έρνεστ Χέμινγουεϊ ότι ο καλλιτέχνης οφείλει να ενσταλάζει στο έργο του μια αχτίδα φωτός. Χωρίς να θέλω να υπαινιχθώ ότι εγώ φέρνω προς τη Στάιν ή η Στεργίου στον Χέμινγουεϊ διερωτώμαι αν έχουμε φτάσει στο σημείο να μην υπάρχει πλέον η δυνατότητα για τον καλλιτέχνη να διακρίνει και να αφήσει να διαφανεί στο έργο του αυτή η αχτίδα φωτός. Διερωτώμαι αν έχουμε φτάσει στο σημείο η Στεργίου να κατοπτρίζει τις σκέψεις και τις φοβίες μιας γενιάς που, σε όποια πλευρά του διπόλου κι αν βρίσκεται, είτε την «work hard, party hard», είτε την πλευρά των καλλιτεχνών, να στέκεται εντελώς μηδενιστικά απέναντι στο μέλλον της. Δεν το πιστεύω όμως αυτό, και δεν θα κλείσω έτσι. Γράφει η Στεργίου «Γύρισε σπίτι με το αμάξι τής Κ. Ξεμέθυστη, χαλαρή. Μπαίνοντας μέσα, βρήκε μια κατσαρίδα» (σελ. 24). Η συγγραφέας σκιαγραφεί στην ανάγνωση λογοτεχνίας ένα διαβατήριο προς κάτι καλύτερο. Η αυθεντική τριβή με τη λογοτεχνία συνιστά κομμάτι των στοιχείων που δομεί η Στεργίου τις ιστορίες της. Η έμμεση αναφορά, που μόλις παρέθεσα, στον Κάφκα, αλλά και ο Μπαρτ, η Μπερλίν, η Κασκ, ο Μπέρνχαρντ, ο Ίψεν, ο Καμύ, ο Σαρτρ, ο Προυστ, ο Φλωμπέρ φιγουράρουν στις σελίδες της με τη χάρη και την αθωότητα κάποιας που ποθεί να διδαχθεί από τα βιβλία. Η συγγραφέας εναποθέτει στο διάβασμα που κάνουν οι ηρωίδες της την πολυπόθητη αχτίδα φωτός που αναφέρει η Στάιν. Δεν διστάζει όμως να στηλιτεύσει το δήθεν, όπως τις πέντε βιβλιοθήκες που βρίσκονται στο διαμέρισμα με τα «ποζέρικα φωτιστικά» που ανοίγει το βιβλίο. Στον ινσταγκραμικό κόσμο το βιβλίο ανάγεται από Άγιο Δισκοπότηρο σε ευτελές αντικείμενο. Ίσως αυτή να είναι και μια απο τις οπτικές γωνίες που καθιστούν τη Βίβιαν Στεργίου μια Celeste Barber της γραφής, έτσι όπως τρολάρει τους ήρωές της σε όποια πλευρά κι αν στέκονται αν η καρδιά τους δεν είναι καθαρή· αν η νιότη τους δεν είναι οργισμένη.

— Βίβιαν Στεργίου, Δέρμα, Πόλις 2022, σελ. 360, τιμή: € 15,00, ISBN: 9789604357901.