Skip to main content
Κυριακή 14 Ιουλίου 2024
Κάλαθος αχρήστων

«”Η γλώσσα της Αλέξως [ηρωίδα του Ουρανός απ’ άλλους τόπους (Πατάκης: 2021)] δεν είναι δική της, πατάει σε γενεές επί γενεών”, σημειώνει με κάτι πολύ βαθύτερο από φιλολογικό θαυμασμό ο Σωτήρης Δημητρίου. “Δεν πλάστηκε σε σχολεία, σπουδαστήρια και αναγνωστήρια, πλάστηκε στη φύση. Όπως το νερό της ακροποταμιάς γλύφει τα βότσαλα, έτσι η φύση και οι συνθήκες της ζωής διαμόρφωσαν τη δημώδη γλώσσα και την έκαναν τέλεια. Ήταν ένα αντίδωρο των ανθρώπων στο θάμβος που τους ασκούσαν οι κρυσταλλώδεις φυσικοί ήχοι”.

Γιατί όμως χάθηκε; “Οι άνθρωποι έφυγαν από τα χωριά”, αποκρίνεται, “αλλά η γλώσσα δεν τους ακολούθησε, γιατί δεν μπορούσε να επιβιώσει αλλού. Στο χωριό ο άνθρωπος είχε λαβή του την πίστη στον Θεό, ήταν ζυμωμένος μαζί της. Είχε επίσης υγρασία η ψυχή του, από τους δεκάδες βρικολάκους, ισκιώματα και δαίμονες που κατοικούσαν κάθε δέντρο, κάθε πλαγιά, κάθε ρέμα του χωριού. Είχε αγροτικές εθιμικές γιορτές, είχε τους φυσικούς ήχους, και το ότι έφτιαχνε τα πάντα με τα χέρια του ήταν τελικά μεγάλη ευεργεσία. Όλο αυτό το κουκούλι, εκτός των άλλων επιδρούσε άμεσα και στη γλώσσα του, μια γλώσσα που ήταν σχεδόν χειρότευκτη, εικονοφόρος. Στις πόλεις, ο άνθρωπος δεν πιάνει με τα χέρια του ούτε ένα σύκο από μια συκιά. Δεν έχει επαφή με τον ουρανό, τον χαρακτηρίζει μια μορφή προπέτειας και θρασύτητος και δεν τα έχει ανάγκη αυτά – μέγα σφάλμα, διότι είμαστε πιο αδύνατοι και από μυρμήγκια. Και χωρίς τις μεταφυσικές και παραφυσικές διηγήσεις έχει στεγνώσει η ψυχή του. Έγινε ένα λογοκρατούμενο ον, επιδερμικό και φτωχό. Μοιραίως, η γλώσσα φτώχυνε. Για αυτό ακούμε κάτι αντιπαθητικούς όρους, όπως ‘δομές’, ‘δράσεις’, ‘αφήγημα’, ‘δικαιωματισμός’, ‘συμπερίληψη’, ‘θετικό πρόσημο’, αλλά και κάτι επίσης κακόηχα, όπως ‘καλή απόλαυση’, ‘καλή συνέχεια’ και ‘καλή Παναγιά’. Η νοστιμιά πλέον απουσιάζει από τη γλώσσα”» (Νικόλας Ζώης, Καθημερινή, 29/11/23, δική μου υπογράμμιση).  

Ο Σωτήρης Δημητρίου (Πόβλα Θεσπρωτίας, 1955) δεν γράφει ένα «αφήγημα» το οποίο, στο τέλος, τιτλοφορείται Αντιπαθητικές λέξεις. Η φορά νομίζω είναι αντίθετη: συγκεντρώνει μια αρμαθιά λέξεων που επιθυμεί να βρουν τη θέση τους στον κάλαθο των αχρήστων, το «κοφίνι», και όπως φτιάχνει μια ιστορία, τις πετάει. 

Μυθοπλασία μεν αλλά οι αναφορές δεν αφήνουν αμφιβολίες σε ποια περίοδο εστιάζει ο συγγραφέας. Τουλάχιστον στην αρχή, γιατί μπορεί ο μύθος να ξεκινάει με το πέρας της περίφημης «[...] δεκαεπτάωρη[ς] δραματική[ς] σύσκεψη[ς] των Βρυξελλών» (σ. 7), αλλά η συνέχεια απαγκιστρώνεται από τα ιστορικά γεγονότα. Εξάλλου, η πρώτη περίοδος του βιβλίου δεν είναι τυχαία: «Ευκαιρία να γυρίσουμε σελίδα» (σ. 7). 

Παραθέτω ενδεικτικά: 

«Οι σοσιαλεθνικιστές τιμούσαν τις ναυμαχίες των προγόνων μας με ρίψεις στεφάνων, από ελικοπτέρου, στην θάλασσα. Στην Σαλαμίνα έστρωναν κόκκινο χαλί μέχρι το κυματάκι και εκείθεν έρριπτον τον στέφανον. Στην δε παραλαβή αεροπλάνων από τις πολεμικές βιομηχανίες της Δύσεως, υψηλά στελέχη των εθνικιστών εμφανίζονταν με ξεματιάστρες, ιερείς και λιβανιστήρια» (σ. 10). 

«Άλλοι εκ των σοσιαλεθνικιστών τράβηξαν για την Κίνα εκλιπαρώντας δανεικά και άλλοι στην Ρωσία να μας τυπώσουν δραχμές» (σ. 28). 

Η Ελλάδα, εκτός από ιδανικός προορισμός διακοπών, μετατρέπεται και σε ένα απέραντο σκηνικό όπου «χιτωνοφορούντες» με «ένα πος συνδεδεμένο με το δημόσιο ταμείο» φωτογραφίζονται με τουρίστες επ’ αμοιβή. Η χώρα αναδεικνύεται σε «[έ]να ηλιόλουστο πεδίο εκτονώσεως των ομιχλόπληκτων Βορείων» (σ. 41).     

Μέσα από το σκώμμα και την ειρωνεία όμως, ο Δημητρίου, καταφέρνει καίριες παρατηρήσεις:

«Εξέλιπε, εν τη αφελεία μας, ακόμα και ο ελάχιστος δεσμός της αλληλοανάγκης, της κοινότητας, λόγω κάποιας σαθρής αυτάρκειας. Της πάλαι ποτέ βέβαια κοινότητας που στις μέρες μας εξελίχθηκε σε καρικατούρα [...]» (σσ. 26-27). 

«Το άι γαμήσου ήταν η πλέον συχνή έκφραση που σχημάτιζε ο νους μας – βεβαίως μη εκφερόμενη» (σ. 27). 

«Άκαμπτος δε παραμένει στο συλλογικό υποσυνείδητο –που λένε οι ψυχολόγοι– ο γραικυλισμός. Λέξη που έχει σχεδόν εξαφανιστεί, όμως η ουσία της παραμένει δρώσα» (ό.π.). 

Στο «αφήγημα», απέναντι στους ακραίους «σοσιαλεθνικιστές» στέκονται οι κεντρώοι, ή «ακροκεντρώοι», όπως τους αποκαλούν οι αντίπαλοί τους. Οι κεντρώοι, στο πλευρό των οποίων συντάσσεται και ο αφηγητής, παρουσιάζονται ως «άθυμοι σκεπτικιστές» ενώ οι εθνικοσοσιαλιστές ως «αιματώδεις και αλάνθαστοι». 

«Κυρίως οι κεντρώοι ζήλευαν την ξεγνοιασιά των ακραίων, που η καρδιά τους χτυπούσε στον υγιή, ζωώδη ρυθμό της φυρότητας. Νύχτα, μέρα, χειμώνα, καλοκαίρι, εξήντα σφίξεις όπως έλεγαν παλιά, που τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να απορρυθμίσει» (σ. 32). 

Η έμπνευση όμως του συγγραφέα φαίνεται στην αποδελτίωση και δόκιμη ένταξη στο σώμα του κειμένου, στοιχείων ταυτότητας που ελλοχεύουν στη σκέψη ουκ ολίγων. Παραθέτω ενδεικτικά:

«Πάντως προς τιμήν τους, οι σοσιαλεθνικιστές αγκάλιασαν στοργικά την ορθοδοξία. Βέβαια, η βαρύνουσα κουβέντα ειπώθηκε εμπιστευτικά στο πρωθυπουργικό αυτί απ’ τον καφετζή του ισογείου. Έχεις τον παπά, έχεις την κυβέρνηση» (σ. 21). 

Είναι η παρουσία του καφετζή που ανάγεται σε σύμβουλο του πρωθυπουργού και ρυθμιστή της πορείας του έθνους, που καθιστά το “εύρημα” μυθοπλαστικά αξιοσημείωτο, έτσι όπως συμπυκνώνει έκτυπα απρόσμενες πτυχές του μηχανισμού λήψης αποφάσεων. Σημειωτέον, ο εγγονός του ίδιου καφετζή, στο τέλος του μύθου, θα δώσει και πάλι τη λύση:

«Άμα υπάρχουν λεφτά, υπάρχουν και κώλοι. Αμέσως ήρθε στον πρωθυπουργό επιφοίτηση. Παρείχε σε όλα τα Ελληνόπουλα, άμα τη γεννήσει τους, σοσιαλεθνικιστική σύνταξη. Βρέθηκε επιτέλους ο ομφάλιος λώρος που συνέδεσε τους ασώτους με την κοινωνία – το δημόσιο ταμείο» (σ. 78). 

Ο προσεκτικός αναγνώστης, και δη ο συστηματικός αναγνώστης του Δημητρίου, θα συναντήσει και εδώ, πίσω από το σκωπτικό και –σε σημεία– διασκεδαστικά παραληρηματικό «αφήγημα», τις βασικές πλίνθους της μυθοπλασίας του: επειδή η γλώσσα είναι άρρηκτα δεμένη με τα χέρια, η χειρωναξία του παρελθόντος μάς κληροδότησε ένα σώμα λέξεων που στέκονται στον αντίποδα του αντιπαθητικού. 

«Εν παρόδω, στην αρχαία αλλά και στη δημώδη γλώσσα δεν θα βρούμε ούτε μία λέξη για το καλάθι. Μάλλον η εποχή μας –η έλλειψη χειρότευκτης ζωής– ευνοεί την ακαλαίσθητη και επιπόλαιη σχέση με την γλώσσα» (σ. 33). 

Όπως και:

«Μάλλον τα χέρια πλάθουν όχι μόνο την γλώσσα αλλά και τον ήχο της. Πού πια το θέλγος από τα λόγια και την φωνή της χωριάτισσας» (σ. 78). 

Η χειρωναξία των ανθρώπων του χωριού «[...] με τα πέντε τραγούδια και τα πέντε πράγματα που άλλαζαν σχεδόν ανεπαισθήτως –σαν τα βουνά– από αιώνα σε αιώνα» (σ. 68). Ο συγγραφέας κατασκευάζει την ειρωνεία του πάνω στη νοσταλγία αλλά και ως αντίδραση στο δέος της διαδικτυακής αποχαύνωσης που επιταχύνει και διαστρεβλώνει –σε σύγκριση πάντα με τους ρυθμούς του παρελθόντος– την εξέλιξη της γλώσσας. Τηρεί όμως και αποστάσεις: «Ως άνθρωποι βέβαια κι αυτοί [οι χωριάτες], στην δεινή θέση ανάμεσα στο ζώο και στον πεπερασμένο Θεό, είχαν μύρια όσα κακά, αλλά τουλάχιστον είχαν μαζεμένη την γνώμη τους καθώς έλεγαν. Κι ας ελπίσουμε πως σ’ αυτό το σημείο δεν θα γίνουν ανυπόστατες σκέψεις περί εξιδανικεύσεως» (ό.π.). Ο Δημητρίου ως λογοτέχνης –«[...] βεβαρημέν[ος] απ’ την εσαεί ατελέσφορη σκέψη [...]» (σ. 66)–, που μόνο κύκλους δύναται να κάνει, βρίσκει παρηγοριά στο παρόν «αφήγημα». Λέξη την οποία, με σκανδαλιστική συνέπεια, θα φροντίσει να πετάξει στο κοφίνι, αφήνοντας τον αναγνώστη να μειδιά για τον αυτοσαρκασμό που προσδίδει η κίνηση στο δημιούργημά του.

«Και αισίως φτάσαμε σε μια απ΄τις κομβικές, αντιπαθητικές λέξεις –ίσως την λέξη σημαιοφόρο– που κυριάρχησε στην σοσιαλεθνικιστική περίοδο, στην λέξη αφήγημα. Η μόνη ανταγωνιστική της λέξη ήταν η δηθενιά, που ευτυχώς έχει τινάξει τα πέταλα. Η άλλη παραστάτης, η πολυπολιτισμικότητα, κάνει τις τελευταίες της βόλτες σε κάτι ΚΑΦΑΟ στην επαρχία. Ας τοποθετήσουμε λοιπόν το αφήγημα με τον πρέποντα σεβασμό στο καλάθι των αντιπαθητικών λέξεων» (σ.61).

Όλως περιέργως, ο συγγραφέας, κρυμμένος πίσω από τον αφηγητή, θα ομολογήσει και τον καημό του: «Αν δεν ήμασταν κεντρώοι, θα ήμασταν αναρχοαυτόνομοι αλλά χωρίς το μπάχαλο» (σ. 75). Είναι αυτό το «χωρίς το μπάχαλο», που υποτίθεται ότι σώζει τα προσχήματα, που προτάσσει τρόπον τινά την αίγλη και ακεραιότητα που ενέχει πάντα το αδύνατο σε σύγκριση με το απλώς απίθανο. Ο Δημητρίου δεν παραλείπει, εφόσον το διακρίνει, να υπογραμμίσει και το «κύριο κουσούρι» που κρύβεται στην «αρετή» των κεντρώων: «Καθηλωτική απραξία. Σχεδόν σαστισμένοι στην θέα της ζωής» (σ. 35). Κάπως αναπάντεχα, όμως, το «αφήγημά» του τον ξεπερνάει και συνιστά, έμπρακτα, και ένα αναρχοαυτόνομο μπάχαλο. 

Η ιστορία του, όμως, αν θέλει κανείς να ωθήσει την ερμηνεία στα όριά της, στέκει τρόπον τινά και ως μια ιδιότυπη εις άτοπον απαγωγή. Ο Δημητρίου σκιαγραφεί έναν κόσμο που εμφορείται από αυτές τις «αντιπαθητικές» λέξεις και αφήνει τον αναγνώστη, είτε να χαμογελάσει, είτε, αν και εφόσον επιθυμεί, να ψυχανεμιστεί την παραδοξολογία του. 

— Σωτήρης Δημητρίου, Αντιπαθητικές λέξεις, Πατάκης: 2024, 88 σελίδες, ISBN: 9786180707984, τιμή: €7,70.