Skip to main content
Παρασκευή 19 Απριλίου 2024
Κοινοτοπίες και απιθανότητες στον κύβο

Συνταγή για κοινωνικοπολιτικό αστυνομικό στα γρήγορα: Πάρτε δύο συμμορίες του υποκόσμου και βάλτε τα μέλη τους να αλληλοσκοτώνονται. Προσθέστε έναν επιχειρηματία που έχει καταχραστεί χρήματα του δημοσίου, ένα υπουργό να τον καλύπτει, έναν γενικό γραμματέα υπουργείου να κάνει τη βρόμικη δουλειά κι έναν επίορκο εισαγγελέα. Βάλτε να δολοφονήσουν τον δικηγόρο που έχει αναλάβει την υπόθεση και αφήστε την κόρη του να πάρει εκδίκηση. Όταν το μείγμα πάρει βράση, προσθέστε έναν έντιμο αστυνόμο να ξεμπροστιάσει τους ένοχους. Αν σας αρέσουν οι πικάντικες γεύσεις, πασπαλίστε με ροζ πιπέρι την εκδικήτρια κόρη και έναν από τους κακούς, που να είναι όμως καλό παιδί. Αφήστε το να κρυώσει, γαρνίρετε με κοινοτοπίες και απιθανότητες, και σερβίρετε σε απίστευτα ρηχό πιάτο. Καλή χώνεψη!

Αυτά περίπου είναι τα συστατικά του μυθιστορήματος Ο κύβος του Ρούμπικ του Γιώργου Γιαντά (Μυτιλήνη, χ.χ.γ.). Η πλοκή είναι παρμένη από τον τσελεμεντέ των βασικών κοινοτοπιών του αστυνομικού, όπως αυτό τείνει να παγιωθεί μετά το σοκ της πολυεπίπεδης κρίσης στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Όλες οι συνιστώσες (οργανωμένο έγκλημα, επαγγελματίες δολοφόνοι, οικονομικά σκάνδαλα, διεφθαρμένοι πολιτικοί, διαπλεκόμενοι δικαστικοί, ατιμωρησία, τυφλή οργή) αντικατοπτρίζουν μία πραγματικότητα γνωστή σε όλους – δεν αμφισβητείται αυτό. Εντούτοις, τα ζητούμενα είναι δύο: πρώτον, πώς όλα αυτά παρουσιάζονται με μια αληθοφάνεια που να υπερβαίνει τις κουβέντες καφενείου (και ει δυνατόν να πραγματεύεται πρωτίστως τα κίνητρα όλων αυτών των ζοφερών χαρακτήρων), και δεύτερον, πώς το συνολικό αποτέλεσμα μετασχηματίζεται σε αξιόλογη λογοτεχνία. Δυστυχώς ο Κύβος αστοχεί ως προς και τα δύο αυτά ζητούμενα.

Για τη δομή αυτού του μυθιστορήματος δεν έχει να πει κανείς πολλά: γραμμική ανέλιξη, τριτοπρόσωπη αφήγηση στον αόριστο, μικρά έντιτλα κεφάλαια.

Αντίθετα, για την πλοκή πολλά μπορούν να ειπωθούν. Ο Κύβος φιλοδοξεί να είναι η επιτομή των παθογενειών μιας κοινωνίας σε κρίση – μια μικρογραφία γενικής άποψης, αν μου επιτρέπεται το οξύμωρο. Ο Γιαντάς εστιάζει σε μια ιστορία, την βάζει κάτω από το μυθοπλαστικό του μικροσκόπιο και προσπαθεί να συνθέσει μια μικροσκοπική –αλλά μεγεθυσμένη– εικόνα που να τα περιλαμβάνει όλα. Δύσκολο εγχείρημα, το οποίο εύκολα μπορεί να αποτύχει αν αφεθεί έρμαιο του επαγωγικού συλλογισμού που κατατρύχει το σύγχρονο αστυνομικό.

Είμαι βέβαιος ότι ο Γιαντάς σχεδίασε την πλοκή του, προσεκτικά ομολογουμένως, επί χάρτου, έτσι ώστε να φτάσει στην κάθαρση (και στα υπόρρητα συμπεράσματα) που είχε εξαρχής κατά νου. Αυτό το επιτυγχάνει: μέσα από οχτώ δολοφονίες, μία απόπειρα φόνου (που αφήνει το θύμα ανάπηρο) και μία αυτοκτονία, πολλοί από τους κακούς τιμωρούνται όπως τους αξίζει. Στο τέλος η τιμωρός κόρη, η δικηγόρος Βίκη Βερέντζη, φεύγει από την Ελλάδα για να κάνει μια νέα αρχή στην Αγγλία, ενώ και ο αστυνόμος Κορκολάτος ξαναπαίρνει τη θέση του στη ΓΑΔΑ, προαγόμενος μάλιστα. Αισιόδοξο το μήνυμα, τουλάχιστον σε μικροκλίμακα – γιατί, κατά τα άλλα, οι υπόλοιποι μένουν εντός και επί τα αυτά, να βολοδέρνουν στη θνήσκουσα Ελλάδα.

Πιστεύω ότι πολλοί από τους αναγνώστες αυτού του σημειώματος θα συμφωνήσουν ότι η γενική αίσθηση που μόλις περιέγραψα αντανακλά την παγιωμένη πεποίθηση της πλειονότητας: έτσι έχουν τα πράγματα. Ίσως. Από την άλλη όμως, δεν είναι δουλειά της λογοτεχνίας να ενισχύει «παγιωμένες πεποιθήσεις». Ασφαλώς, δουλειά της δεν είναι ούτε να δίνει απαντήσεις (και μάλιστα σε χρόνια προβλήματα, άρρηκτα συνυφασμένα με τον ευρύτερο κοινωνικό ιστό). Αν κάτι περιμένει κανείς από το σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό αστυνομικό είναι να θέτει ερωτήσεις και –ιδανικά– να βοηθά τον αναγνώστη να σκεφτεί μόνος του πώς φτάσαμε ως εδώ. Τίποτα απ’ αυτά δεν συμβαίνει στον Κύβο.

Ο Γιαντάς αρκείται σε μία γενικόλογη περιγραφή παθογενειών που όλο κάτι να θυμίζουν, χωρίς να οδηγούν πουθενά. Από διαπιστώσεις, άλλο τίποτα. Ξέρουμε ποιοι φταίνε για όλ’ αυτά, οι δύο υπόκοσμοι: ο κανονικός, της πιάτσας, και –κυρίως– ο άλλος, ο κουστουμαρισμένος: «Ποιος είναι τελικά ο υπόκοσμος, Βίκη; Ποιος είναι ο πραγματικός ορισμός αυτής της λέξης; Ίσως δεν απαιτείται να μοιάζεις με κακοποιός [sic] για να ανήκεις σ’ αυτόν. Ίσως ο υπόκοσμος περιλαμβάνει και κάποιον που φορά κοστούμι» (σ. 126) και «“Ο υπόκοσμος…” είπε η Βίκη. “Ο υπόκοσμος είναι κάτι σχετικό. Μπορεί να υπάρχει οπουδήποτε”» (σ. 181). Είναι σαφές: πρωτίστως φταίνε οι εγκληματίες με τα άσπρα κολάρα και δευτερευόντως οι άλλοι, του κοινού ποινικού δικαίου. Εμείς όχι· εμείς αναγνώστες είμαστε, περαστικοί, παρατηρητές. Ο Κύβος εδράζεται στον απόηχο των συνθημάτων «Να καεί / να καεί / το μπουρδέλο η βουλή» και «Φέρτε / πίσω / τα κλεμμένα». Ωραία. Και τώρα που βρήκαμε ποιοι φταίνε, τι κάνουμε; Τίποτα. (Στην καλύτερη, θα γράψουμε κάνα μυθιστόρημα ακόμα, μιας και βρήκαμε έναν αστυνόμο που κάνει δουλίτσα.)

Αφού επί της ουσίας, όπως ισχυρίζομαι, ο Κύβος δεν έχει τίποτα το ουσιαστικό να προσφέρει στο σύγχρονο αστυνομικό, μένει να εξετάσω τη λογοτεχνική του αξία, έτσι ώστε είτε να τον απορρίψω είτε να τον διασώσω, τουλάχιστον ως προς το ένα του σκέλος. Αξίζει τον κόπο να προσπαθήσω, γιατί ο Γιαντάς δεν είναι απαράδεκτος ως συγγραφέας· θα έλεγα μάλιστα ότι είναι καλύτερος από αρκετούς προβεβλημένους και «καταξιωμένους» ομοτέχνους του.

Θα περίμενε κανείς, απ’ όσα έχω πει μέχρι τώρα, ότι ο Κύβος είναι ένα σκληρό αστυνομικό. Δεν είναι. Παρά τους φόνους και το πιστολίδι, δεν γίνεται κανένας χαμός. Η περιγραφόμενη βία είναι υποτονική και υποβαθμισμένη. Αντίθετα, μεγάλη έμφαση δίνεται στα ερωτικά του αρχινονού Τζίμη, ο οποίος είναι χωρισμένος (με παιδί) και τα έχει με την μπόντι μπίλντερ (!) Νικόλ, αλλά στην πορεία ερωτεύεται τη Βίκη και αποφασίζει να πάρει τον σωστό δρόμο (αν προλάβει).

Μπορεί ένας αρχινονός να ερωτευτεί και να ανανήψει, δεν λέει κανείς όχι. Άλλωστε, ο Γιαντάς, γενικά, δεν κρίνει τους χαρακτήρες του. Κάποιους απ’ αυτούς, δε, δείχνει να τους συμπαθεί ιδιαίτερα– όπως, για παράδειγμα, τη Βανέσα, μια τρανσέξουαλ ντραγκ κουίν: «Τέτοια γυναίκα δεν ανήκει σε κανέναν, δεν χωρά σε μία αγκαλιά, δεν σηκώνει φτήνιες. Οι τεράστιες, χιονάτες γόβες τράνταζαν τη σκηνή, πόδι αρχαίου γλυπτού σε δικτυωτό καλσόν, κορμί θεσπέσιο, χείλη φρουτένια, βουτηγμένα στο χρώμα του έρωτα. Έσιαξε το πυκνό ξανθό μαλλί της κι ευχαρίστησε ξανά το κοινό, που κάτω από τα πολύχρωμα φώτα δεν έκρυβε τη λάγνα ικανοποίηση για το θέαμα» (σ. 92). Εκείνον όμως που πραγματικά έχει στην καρδιά του είναι ο Τζίμης, τον οποίο πασχίζει να παρουσιάσει ως ψυχούλα που έκανε λάθος επιλογές. Αυτό είναι προβληματικό, γιατί ο Τζίμης είναι δολοφόνος, αρχηγός εγκληματικής συμμορίας. (Ο χαρακτηρισμός «αρχινονός» που αποδίδει ο συγγραφέας τόσο στον Τζίμη όσο και στον θανάσιμο εχθρό του, τον Κωστή Τσόχα, είναι υπερβολικός: το μόνο που προκύπτει από το κείμενο και για τους δύο είναι ότι ηγούνται μικροσυμμοριών που πουλάνε προστασία πόρτα πόρτα, άρα μεροκαματιάρηδες· δεν είναι έτσι οι αρχινονοί.)

Η πλοκή αντλεί από τη σκανδαλολογία, τεντώνοντας τις συνέπειές της πέρα από τα όρια αντοχής τους. Ο Καμαρανίδης, πρόεδρος της εταιρείας τηλεπικοινωνιών Telemedia, είναι στη φυλακή για μη καταβολή φόρων στο Δημόσιο. Την υπόθεσή του έχει αναλάβει ο δικηγόρος Θέμης Αναγνώστου – ως πολιτική αγωγή, όχι ως υπεράσπιση (θα επανέλθω σε αυτό). Ο Τσόχας, τώρα, ο οποίος γνωρίζει τον Καμαρανίδη από τη φυλακή όπου είχαν συμβιώσει για ένα διάστημα, αναλαμβάνει την εκτέλεση του Αναγνώστου, με αντάλλαγμα ο Καμαρανίδης να σβήσει ένα χρέος της κόρης του Τσόχα στο Δημόσιο. Και πράγματι, ένας επαγγελματίας εκτελεστής, ο Αμερικάνος, δολοφονεί τον Αναγνώστου, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου: από κει και πέρα πέφτουν κορμιά.

Πολλά απ’ όσα περιγράφονται στον Κύβο είναι τερατωδώς απίστευτα. Σταχυολογώ και απαριθμώ:

[1] Παραείναι πολλά τα λεφτά, και της κατάχρησης του Καμαρανίδη (324.000.000 ευρώ) και του χρέους της κόρης του Τσόχα (880.000 ευρώ) από ένα πολυώροφο κατάστημα καλλυντικών που διευθύνει, αλλά μικρό το κακό: ουδείς ασχολείται με μερικά μηδενικά παραπάνω σε ποσά που δεν τον αφορούν.

[2] Ο δολοφονημένος Αναγνώστου έχει αφήσει κάπου έναν φάκελο με όλα τα στοιχεία της υπόθεσης Καμαρανίδη, τον οποίο βρίσκει κατά τύχη η Βίκη και, νομιμοφρόνως και εκδικητικά ποιούσα, τον παραδίδει στον Κορκολάτο για τα περαιτέρω (παρόλο που έτσι ενοχοποιεί και τον επίσης δολοφονημένο πατέρα της). Πρόκειται για γκάφα ολκής. Πώς γίνεται για ένα τέτοιο τρανταχτό σκάνδαλο όλα τα στοιχεία να βρίσκονται σε έναν και μόνο φάκελο που τον έχει μάλιστα κάποιος (ανεξάρτητος) δικηγόρος;

[3] Η δολοφονία του Καμαρανίδη (έκρηξη μέσα σε βαν της αστυνομίας κατά τη μεταγωγή του σε άλλη φυλακή) είναι απολύτως αναληθοφανής: εκρηκτικός μηχανισμός που σκοτώνει επιλεκτικά μόνο τον στόχο και άλλον κανένα (ούτε γρατζουνιά οι συνοδοί). Και το κερασάκι: στο ανατιναγμένο αυτοκίνητο βρέθηκε στοιχείο που «ανήκε στον άνθρωπο του υπουργού. Μια τόση δα τρίχα που έμεινε εκεί κατά την τοποθέτηση του μηχανισμού» (σ. 294).

[4] Αυτός ο άνθρωπος του υπουργού, ονόματι Κρίτωνας, είναι η προσωποποίηση του κακού: δεν υπάρχει έγκλημα που να μην έχει διαπράξει. Θα περίμενε κανείς να είναι σκιώδης χαρακτήρας. Και όμως όχι: κατά την επίσημη επίσκεψη ψηφοθηρικού χαρακτήρα (παραμονές εκλογών γαρ) του παμβρόμικου υπουργού Κεράπη στη ΓΑΔΑ «το έμπειρο μάτι του Κορκολάτου συνέλαβε μία μυστήρια φυσιογνωμία» (σ. 255): τον Κρίτωνα, ο οποίος εμφανιζόταν σε βίντεο κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης σε σκηνή εγκλήματος και «τώρα [ο Κορκολάτος] τον είχε μερικά μέτρα μπροστά του» (σ. 256). Πολύ άνετος ο διαπιστευμένος δολοφόνος Κρίτωνας.

[5] Λίγο νωρίτερα, ο Κορκολάτος κάνει διάρρηξη στο κρησφύγετο ενός άλλου δολοφόνου, του Αλβανού Στόγια, για να φυτέψει κοριούς και –για λόγους που αδυνατεί να συλλάβει ανθρώπου νους– κάνει τράκα τσιγάρο από ένα πακέτο που βρίσκει εκεί. Όμως το καλύτερο έπεται: όταν ο Στόγια επέστρεψε στο ημιυπόγειο όπου κρυβόταν, «κοίταξε το πακέτο προσεκτικά. Ένα γαμημένο τσιγάρο λιγότερο. Με βρήκαν!» (σ. 237) – κατόπιν τούτου, κατάφερε να ξεφύγει από τον Κορκολάτο, που ήταν απασχολημένος να φουμάρει εκείνο το τσιγαράκι που λέγαμε. Συμπέρασμα: ο αστυνόμος είναι παθολογικός τρακαδόρος και ο Αλβανός μετράει τα τσιγάρα στο πακέτο. Τραγικωμωδία.

[6] Ο Τζίμης και ο Στόγια μπουκάρουν με τα πρόσωπα ακάλυπτα και τα κουμπούρια στα χέρια σε εστιατόριο όπου τρώει ο Πένσας, ένα σημαίνον μέλος της αντίπαλης συμμορίας, με την κόρη του, τη Ματίνα, και τον εκτελούν εν ψυχρώ (δηλαδή, ο Στόγια, όχι ο Τζίμης, που –είπαμε– είναι καλός άνθρωπος), μπροστά σε πλήθος θαμώνων. Αργότερα, ένας άλλος της συμμορίας, ο Στέφανος, ρωτάει ευλόγως: «“Ρε Τζίμη, γιατί πήγατε ακάλυπτοι; […] Γιατί του ρίξατε ακάλυπτοι; Σε δημόσιο χώρο;”» και ο ημίσκληρος Τζίμης απαντάει: «“Γιατί ήθελα να με δει καταπρόσωπο πριν πεθάνει!”» (σ. 147). Αυτό θα μπορούσε να γίνει και στο πάρκινγκ, ας πούμε, αλλά ο Στέφανος δεν επιμένει. Ο αφηγητής σχολιάζει: «Η επίθεση στον Πένσα με ακάλυπτο πρόσωπο δεν ήταν από επιπολαιότητα» (σ. 155) και αμέσως μετά, επί σχεδόν μία σελίδα, προσπαθεί να δικαιολογήσει με ψυχολογισμούς τα αδικαιολόγητα, αλλά η ζημιά έχει γίνει. Το αποκορύφωμα: οι αστυνομικοί ψάχνουν τον Στόγια· δεν τον βρίσκουν, αλλά συλλαμβάνουν τον Τζίμη με το όπλο πάνω του. Συνεργός, τουλάχιστον. Και όμως, τον αφήνουν ελεύθερο, χωρίς καν να του απαγγείλουν κατηγορία (η Βίκη τον σώζει, εκβιάζοντας το κύκλωμα του υπουργού με ατού τον φάκελο Καμαρανίδη). Η υπέρβαση των ορίων αντοχής που έλεγα πριν.

[7] Στον Κύβο αναφέρονται δύο εμπρησμοί: ο ένας στο γραφείο του μακαρίτη δικηγόρου Αναγνώστου (για να καεί ο διαβόητος φάκελος Καμαρανίδη) και ο άλλος στο μαγαζί της κόρης του Τσόχα. Και οι δύο προσκρούουν στη λογική. Στην πρώτη περίπτωση, καίγεται (δεν μαθαίνουμε πώς) το γραφείο του Αναγνώστου και μόνο, παρότι βρίσκεται μέσα σε δικηγορική εταιρεία: το υπόλοιπο κτίριο, αλώβητο – πυρίμαχο. Στη δεύτερη περίπτωση, οι συμμορίτες προσπαθούν να βάλουν φωτιά στο μαγαζί με χειροβομβίδες που πετάνε στις βιτρίνες. Προφανώς η κοινή λογική δεν είναι… πάγκοινη.

[8 ] Το άκρον άωτον των απιθανοτήτων: Την υπόθεση Καμαρανίδη έχει αναλάβει, ως κατήγορος, ο δικηγόρος Αναγνώστου. Είναι κοινή γνώση ότι τη νομική στήριξη του δημοσίου αναλαμβάνουν εισαγγελείς και ανακριτές, όχι ανεξάρτητοι δικηγόροι. Αδιανόητη η διαδικαστική γκάφα. Αυτά τα πράγματα απλώς δεν γίνονται.

Λεπτομέρειες, θα μου πείτε. Δεν είναι έτσι όμως. Το αστυνομικό έχει κάποιους κανόνες, ακολουθεί κάποιες συμβάσεις· όταν γράφεις μια ιστορία «απ’ τη ζωή βγαλμένη», δεν μπορείς να διαστρέφεις την πραγματικότητα για να βολέψεις την πλοκή σου: η αληθοφάνεια δίνει αξιοπιστία στα γραφόμενά σου. Αν το ρίξεις στην παλαβή, είτε από οκνηρία είτε από ανικανότητα, φοβού τον αναγνώστη τη λογική του οποίου υποτιμάς! Έτσι πάει.

Το ύφος του Γιαντά είναι τυπικό, διεκπεραιωτικό, θαρρείς και μόνη του έγνοια είναι να προωθήσει την πλοκή. Δεν πρόκειται για στιλιστική επιλογή (πράγμα που θα απαιτούσε άλλη πραγμάτευση): αυτό, φοβάμαι, είναι το εύρος των δυνατοτήτων του. Ουδέν το αξιομνημόνευτο μέσα σε 300 σελίδες. Η μόνη σοφία (κι αυτή, κοελιογενής) που βρίσκω στις υπογραμμίσεις μου: «Η μοίρα είναι μεταμφιεσμένη θέληση» (σ. 139). Κατά άλλα, υπογράμμισα κοινοτοπίες για ανθολογία, όπως, λ.χ., αυτή: «Ο Ριζόπουλος μέσα του πίστευε πως σε τούτο τον κόσμο υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: οι έξυπνοι και οι χαζοί. Οι έξυπνοι κάνουν παιχνίδι. Οι χαζοί απλώς υπάρχουν» (σ. 189). Μετά απ’ αυτό, ο Ριζόπουλος αυτοκτόνησε. Λογικό.

Υπάρχουν σελίδες όπου ο Γιαντάς δίνει την εντύπωση ότι βιάζεται να τελειώσει, σαν μαθητής που γράφει έκθεση στο σχολείο και θέλει να ξεμπερδεύει για να βγει μιαν ώρα αρχύτερα στην αυλή. Π.χ., όταν ο διεφθαρμένος Ριζόπουλος καλείται για κατάθεση στη ΓΑΔΑ, αυτοκτονεί με συνοπτικές (και αστείες, παρά τον ζόφο της συγκυρίας) διαδικασίες (βλ. σ. 290-292), πράγμα που δεν ταιριάζει με την εικόνα που είχαμε για τον χαρακτήρα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Εξίσου αφύσικος είναι και ο προηγηθείς υποβιβασμός του από γενικός γραμματέας υπουργείου σε διευθυντή γηροκομείου (!), για «δυόμιση [sic] χιλιάρικα να ασχολείται με γέρους» (σ. 290). Ποιος; «Ο Ριζόπουλος που έλυνε και έδενε όταν ήταν γενικός, τότε που έπαιζε στα χοντρά κόλπα με τις πλάτες του Κεράπη» (σ. 290). Μόνο που από εδώ προκύπτει ότι τα κόλπα δεν ήταν και τόσο χοντρά, αλλιώς δεν θα δεχόταν να ξεφτιλιστεί για δυόμισι ψωροχιλιάρικα. Αρκετά όμως με τις απιθανότητες – γιατί δεν έχουν τέλος.

Από γλωσσικής και υφολογικής άποψης, είναι επίσης πολλά τα προβληματικά σημεία. Και πάλι, σταχυολογώ και απαριθμώ:

[I] Ιδιόλεκτο: «εφτεράκισε ένα χαμόγελο» (σ. 46)· «χιλιάρικα μαλλιαρά» (σ. 52)· «πλακωνιές» (σ. 56)· «σαν να τον διέταξε ένας εσωτερικός τσιφ» (σ. 222)· «αερόζικα λόγια» (σ. 251)· «στοματού» (σ. 289).

[II] Λάθη χρήσης: «μια φλέβα είχε πρηστεί» (σ. 119)· «ο Τσόχας τράβηξε πάνω την κομμένη ανάσα του» (σ. 145)· «έχοντας γλιτώσει τον κίνδυνο για τη ζωή της» (σ. 148)· «ο Αρκούδας γέμισε τις χερούκλες του με πέντε μερίδες αντίδωρο» (σ. 159)· «σου κάνω το κλικ […] δεν σου κάνω ποτέ το κλικ» (σ. 217)· «δεν αφορούσε πια τις αρμοδιότητές του» (σ. 288).

[III] Και ευφημισμοί και χοντράδες: «Όταν πια αποστραγγίστηκε, έγειρε το σώμα του πλαγιαστά στον καναπέ»: σε αυτή τη σκηνή, ο Τζίμης κάνει σεξ με τη Νικόλ· ο συγγραφέας θέλει να αποφύγει το βάρβαρο ρήμα «έχυσε» και επιλέγει το αστείο «αποστραγγίστηκε». Από την άλλη, όταν μια κυρία έρχεται να κάνει τα παράπονά της για μία «απαράδεκτη κλήση» στον Κορκολάτο που έχει μετατεθεί δυσμενώς στην Τροχαία, διαβάζουμε: «Ο Κορκολάτος την άκουγε παρατηρώντας τη χοντρή ελιά στο αριστερό της μάγουλο – πουριτανή γεροντοκόρη, στοματού, προφανώς με πολύχρονη αποχή από ερωτικές συνευρέσεις» (σσ. 288-289). Προσέξτε: αυτά δεν τα λέει κάποιος χαρακτήρας αλλά ο παντεπόπτης αφηγητής, συνεπώς τα χρεώνεται ο συγγραφέας, ο οποίος ξεκάθαρα χαρακτηρίζει την κυρία «αγάμητη», επειδή δεν του αρέσει ο τρόπος και η εμφάνισή της. Φάουλ – και μάλιστα εσκεμμένο.

[IV] Νουάρ ατμόσφαιρα: «Τους έπιασε μια ραγδαία βροχή που έπεφτε με μανία, χτυπώντας με δύναμη τα τζάμια, κρύβοντας τη θολή νύχτα που σκέπαζε την πρωτεύουσα» (σσ. 101-102). Στον Κύβο βρέχει (φυσικά), αλλά ευτυχώς όχι πολύ. Εδώ η επιδιωκόμενη ατμόσφαιρα προκύπτει και με όρους Συνοικία το όνειρο: «Ήταν μία από τις φτωχογειτονιές της Αθήνας που είχε αφήσει ανέγγιχτες ο χρόνος. Τώρα τη μούσκευε ένα ψιλό λασπόβροχο, ενοχλητικό, με αργές ψιχάλες που κόλλαγαν παντού, αφήνοντας μια κιτρινίλα, μια κρούστα λέρας στα σπίτια, στους ουρανούς των αυτοκινήτων, στα τζάμια των παραθύρων. Οι νοικοκυρές μάζεψαν τις μπουγάδες, κάποιες καθυστερημένα, τα ρούχα θέλανε ξανά πλύσιμο. Από τα ασβεστωμένα ταρατσάκια των μονοκατοικιών, κάποιοι γείτονες χάζεψαν τους τέσσερις άντρες που περνούσαν πεζή στον δρόμο. Υποψιάστηκαν περαστικούς, τουρίστες που μάλλον μπέρδεψαν τα σοκάκια, γιατί οι πολιτικοί την είχαν ξεχασμένη από καιρό την περιοχή» (σ. 183). Δεν μπορώ να αντισταθώ, έχω απορίες: υπάρχει συντονιστικό όργανο για τη μαζική μπουγάδα των νοικοκυρών ή η εκδήλωση είναι αυθόρμητη; Και: τι γυρεύουν στα ταρατσάκια οι περίεργοι μες στο ψιλόβροχο, γλάστρες είναι;

Για να είμαι δίκαιος, ο Γιαντάς δεν γράφει (πολλές) α-νοησίες, ούτε το παρακάνει με τη «νουάρ ατμόσφαιρα». Τα παραδείγματα που απομόνωσα ίσως τον αδικούν (και μπορούν να θεωρηθούν ως αβλεψίες της επιμέλειας), αλλά τα παρέθεσα γιατί υπάρχουν.

Πέρα απ’ αυτά, ο Γιαντάς μερικά πράγματα τα έχει σκεφτεί καλά, αλλά τα εφαρμόζει λάθος. Για παράδειγμα, θέλει οι κακοί του να μην παίζουν αποκλειστικά στο μαύρο αλλά σε διαβαθμίσεις του γκρίζου, γιατί αυτό θα τους κάνει τρισδιάστατους και ενδιαφέροντες. Σωστά. Αυτό όμως πρέπει να προκύπτει από τις πράξεις τους, όχι επειδή το λένε οι ίδιοι! Λ.χ., λέει ο Τσόχας στην κόρη του: «“Μα δεν είμαι μόνο κακός, Ούτε μόνο καλός. Είμαι κι απ’ τα δύο. Έτσι δεν είναι και τούτος ο κόσμος; Η κόλαση και ο παράδεισος έχουν τις αλάνες τους εδώ κάτω. Εγώ μπαινοβγαίνω και στις δύο. […] Πούλησα την ψυχή μου στον εξαποδώ κι όταν πατώ σε εκκλησία οι άγιοι στα εικονίσματα ξέρουν, με στραβοκοιτάζουν”» (σ. 300). Ο ορισμός της αυτοϋπονόμευσης.

Ακόμα ένα παράδειγμα: Σε μυθιστορήματα με πολλά πρόσωπα, καλό είναι ο συγγραφέας να μην ονοματοδοτεί ασήμαντους χαρακτήρες, για να μην βαρύνει το κείμενο με άχρηστα ονόματα. Ακόμα και αυτό το απλό, λάθος το εφαρμόζει. Ενώ αναφέρει ονομαστικά πρόσωπα εντελώς ασήμαντα στην πλοκή (π.χ., Μισέλ, Μαριάννα, Λενάκι), χαρακτήρες που παίζουν κάποιον ρόλο (και έχουν και ατάκες) τους αφήνει ανώνυμους, όπως την κόρη του Τσόχα και την πρώην σύζυγο του Τζίμη. Αυτή η τακτική οδηγεί σε αμήχανες στιγμές. Παράδειγμα: ο βοηθός του Κορκολάτου είναι ανώνυμος, οπότε ο Κορκολάτος αναγκάζεται να τον προσφωνεί αναλόγως: «“Βοηθέ, πάμε να τσιμπήσουμε κάτι;”» (σ. 132).

Φτάνοντας στο τέλος, οφείλω να αναφερθώ ξεχωριστά στους δύο κεντρικούς χαρακτήρες, τον Τζίμη και τη Βίκη. Ο Τζίμης είναι καλής πάστας άνθρωπος, ξεκάθαρα· απλώς παραστράτησε (αστοχία επαγγελματικού προσανατολισμού). Δείτε πώς θέτει το θέμα η πρώην σύζυγός του: «“Ξέρεις ποιο ήταν πάντα το μεγάλο πρόβλημα; Ότι δεν ήσουν ποτέ αλήτης. Μπορεί να έκανες οποιαδήποτε βρομοδουλειά κι όμως, το ξέρω και μπορώ να σου το υπογράψω, θα μπορούσες να ήσουν καλός πατέρας, τίμιος, νόμιμος, αν δεν είχες παρασυρθεί από μικρός, αν είχε βρεθεί μπροστά σου έστω ένας καλός άνθρωπος να σε βάλει στον ίσιο δρόμο”» (σ. 263).

Πάμε στο παιδί πρώτα· απόσπασμα από σκηνή αποχαιρετισμού: «Το παιδί άνοιξε διάπλατα την παραδεισένια του αγκαλιά. “Σ’ αγαπώ, μπαμπά!” “Κι εγώ, αγόρι μου!”» (σ. 280). Λυγίζουν και τα τσιμέντα, συναισθηματικώς εκβιαζόμενα.

Όσο για τον καλό άνθρωπο που θα δράσει ως καταλύτης στη ζωή του Τζίμη, βρέθηκε – έστω και αργά: η Βίκη. Έρωτας βραδυφλεγής πλην παράφορος, γεγονός που δεν κρύβεται ούτε από ακατανόητες προτάσεις, όπως αυτή : «Εκείνος τη θαύμασε, σκέφτηκε στιγμιαία πώς θα μπορούσε να ζωγραφίσει το πρόσωπό της στο χαρτί» (σ. 225). Αφού πρώτα αντιστέκονται στο υποβόσκον πάθος τους, καθότι δεσμευμένοι και οι δύο, τελικά ενδίδουν στο πεπρωμένο και ετοιμάζονται να κάνουν μια νέα αρχή. Η Βίκη παρατάει τον άπιστο Ζορζ (αποτυχημένο συγγραφέα αστυνομικών, εν παρόδω) και τη δικηγορία, και ο Τζίμης την άπιστη Νικόλ και τη συμμορία. Θα τα καταφέρουν; Αγωνία…

Τώρα που είπα «Νικόλ», καταπληκτική η σκηνή όπου την φλερτάρει ο Μηνάς Ρήγας (Ωραίος, για τους φίλους): «Όταν μάλιστα της πρόσφερε το ζωηρό τριαντάφυλλο, ψιθυρίζοντάς της “τα άνθη κοντά στα άνθη”, ένιωσε ένα σκίρτημα όπως όταν ήταν μαθήτρια» (σ. 215).

Το κακό με τις ροζ παρενθέσεις στο αστυνομικό είναι ότι ξεβάφουν. Για του λόγου το αληθές, παραθέτω ολόκληρη μία σχετική σκηνή (και την αφήνω ασχολίαστη). Λίγο πριν φύγει, προσωρινά, για την Αγγλία ο Τζίμης, προβάλλει δικαιωματικά κάποιες αξιώσεις, ως επίδοξος εραστής: «“Μου είπες να μην έχω αμφιβολίες. Αυτό είναι το τελευταίο μας βράδυ. Θα γυρίσω σε δύο βδομάδες. Θέλω κάτι χειροπιαστό. Να ξέρω ότι είναι αληθινό αυτό μεταξύ μας. Να ξέρω πως ό,τι μου είπες μέχρι τώρα το είπες γιατί σε ενδιαφέρω εγώ, ως Δημήτρης, πρώτα γι’ αυτό και όχι επειδή είμαι απλώς κάποιος που αποφάσισες να βάλεις στον σωστό δρόμο. Κι έπειτα… σε θέλω. Από την αρχή σε ήθελα, από την πρώτη στιγμή που σε είδα”. Η βελούδινη επιδερμίδα του προσώπου της εξέπεμπε μια αθέλητη λαγνεία. Στεκόταν με ύφος μικρού κοριτσιού μπροστά του, κοιτώντας τον σαν να είχε επιστρέψει από όνειρο. Η απάντησή της ήρθε αποφασισμένη. “Ωραία λοιπόν!” Με καρτερικότητα περίμενε ως τη στιγμή που άπλωσε δειλά τα χέρια του, τη φίλησε, την απάλλαξε από τα ρούχα, ευλαβικά, αιχμάλωτος της ματιάς της, της ειλικρίνειά της, που αρκούσε για απάντηση – ήταν δική του, θα τον ακολουθούσε ως τα πέρατα της γης, χωρίς να χρειάζεται η παραμικρή πρόσθετη επιβεβαίωση. Τα κακόγουστα ρούχα αδικούσαν το σώμα της, έκρυβαν το σφριγηλό του μεγαλείο, την αψεγάδιαστη νεανική μορφή. Η ορμή του Τζίμη κάμφθηκε από μια τρυφερότητα, κάτι πρωτόγνωρο, κάτι που ποτέ στο παρελθόν δεν είχε βιώσει με γυναίκα. Η ανώτερη ομορφιά της Βίκης σχεδόν του επέβαλλε να είναι τρυφερός μαζί της. Τώρα δεν υπήρχε ίχνος αμφισβήτησης για όσα του είχε υποσχεθεί, όσα σχεδίαζαν να πραγματοποιήσουν. Η συνεύρεση ήταν και επισφράγιση της νέας αρχής, της καινούργιας ζωής, ενός αύριο στον κόσμο του φωτός και της νομιμότητας» (σσ. 282-283).

Άφησα για το τέλος τον τίτλο, ο οποίος ήταν ο βασικός λόγος που διάβασα αυτό το μυθιστόρημα. Ξεκάθαρα συμβολική η χρήση του. Για την τιμή των όπλων, με κύβο του Ρούμπικ στα χέρια εμφανίζονται ο αρχινονός Τσόχας (σ. 24), ο υπουργός Κεράπης (σ. 245) και η δικηγόρος Βίκη (σ. 303). Ο γρίφος λύνεται με τις σωστές κινήσεις, τις εμπνευσμένες. (Σιγά μην ξέρει ο συμβολισμός από αλγόριθμους!)

Ο Κύβος του Ρούμπικ είναι το όγδοο μυθιστόρημα του Γιώργου Γιαντά, αλλά μόλις το δεύτερό του αστυνομικό. Αν και δεν έχω διαβάσει τίποτα άλλο δικό του, βλέπω ότι έχει γράψει ιστορικά, αισθηματικά και δυστοπικά μυθιστορήματα. Δεν έχω διαμάχη με τους συγγραφείς που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους σε διάφορα είδη· αντιθέτως: βλέπω την ειδολογική κινητικότητα ως ένδειξη πνευματικής εγρήγορσης και θεμιτής φιλοδοξίας. Με μία προϋπόθεση: να μην θεωρούν ότι το αστυνομικό είναι εύκολο είδος – γιατί δεν είναι. Κατά τη γνώμη μου, ο Γιαντάς, καίτοι έμπειρος, δεν τα κατάφερε στο σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό αστυνομικό: η πλοκή του Κύβου (μολονότι αντλεί από καταστάσεις που απαντώνται στο αστυνομικό δελτίο) είναι τραβηγμένη σε βαθμό παραμόρφωσης, οι χαρακτήρες εκτός πραγματικότητας, οι κοινοτοπίες και οι απιθανότητες υψωμένες στον κύβο. Αυτού του είδους η επιπόλαιη προσέγγιση πλήττει την αξιοπιστία της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας.

 

Γιώργος Γιαντάς, Ο κύβος του Ρούμπικ, Υδροπλάνο: 2022, σελίδες: 304, ISBN: 978-618-207-136-6, τιμή: €13, 90.