Skip to main content
Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024
«Κουρτίνες δίχως παράθυρο»

«Ο αφηγητής, σκέφτομαι, είναι ένας άνθρωπος χαμένος μέσα στο χρόνο. Το ανάστημά του μηδενίζεται μπρος στην οριζόντια απεραντοσύνη. Αμέτρητα κομμένα καλώδια ξεχύνουν στα πόδια του το καθένα και από μίαν ασύνδετη πληροφορία για ό,τι κάποτε υπήρξε. Καθώς πλανιέται μέσα στα γεγονότα, διαγράφει μια τροχιά κυκλική, πάντα την ίδια, συναντά τα ίδια τοπία και πρόσωπα, μα απέχει τόσο πολύ από το κέντρο που έχει την ψευδαίσθηση του ταξιδιού σε ευθεία. Μέσα στη δίνη των γεγονότων αποφασίζει κάποτε ν' ανακρούσει πρύμνα στη συμπαντική ροή του χρόνου, και με την αργή του κίνηση να μπορέσει να βάλει κάποια τάξη, να συσχετίσει τα πράγματα με τα πρόσωπα, έτσι καθώς περνούν αφήνοντας εκπληκτικά έντονες χρωματικές εντυπώσεις από λεπτομέρειες ενώ το όλο σχήμα, η ουσία, παραμένει απροσπέλαστη».

— Γιάννης Πάνου, ...από το στόμα της παλιάς Remington..., 1981.

 

Συγγραφέας που απροκάλυπτα θέτει εαυτόν στο επίκεντρο του βιβλίου του χρήζει παρακολούθησης. Πάντα, όμως, στο κέντρο κάθε βιβλίου βρίσκεται ο συγγραφέας, όσο κι αν, ενίοτε, δεν το συνειδητοποιεί: «[...] μα απέχει τόσο πολύ από το κέντρο που έχει την ψευδαίσθηση του ταξιδιού σε ευθεία», γράφει ο Πάνου. Η τροχιά είναι κυκλική αλλά μοιάζει ευθεία, γιατί «απέχ[ουμε] τόσο πολύ από το κέντρο». Εξάλλου, κάθε υποτιθέμενη ευθεία που διαγράφουμε πάνω στον φλοιό της γης είναι εν τέλει κυκλική. Δεν λέω τυχαία «φλοιό» γιατί θέλω να περάσω στην αναλογία: ο φλοιός του εγκεφάλου, που μετωνυμικά στέκει και ως νους, διέπεται στους στοχασμούς του από μια κυκλικότητα ίδιας τάξης. Οι σκέψεις μας υπαγορεύονται και καταδυναστεύονται από ένα «απροσπέλαστο» κέντρο σε μια αέναη κατασκευή ιστοριών με στόχο την επιβολή νοήματος. Το νόημα, όμως, δεν είναι παρά ο μανδύας –ο φλοιός– της πλάνης μας: της «ψευδαίσθηση[ς] του ταξιδιού σε ευθεία» – της πορείας προς το «απροσπέλαστο» κέντρο. 

Ναι, η πληθώρα “ευθειών” που διατρέχουμε, συλλογικά και ατομικά, συνιστά αδιαμφισβήτητη ένδειξη ότι, αν όχι στο κέντρο, κάπου πηγαίνουμε. Όταν κοιτάζουμε όμως από απόσταση, ή λίγο πιο προσεκτικά, αμφιβολίες κάνουν την εμφάνιση τους: «Στο φειδωλό του πρόσωπο το φως του κεριού ζωγραφίζει μια μυσταγωγία γκρεμών. Ένα άψογο κιαροσκούρο» (σ. 19).

Ο Δημήτρης Καρακίτσος (Βόλος, 1979), ως ήρωας του βιβλίου του, συνδιαλέγεται πρωτίστως με ένα άλογο, τον Δοσίθεο. Είναι το ά-λογο που θέτει τις βάσεις της ιστορίας ή των ιστοριών που αποπειράται να εγκιβωτίσει ο Καρακίτσος –ο ήρωας άραγε ή ο συγγραφέας;– σε αυτή τη νουβέλα.

«Τον ξεχνάω αμέσως» (σ. 17) θα πει ο Καρακίτσος για τον Δοσίθεο, αλλά δεν θα τον ξεχάσει. Το άλογο θα επανέλθει στην ιστορία και θα του δώσει ένα «δώρο», ένα παλιό σχολικό τετράδιο «Ενθύμιον Αυγούστου 1986, γράφει η ετικέτα» (σ. 21, υπογράμμιση στο πρωτότυπο). Ό,τι περιέχει το τετράδιο, που συνιστά τα γρανάζια της ιστορίας, είναι, λίγο πολύ, άλογο: «[...] ένα τσουβάλι, άδειο, που μόνο η παράνοια ξέμεινε στον πάτο, η πιο ανεύθυνη και αλλοπαρμένη φαντασία» (σ. 100). Είναι όμως και «Μια παιδική ιστορία. Από τις συνηθισμένες – από αυτές στις οποίες τα παιδιά αλληλεπιδρούν με τα ζώα» (σ. 22).

Ο Καρακίτσος, ως ήρωας, αποπειράται να γράψει λοιπόν αλλά αμφιβάλλει: «Κάπως έτσι φαντάζομαι το έργο: ένα αργόσυρτο τράβελινγκ από τη μία ιστορία στην άλλη. Από τον εφιάλτη του Β.Η. στο φιάσκο της συμβίωσης του Η.Σ. με τη Σ.Φ. Έχω συγκεντρώσει εκατοντάδες τέτοιες ιστορίες. Κι όλες ασπρόμαυρες. Αλλά μου λείπει η συγκολλητική ουσία. Εξάλλου: απ’ όσα χέρια κι αν περάσει η σκυτάλη, το τελευταίο την κρατά για τον εαυτό του. Για τη λεγόμενη γραμμή του τερματισμού. 

Πού είναι όμως η γραμμή αυτή; Σε ένα γενικό συμπέρασμα; Σε μια παραλία; Στη θέα της πόλης από ψηλά;» (σ. 18).

«Αμέτρητα κομμένα καλώδια ξεχύνουν στα πόδια του το καθένα και από μίαν ασύνδετη πληροφορία για ό,τι κάποτε υπήρξε», γράφει ο Πάνου, ξανά από το απόσπασμα που άνοιξε το κείμενο.

Η «ασύνδετη πληροφορία» και η «συγκολλητική ουσία» που απουσιάζει. Παρατηρήστε, όμως, αυτό το «ασπρόμαυρες» του Καρακίτσου. Προσέξτε πώς αντιδιαστέλλεται με ό,τι γράφει ο Πάνου: «έτσι καθώς περνούν αφήνοντας εκπληκτικά έντονες χρωματικές εντυπώσεις από λεπτομέρειες ενώ το όλο σχήμα, η ουσία, παραμένει απροσπέλαστη» (δική μου υπογράμμιση). Είναι «ασπρόμαυρες», μουντές, «απροσπέλαστες» οι εκατοντάδες ιστορίες που έχει μαζέψει ο Καρακίτσος, σε πλήρη αντίθεση με τις «πιο ανεύθυν[ες] και αλλοπαρμέν[ες] φαντασί[ες]» των ιστοριών του τετραδίου.

Προσέξτε όμως και την ερώτηση του Καρακίτσου: «Στη θέα της πόλης από ψηλά;». Είναι η θέα από ψηλά που δυσχεραίνει τα πράγματα, γιατί από εκεί αρχίζει και διακρίνεται η κυκλικότητα της τροχιάς· αρχίζει να διαφαίνεται η «ψευδαίσθηση του ταξιδιού σε ευθεία», το «απροσπέλαστο» κέντρο του Πάνου. 

Προς το τέλος του βιβλίου, ο Δοσίθεος, θα πει στον Καρακίτσο: «[...] επειδή όλα είναι δίχως νόημα – γι’ αυτό σου ‘δωσα το τετράδιο. Μια τέτοια ιστορία θες» (σ. 105). 

Τι ιστορία; Επαναλαμβάνω:

«Μια παιδική ιστορία. Από τις συνηθισμένες – από αυτές στις οποίες τα παιδιά αλληλεπιδρούν με τα ζώα» (σ. 22). Ή, αλλιώς, τη «συγκολλητική ουσία». 

Λίγες γραμμές παρακάτω, από το σημείο που ο Δοσίθεος εξηγεί γιατί έδωσε το τετράδιο στον Καρακίτσο, διαβάζουμε: «Δεν είμαστε τώρα στο χωριό – δεν ξέρω πού βρισκόμαστε. Ίσως σε κάποια πλατεία. Αλλά δεν βλέπω τον Δοσίθεο. Μια κουκουβάγια χουχουτίζει. Κάποιος σκοντάφτει σε έναν κουβά. Κάποιος περνά τον δρόμο. 

Και ξυπνάω» (σ. 106). 

Ο Καρακίτσος, είτε συνειδητά είτε αυθόρμητα, βάζει την κουκουβάγια να «χουχουτίζει» στο τέλος της ιστορίας, γιατί «η κουκουβάγια, το πουλί της γνώσης και της σοφίας, ανοίγει τα φτερά της το σούρουπο», κατά τη γνωστή ρήση. Η γνώση, η σοφία, το νόημα, αποκρυσταλλώνονται μόνο στο τέλος της ζωής ή, για τους πιο αισιόδοξους, μόνο στο τέλος μιας ιστορίας. 

Είναι επομένως όλες αυτές οι λεπτομέρειες που αναδεικνύουν μια τετριμμένη και κοινότοπη ιστορία –«μια παιδική ιστορία»– σε ένα εξαιρετικά συμπυκνωμένο ανάγνωσμα. «Πενθούσε σιωπηλά, η κακομοίρα. Απαραμύθητη» (σ. 74) γράφει ο Καρακίτσος για να επισημάνει τη σημασία του «παραμυθία» στον τίτλο, που, αν παραλείψει κανείς το «κοινωνιό», καθίσταται «αυτο-παραμυθία». Όσο κι αν αναλωθεί ο συγγραφέας στα περί της τέχνης του, και αυτό είναι απολύτως θεμιτό και δόκιμο, δεν δύναται ποτέ να καλύψει το έλλειμμα επινόησης που αναπληρώνει μια ιστορία· το έλλειμμα που καθίσταται τελικά έλλειμμα παραμυθίας – έλλειμμα παρηγοριάς. «Για όλα θέλω να μιλήσω» (σ. 97) θα πει ο συγγραφέας αλλά όλα παραμένουν «ασπρόμαυρα», χωρίς «συγκολλητική ουσία». Ο Καρακίτσος, ως ήρωας του βιβλίου του αλλά και ως συγγραφέας, παραμένει απαρηγόρητος. Η αυτο-παραμυθία του παραμένει αμφίβολη, παρά τη δήλωσή του στο τέλος ότι στο τετράδιο της παιδικής ηλικίας ενδέχεται να φωλιάζει η συγκολλητική ουσία: «Αλλά, σκέφτομαι, γιατί να ξεχαστεί αυτή η ιστορία; Ή είναι κι αυτή χωρίς νόημα;» (σ. 117). 

Ο Καρακίτσος, ως ήρωας και ως συγγραφέας, κατασκευάζει λοιπόν το πλαίσιο του μύθου, συλλέγει το υλικό του αλλά αποτυγχάνει να πει μια ιστορία που θα δρα αυθεντικά ως αυτο-παραμυθία, ως «συγκολλητική ουσία» όλων όσων θέλει να φέρει στην επιφάνεια. Η συγκεκριμένη επισήμανση αποκτά ειδικό βάρος στην περίπτωση του Καρακίτσου, γιατί συνηθίζει να επινοεί με έντονο το στοιχείο της αυτοαναφορικότητας. Έχω γράψει και για τα δύο προηγούμενα βιβλία (εδώ και εδώ) του και έχω πεισθεί ότι διαθέτει και προσωπικό ύφος αλλά και δυνατότητες αξιοποίησης των φορμαλισμών του σε ουσιώδες περιεχόμενο. 

«“Τα ποιήματα του Εφόρου είναι πιο to the point”, γυρίζει και μου λέει η Βαβυλώνα. “Θέλω να πω, συμπαθητική η ιστορία με τον Δοσίθεο, αλλά σοβαρά τώρα, ζώα που μιλούν;” [...] 

Τι ξέρει η κακομοίρα από λογοτεχνία; [...] Τι είναι λοιπόν to the point; θέλω να τη ρωτήσω. Αλλά σιγά μην πιάσει το νόημα. Τίποτα δεν είναι to the point.  Όλα στο περίπου είναι. Οπότε μην κουράζεσαι, θέλω να της πω. Αλλά ποιο φράγμα θα ανακόψει τη ροή της ανοησίας της; Και δεν έχω όρεξη για τέτοια πράγματα, θεωρητικές ασυναρτησίες. Η αλήθεια είναι απλή, ξέρεις, Βαβυλώνα – θέλω να της πω. Κουρτίνες δίχως παράθυρο: αυτό είναι η λογοτεχνία. Λες – λέει ο αναγνώστης: για να υπάρχουν κουρτίνες, θα υπάρχει και παράθυρο. Αλλά δεν πάει κανείς να δει. Κι όλοι λένε: υπάρχει. Το λένε με σιγουριά» (σσ. 92-93). 

Μερικές γραμμές πριν το τέλος, ο Καρακίτσος, ως ήρωας, θα πει:

«Τελικά είναι πιο εύκολο πίσω απ’ τις κουρτίνες.

Αυτό κάνουν όσοι γράφουν» (σ. 115). 

Ή, όπως το θέτει ο Γιάννης Πάνου: «[...] η ουσία, παραμένει απροσπέλαστη».

Επιλέγω λοιπόν να διαβάσω το ιδιότυπο αυτό πόνημα τόσο ως γέφυρα προς ένα εκτενέστερο έργο όσο, όμως, και ως ακόμα μια έκφανση της «ψευδαίσθηση[ς] του ταξιδιού σε ευθεία».

— Δημήτρης Καρακίτσος, Αυτο-κοινωνιο-παραμυθία, Ποταμός: 2023, 120 σελίδες, ISBN: 978-960-545-211-7, τιμή: 8,90€.