Skip to main content
Δευτέρα 03 Οκτωβρίου 2022
Με μισή καρδιά

Το πιο αληθοφανές στοιχείο στο μυθιστόρημα του Δημήτρη Σωτάκη είναι αυτό που εκ πρώτης όψεως θα έπρεπε να είναι το πιο αναληθοφανές: ο σωσίας –για την ακρίβεια ένας άλλος εαυτός– που παρουσιάζεται ξαφνικά στη ζωή του ήρωα. Ο Σωτάκης όμως κατασκευάζει ένα τόσο αναληθοφανές σκηνικό, μια τόσο επίπεδη αφήγηση, που πραγματικά πολλές φορές ένιωσα ότι το “εύρημα” του σωσία ήταν το λιγότερο που θα έπρεπε να με απασχολεί. Διερωτήθηκα, τουλάχιστον μέχρι ενός σημείου, τι ακριβώς ήταν αυτό που δεν καταλάβαινα στο βιβλίο του. Κατανοώ, για παράδειγμα, τη χρησιμότητα της επιλογής η ιστορία να λαμβάνει χώρα σε μια πόλη που δεν κατονομάζεται, όπως δεν κατονομάζονται και οι περιοχές στις οποίες διαρκώς μετακινείται ο ήρωας που έχει εμμονή στο περπάτημα, λες και η διαρκής αυτή μετακίνηση θα τον κάνει να ξεκολλήσει από το τέλμα στο οποίο έχει βρεθεί· κατανοώ όλες αυτές τις ψευδαισθήσεις του ήρωα που παρεισφρέουν στις αισθητηριακές και αντιληπτικές του διόδους, οι περίεργοι θόρυβοι που ακούει τις νύχτες, η εμμονή με το νερό που υπαινίσσεται την πορεία προς στα εξ ων συνετέθη –όλα αυτά που επιτείνουν και προοικονομούν το υπαρξιακό του αδιέξοδο–, αλλά δεν κατανοώ γιατί θα πρέπει όλα αυτά να φαντάζουν τόσο επίπεδα και αδιάφορα. 

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να γράψω για το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά, και πάλι, ομολογώ ότι παρασύρθηκα από τη στάση των κριτικών που το διάβασαν και το παίνεσαν στον τύπο. Δράττομαι λοιπόν της ευκαιρίας να διατυπώσω την άποψη, καθώς το μυθιστόρημα του Σωτάκη συνιστά ιδανικό παράδειγμα, ότι τελικά ουκ ολίγες φορές οι κριτικοί δεν γράφουν για το βιβλίο που έχουν διαβάσει, αλλά για το βιβλίο που θα ήθελαν να είχαν διαβάσει – αν βέβαια το είχε γράψει ο συγγραφέας. Ο αναγνώστης/κριτικός ανάγεται δηλαδή σε έναν ημιδημιουργό που καταργεί τη διάσταση ανάμεσα στις προθέσεις του συγγραφέα και στο τελικό αποτέλεσμα. Γράφει ο Ζοζέ Σαραμάγκου (Νόμπελ Λογοτεχνίας 1998) στο Ο Άνθρωπος Αντίγραφο (μτφρ. Α. Ψυλλιά, Καστανιώτης : 2005): «Για μερικούς ανθρώπους αυτό που έκαναν είναι ίδιο με αυτό που θεωρούσαν ότι έπρεπε να κάνουν» (σ. 35). Α, ναι, λησμόνησα να σας πω ότι μέσα στην απογοήτευσή μου, αμέσως μετά το βιβλίο του Σωτάκη, προς άγραν εξιλέωσης, διάβασα το βιβλίο του Σαραμάγκου γιατί ήθελα να δω πώς μπορεί να διαχειριστεί τη συγκεκριμένη θεματική κάποιος άλλος. Στη μυθοπλασία, η περιπτωσιολογία του σωσία λειτουργεί πρωτίστως ως αφορμή για στοχασμό πάνω σε αυτή τη διάσταση ανάμεσα στο «είναι» και το «πρέπει» ή ακόμη και το «θέλω» της εξαιρετικής διαφορετικότητας που εισάγεται βιωματικά στη ζωή του ήρωα με αφορμή την ομοιότητα. Είναι δηλαδή ο σωσίας που υποκινεί τον ήρωα να σκεφτεί τι διαφορετικό θα μπορούσε να είχε συμβεί στη ζωή του, αλλά και τι διαφορετικό θα συμβεί, τώρα, μέσα στην εξαιρετική συνθήκη τής ομοιότητας. Γράφει ο Raymond Radiguet στο Ο Διάβολος στο Κορμί (μτφρ. Χρ. Κοντογεωργοπούλου, Ροές : 2014): «Το ένστικτο της ομοιότητας είναι ο μοναδικός κώδικας συμπεριφοράς που δεν είναι συμβατικός» (σ. 106). Και δεν είναι συμβατικός γιατί η προσωπική ταυτότητα ερίζει μοναδικότητα την οποία η συνθήκη της ταυτότητας –δηλαδή της ομοιότητας– του σωσία έρχεται να πολιορκήσει. Ας μην λησμονούμε, ότι ο καθένας μας, όσο κι αν βάλλεται μέσα σε ένα λίγο πολύ εχθρικό περιβάλλον μπορεί πάντα να βρίσκει καταφύγιο στην παρηγοριά μια απλής σκέψης που τον κανακεύει υπαρξιακά: «είμαι μοναδικός», λες, και αποκοιμιέσαι. Ο σωσίας λοιπόν δεν δύναται να μην βιωθεί ως απειλή καθώς προσλαμβάνεται ως προσβολή σε αυτή την πρωτοκαθεδρία της ύπαρξης. «[...] [Τ]ο υπερφυσικό παράδοξο [...] γέννησε στο νου του μια συνείδηση πρωτοτοκίας που τη στιγμή αυτή εξεγείρεται έναντι της απειλής, σαν να ερχόταν προς τα εδώ κάποιος φιλόδοξος μπάσταρδος αδελφός για να σφετεριστεί τον θρόνο του» (σ. 184), γράφει ο Σαραμάγκου. 

Γιατί τελικά η συνάντηση με αυτό τον άλλο (εαυτό), όπως ίσως τον οραματίζεται ο Σωτάκης, φέρνει στην επιφάνεια το άχθος αυτής της διαρκούς κλίσης μας προς τη στάση και την ανακουφιστική έλξη της συνήθειας που αναπόδραστα λειτουργούν ως έρμα απέναντι στην έκλαμψη της εξαίρεσης που συνιστά το δημιουργικό και η φαντασία, και που εδώ, στο Μισή Καρδιά, θα μπορούσε να συνίσταται στη συνάντηση με τον άλλο εαυτό που δεν λύγισε υπό το βάρος των συνθηκών, δεν επέλεξε τον συμβιβασμό στο καταφύγιο της συνήθειας, δεν πρόδωσε όνειρα και το αέναο ρίσκο μιας πορείας που ελάχιστοι συνήθως ακολουθούν: τον καλλιτεχνικό δρόμο της δημιουργίας. Εφιστώ την προσοχή στη βαθιά διαφορά που κρύβεται εδώ: η στάση και η συνήθεια έχουν διάρκεια ενώ η δημιουργικότητα επωμίζεται, για όποιον την αντέχει, το ρίσκο μιας ουδέποτε εγγυημένης αλληλουχίας στιγμών – εκλάμψεων

Τίποτα όμως από αυτά δεν διερευνάται στο βιβλίο του Δημήτρη Σωτάκη, πέρα από μια προσχηματική συνάντηση των δύο εαυτών. Οι απογοητεύσεις για τον αναγνώστη είναι όμως πολυεπίπεδες και άδικες ακόμα και εσωτερικά τού μύθου του· άδικες ακόμα και για τον ίδιο τον ήρωά του που συναντάει τον μη συμβιβασμένο εαυτό του, που όμως τυγχάνει να διαβιοί σε μια συνθήκη δημιουργικής ευτυχίας που, έτσι όπως παρουσιάζεται, ελάχιστα απέχει από την ατόφια ηλιθιότητα. «"Και είσαι ερωτευμένος ακόμα μαζί της;" τον ρώτησα. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε αλλά ήθελα να μάθω. "Δεν μπορώ να μην είμαι ερωτευμένος με τη Μυρτώ, εσύ το ξέρεις πολύ καλά αυτό. Είναι ο έρωτας της ζωής μου, είναι ακλόνητο συναίσθημα"» (σ. 184) θα πει στον ήρωα ο εαυτός του που εξακολουθεί να ζει μαζί με τον παλιό του έρωτα. Ο Σωτάκης παρουσιάζει τον συμβιβασμένο ήρωά του ως υπαρξιακά τελματωμένο ενώ τον άλλο, τον δημιουργικό εαυτό, ως έναν άνθρωπο που ζει μια απολυτότητα τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή καθότι παραμένει αέναα ερωτευμένος με τη γυναίκα που ο συμβιβασμένος εαυτός είχε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες εγκαταλείψει λίγο πριν εγκαταλείψει και το καλλιτεχνικό όραμά του. Η σύγκριση των δύο εαυτών φαντάζει παντελώς άδικη τόσο για τον ήρωα, καθότι είναι σαν να συγκρίνεται μια πραγματική συνθήκη με ένα ιδανικό, όσο και για τον αναγνώστη που σύρεται μέσα στον μύθο της ιστορίας με όρους που σκοπό έχουν να συνδαυλίσουν τα συναισθήματά σε μια μανιχαϊστική σύγκρουση: ενός αποτυχημένου μικροαστού με έναν πετυχημένο καλλιτέχνη που στέκεται λίγο πριν τη μεγάλη καταξίωση, έτσι ώστε η κατάληξη να έρθει δήθεν πιο φυσικά. Στην πράξη βέβαια, γιατί δεν είναι δουλειά μου να γράψω εγώ το βιβλίο του Σωτάκη, το κείμενο απέχει τόσο πολύ από κάθε έννοια λογοτεχνικότητας και αληθοφάνειας που ο αναγνώστης πολύ δύσκολα δεν θα το παρατήσει στη μέση. Η σχεδόν κατ’ αντιπαραβολή ανάγνωση του Μισή Καρδιά με το Ο Άνθρωπος Αντίγραφο –μια πράξη αισθητικής βλασφημίας, αν θέλετε την άποψή μου– φέρνει στην επιφάνεια ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα του μυθιστορήματος του Σωτάκη: ο συγγραφέας εμφανίζει το πετυχημένο alter ego τού ήρωά του ως θεμελιακά αδιάφορο στη συνθήκη της ομοιότητας, στη συνθήκη της ύπαρξης του άλλου εαυτού του, και μάλιστα υπαινίσσεται ότι τη γνώριζε πριν την τυχαία συνάντησή τους (βλ. σ. 105). Ο επιτυχημένος ζωγράφος βλέπει στον αποτυχημένο εαυτό του έναν φίλο/σύμβουλο με τον οποίο τυγχάνει απλώς να μοιράζεται ένα πρότερο στάδιό του και τον αντιμετωπίζει συγκαταβατικά και αδιάφορα παρά το φαινομενικό ενδιαφέρον του. Η σχέση δηλαδή της ομοιότητας των δύο λειτουργεί εντελώς ασύμμετρα δημιουργώντας μια κωμικοτραγική συνθήκη που δυστυχώς συνεχίζεται μέχρι το τέλος του βιβλίου. Ο Σωτάκης αδιαφορεί ή δεν κατανοεί ότι δεν γίνεται, ακόμη και μέσα σε ένα μυθοπλαστικό σύμπαν, να μην σκανδαλίζεται κάποιος από το γεγονός της ύπαρξης του σωσία εαυτού του.        
  
Η ασύμμετρη αυτή εξάρτηση του ήρωα από το alter ego του (αλλά όχι του alter ego από τον ήρωα) κατοπτρίζεται και στην προχειρότητα με την οποία πραγματεύεται ο συγγραφέας τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Ενώ το θέμα του βιβλίου απαιτεί τη λεπτομερή και κοπιώδη κατάδυση στην ψυχολογία και στις συμπεριφορές των ηρώων, γιατί μόνο με την αποτύπωση των λεπτών αποχρώσεων και αντιδράσεών τους θα καταστεί ο αναγνώστης κοινωνός της δυναμικής στην οποία έχουν βρεθεί εγκλωβισμένοι λόγω της εξαιρετικής συνθήκης, ο Σωτάκης παραμένει σε μια προσχηματική επιφάνεια πρωτόλειων διαλόγων, ακατέργαστων σκέψεων, και ανερμάτιστων συμπεριφορών. Το μυθιστόρημα στερείται κάθε έννοια λογοτεχνικότητας –ένας από τους κύριους λόγους που παραμένει το έργο σε αυτή την προσχηματική επιφάνεια είναι ακριβώς επειδή στερείται λογοτεχνικότητας–, που φέρνει διαρκώς τον αναγνώστη στη δυσάρεστη θέση κάποιου που αδυνατεί να παρακολουθήσει τα λογικά κενά, τα άλματα, τους αυτοματισμούς και τις διευκολύνσεις – όλα όσα στα οποία καταφεύγει ο συγγραφέας για να προσδώσει στο έργο του την επίφαση κάποιας αληθοφάνειας και λογοτεχνικότητας. Έτσι, μας ζητάει να δεχτούμε ότι η σύζυγος του ήρωα είναι μια αφελής, ανόητη δασκάλα που, εκτός από το να ασχολείται με την κουζίνα της, πιστεύει ό,τι της λέει ο σύζυγός της γιατί τον αγαπάει· που αποκλείεται να επικοινωνήσει με κάποια φίλη και να ρωτήσει τα πιο προφανή και ανθρώπινα πράγματα, γιατί δεν το συνηθίζει· που ο φίλος αποκλείεται να επικοινωνήσει με τη σύζυγο του κολλητού του, γιατί και αυτός δεν το συνηθίζει· που ο μικρός γιος του ήρωα εμφανίζεται σαν ένα πανέξυπνο παιδί, ο ήρωας το επαναλαμβάνει αυτό, χωρίς να το υποστηρίζει παρά μόνο μέσω γενικεύσεων: «[...] ο κόσμος του ήταν τόσο μοναδικός και ενδιαφέρων, μου άρεσε που είχε την επιθυμία να διαβάζει και να μαθαίνει πράγματα χωρίς συγκεκριμένη πρόθεση, απλώς για την απόλαυση της γνώσης – αυτό το παιδί ήταν ελεύθερο απ’ τη φύση του, ήμουν πολύ περήφανος γι’ αυτόν» (σ. 92). Επιπροσθέτως, η κομβική στιγμή της συνάντησης των δύο εαυτών αναλώνεται μέσα στην αφέλειά της, χωρίς ο συγγραφέας να έχει συναίσθηση του τι ακριβώς αποπειράται να περιγράψει, χωρίς το βάρος συντακτικής και σημασιολογικής δομής: «"Πώς γίνεται να είσαι εγώ; Μήπως θα πρέπει να μου εξηγήσεις τι συμβαίνει; Δεν μπορείς να δεις ότι αυτό είναι μια τρέλα;" [...] "Είμαι στ’ αλήθεια εσύ. Ζω τη ζωή σου από το σημείο που την άφησες. Από τότε που ήθελες να γίνεις ζωγράφος και είχες σχέση με τη Μυρτώ"» (σ. 104-5). Και για να μην νομίζετε ότι αυτά είναι τα πιο τραβηγμένα που μπορεί να συναντήσει κάποιος, αναφέρω ενδεικτικά: «Ο ουρανός ήταν εντυπωσιακός, τα αστέρια τρεμόσβηναν στον ουρανό, νόμιζα ότι θα απλώσω τα χέρια μου και θα τα αγγίξω» (σ.97), «Είχε πολλή ζέστη και μια ενοχλητική υγρασία που έκανε την ατμόσφαιρα αποπνικτική [...] στο μεγάλο πάρκο πριν τη στροφή για την εθνική οδό πολλοί ήταν ξαπλωμένοι στο γρασίδι [...]» (σ.78) και τέσσερις σελίδες μετά, στην ίδια σκηνή, διαβάζουμε, «Έβγαζαν τα παλτό τους [...]» (σ. 82). Πώς είναι δυνατόν να διαβάσει ο αναγνώστης μυθιστόρημα που πραγματεύεται μια τόσο απαιτητική συνθήκη –την έννοια του σωσία– λεπτών αποχρώσεων όταν το κείμενο βρίθει αβλεψιών και φαντάζει εγκαταλειμμένο από συγγραφέα και επιμελητή;    

Το εσωτερικό ταξίδι αναζήτησης του ήρωα ξετυλίγεται έτσι παντελώς διεκπεραιωτικά, λες και αν επιστρέψει στη ζωγραφική ο ήρωας θα βρει κάποια πολυπόθητη υπαρξιακή ισορροπία ή λες και ο άλλος εαυτός του θα ήταν ποτέ δυνατόν να ζει μια απολυτότητα ευτυχίας, που μόνο ως ίδιον της ηλιθιότητας θα μπορούσε να εκληφθεί. Το ανοιχτό τέλος φτάνει χωρίς καμιά προετοιμασία, ως δήθεν εύρημα, και επισφραγίζει το γεγονός ότι ο συγγραφέας όχι μόνο δεν έχει διερευνήσει παρά μόνο την κορυφή του παγόβουνου της εξαιρετικής συνθήκης που διέπει το έργο, αλλά έχει καταφέρει να την ακυρώσει, μεταμορφώνοντάς την σε μια συνδιαλλαγή δύο φίλων με κοινό παρελθόν, διαφορετικό παρόν, και αινιγματικό μέλλον. Κρίμα.
 

— Δημήτρης Σωτάκης, Μισή Κάρδιά, Κέδρος : 2022, 264 σελίδες, ISBN: 978-960-04-5246-4, τιμή : €15.50.