Skip to main content
Παρασκευή 03 Φεβρουαρίου 2023
Μία προσχηματική εικασία

Ο Τεύκρος Μιχαηλίδης (γεν. 1954) είναι ίσως ο σημαντικότερος Έλληνας συγγραφέας μυθιστορημάτων που πατάνε με το ένα πόδι στην ιστορία των μαθηματικών και με το άλλο στην αστυνομική πλοκή, και σίγουρα ο συνεπέστερος, αφού έχει γράψει, από το 2006 έως το 2019, έξι καλά μυθιστορήματα που εντάσσονται στο συγκεκριμένο υποείδος. Εντούτοις, το μυθιστόρημά του Εικασία 3ν+1 αποτελεί στροφή στο έργο του, καθώς δεν είναι ιστορικό αλλά σύγχρονο. Την ηρωίδα του, την υπαστυνόμο Όλγα Πετροπούλου, μας την είχε συστήσει στη συλλογή διηγημάτων Εγκλήματα δημοσιονομικής προσαρμογής (Πόλις: 2015). Όμως εδώ παίρνει προαγωγή και πρωταγωνιστεί σε μυθιστόρημα. Καινούρια εποχή, λοιπόν, για τον Μιχαηλίδη, ο οποίος δοκιμάζει τις δυνάμεις του στο σύγχρονο κοινωνικό-αστυνομικό μυθιστόρημα – και σε καινούριο εκδότη: από τις εκδόσεις Πόλις στον Ψυχογιό.

Οι αλλαγές, θεωρητικά, κάνουν πάντα καλό. Ο Μιχαηλίδης, όντας έμπειρος συγγραφέας πλέον και έχοντας ήδη αφήσει το στίγμα του στο ιστορικό μυθιστόρημα (με αστυνομικές και μαθηματικές συνιστώσες), υποθέτω ότι δεν δυσκολεύτηκε να γράψει ένα αστυνομικό που διαδραματίζεται στο παρόν. Ωστόσο, το αποτέλεσμα δεν δικαιώνει τη στροφή του.

Θα προκαλούσε έκπληξη αν ο Μιχαηλίδης, με την εμπειρία του, δεν ήταν σε θέση να στήσει πειστικά μία πλοκή που να αντικατοπτρίζει την εγκληματική πολυπλοκότητα του 21ου αιώνα. Και πράγματι, η πλοκή στην Εικασία 3ν+1, μολονότι εξαιρετικά πολυπρόσωπη και πολυδαίδαλη, είναι καλά δουλεμένη. Το πρόβλημα είναι ότι ο συγγραφέας, έχοντας συνδέσει όλο το λογοτεχνικό του έργο με τα μαθηματικά (μαθηματικός και ο ίδιος, άλλωστε), προσπάθησε βεβιασμένα (και γι’ αυτό ανεπιτυχώς) να ενσωματώσει και σε αυτό το μυθιστόρημα στοιχεία από την ιστορία των μαθηματικών.

Οι κεντρικοί χαρακτήρες (πέρα από την Όλγα και την ομάδα της) είναι η Νασρίν Χιλάλ, μία πρόσφυγας από τη Συρία, θύμα του τράφικινγκ και εξαναγκασμένη σεξεργάτρια, η οποία στην πατρίδα της σπούδαζε μαθηματικά, και ο Κοσμάς Στεφάνου, άρτι απολυθέν μεγαλοστέλεχος τράπεζας, που έχει επίσης σπουδάσει μαθηματικά. Αυτοί οι δύο γνωρίζονται στο στριπτιζάδικο όπου δουλεύει η πρώτη ως «Τζένιφερ από το Μαρόκο», και περνάνε μια ολόκληρη νύχτα εκεί, συζητώντας για την εικασία 3ν+1. Δύο απελπισμένοι άνθρωποι που ερωτεύονται αλλήλους. Αμέσως μετά, η Τζένιφερ/Νασρίν περνάει στην παρανομία γιατί θεωρείται ύποπτη για την τέλεση δύο φόνων: του προαγωγού της Χρίστου Λαμπρόπουλου, που είναι και ποδοσφαιριστής σε ομάδα της τρίτης εθνικής κατηγορίας (εξού και το παρανόμι Κριστιάνο) και του διεφθαρμένου (και φετιχιστή) δικαστή Απόστολου Φωτεινού. Είναι αθώα, εννοείται. Στο τέλος, η πανέξυπνη Όλγα, με τη βοήθεια του Δάσκαλου, ενός περίφημου (κάποτε) φιλόλογου και (νυν) μισότρελου άστεγου, λύνει την υπόθεση, αποδίδοντας τη Νασρίν καθαρή στην κοινωνία, ενώ οι εγκληματίες τιμωρούνται όπως τους αξίζει. Λογοτεχνική δικαιοσύνη (ως υποκατάστατο της πλημμελούς δικαστικής).

Στο μυθιστόρημα διαπράττονται τρεις φόνοι: οι δύο προαναφερθέντες και εκείνος του Άρτσι, ενός διεφθαρμένου μπάτσου-νταβατζή. Περιγράφεται κι άλλος ένας φόνος, του Πάτρικ Ο’Ράιλι, στο Κεφάλαιο 2, το οποίο με προβλημάτισε γιατί έμοιαζε, μέχρι ενός σημείου, ξένο σώμα μέσα στο μυθιστόρημα: ένας φόνος στην Ιρλανδία, χρονικά απροσδιόριστος. Έπρεπε να φτάσω στη σ. 217 για να μάθω από την Όλγα πώς συνδέεται ο Ο’Ράιλι με την υπόθεση. Και τότε μου λύθηκε η απορία: ο Μιχαηλίδης γνωρίζει ότι στο αστυνομικό θεωρείται έγκλημα καθοσιώσεως να εξαπατήσει ο συγγραφέας τον αναγνώστη παρουσιάζοντάς του νέα στοιχεία την τελευταία στιγμή – γιατί αυτό κάνει η Όλγα όταν αφηγείται το υπόβαθρο του Πάτρικ Παλαιολόγου στο τελευταίο κεφάλαιο, το 21ο. Εικάζω ότι ο Μιχαηλίδης έγραψε πρώτα το Κεφάλαιο 21 και μετά το Κεφάλαιο 2. Αυτό δεν είναι μεμπτό: συμβαίνει συχνά στη μυθοπλασία να προσθέτεις εκ των υστέρων στοιχεία προοικονομίας, ανάλογα με τις ανάγκες σου. Τα προβλήματα προκύπτουν όταν δεν καταφέρνεις να εγκιβωτίσεις οργανικά την προοικονομία στο σώμα του μυθιστορήματος. Κάτι τέτοιο απαιτεί μαστοριά, την οποία, τουλάχιστον στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Μιχαηλίδης δεν δείχνει να διαθέτει: το Κεφάλαιο 2 είναι προβληματικό γιατί ξεχωρίζει ως αφύσικα παρένθετο.

Θα μπορούσα να πω πολλά για τους οριακά αληθοφανείς κεντρικούς χαρακτήρες. Ο Κοσμάς, ένας φαινομενικά άσπλαχνος τεχνοκράτης, εθισμένος στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά, είναι τελικά «καλό παιδί». Ο γραφικός Δάσκαλος, ο οποίος καταρρέει μάλλον εύκολα όταν αδικείται επαγγελματικά και καταλήγει άστεγος, να απαγγέλει Σέξπιρ ενόσω ζητιανεύει (ειρήσθω εν παρόδω, το εύρημα του άστεγου που απαγγέλει Σέξπιρ έχει χρησιμοποιηθεί σχετικά πρόσφατα σε ελληνικό αστυνομικό, πράγμα που θέλω να πιστεύω ότι ο Μιχαηλίδης δεν είχε υπόψη του), τελικά τα έχει τετρακόσια – και είναι επίσης «καλός άνθρωπος». Η Νασρίν σπούδαζε μαθηματικά πριν οι συνθήκες την καταντήσουν Τζένιφερ – και είναι, φυσικά, «καλό κορίτσι». Τέλος, η ευφυέστατη –και πολιτικά ορθότατη, σαν να έχει καταπιεί το μπαστούνι της κορεκτίλας– Όλγα είναι πάντα ένα βήμα μπροστά από τους εγκληματίες – αυτή κι αν είναι «καλό κορίτσι»! Ωστόσο, δεν θα πω περισσότερα γιατί οι ιδιόμορφοι χαρακτήρες είναι καθ’ όλα ανεκτοί μέσα στη μυθοπλαστική σύμβαση: είναι πολύ δύσκολο (αν και όχι ακατόρθωτο) να γράψεις μυθιστόρημα με εντελώς «νορμάλ» χαρακτήρες. Δεν είναι εκεί το πρόβλημα.

Το μείζον πρόβλημα του μυθιστορήματος είναι η ίδια η εικασία. Κατ’ αρχάς, ας την περιγράψω, για την ιστορία. Έστω ένας οποιοδήποτε ακέραιος αριθμός ν. Αν είναι ζυγός, τον διαιρούμε δια 2. Αν είναι μονός, τον πολλαπλασιάζουμε επί 3 και προσθέτουμε 1 (3ν+1). Η εικασία λέει το εξής: όλοι οι αριθμοί, ανεξαρτήτως των βημάτων που θα απαιτηθούν, καταλήγουν στο 1. Αν δοκιμάσετε μερικά παραδείγματα, θα διαπιστώσετε ότι όντως, αργά ή γρήγορα, πάντα καταλήγετε στο 1. Η εικασία έχει επαληθευτεί προς ώρας ότι ισχύει για όλους τους ακέραιους μέχρι τα έξι πεντάκις εκατομμύρια (μιλάμε για αριθμό με 19 ψηφία!). Ωστόσο, πρόκειται για ανοιχτό επί του παρόντος μαθηματικό πρόβλημα, γιατί δεν έχει βρεθεί ακόμα μία αυστηρή απόδειξη ότι η πρόταση ισχύει για όλους τους ακέραιους – γι’ αυτό και παραμένει «εικασία».

Ωραίο πρόβλημα, από αυτά που συνήθως οδηγούν σε ικανοποιητικά μυθιστορήματα, όπως αυτά που μας είχε συνηθίσει ως τώρα ο Μιχαηλίδης. «Ως τώρα» όμως, γιατί εδώ απέτυχε. Ισχυρίζομαι (και θα αποδείξω) ότι το μυθιστόρημα Εικασία 3ν+1 στέκει ως έχει, αν αφαιρεθεί οποιαδήποτε αναφορά στην εικασία 3ν+1. Με άλλα λόγια, η εικασία δεν παίζει απολύτως κανέναν ρόλο στην πλοκή. Χρησιμοποιείται σε τρία σημεία, ως εξής: (Ι) Είναι το θέμα της πρώτης ολονύκτιας συζήτησης ανάμεσα στην Τζένιφερ/Νασρίν κα τον Κοσμά (σ. 13 κ.ε.)· θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν συζητήσει για οτιδήποτε άλλο – λ.χ., για το αν οι πολικές αρκούδες είναι πραγματικά λευκές. (ΙΙ) Είναι το «σημάδι αναγνώρισης» σε ένα σημείωμα-έκκληση για βοήθεια που έχει γράψει η Νασρίν και παραδίδει ο Δάσκαλος στον Κοσμά (σ. 57)· θα μπορούσε εξίσου αποτελεσματικά να του γράφει στο σημείωμα ότι, λ.χ., «οι πολικές αρκούδες δεν είναι πραγματικά λευκές». (ΙΙΙ) Είναι ο κώδικας που πρέπει να σπάσει για ξεκλειδωθεί το στικάκι USB, όπου η Νασρίν έχει αποθηκεύσει τις πληροφορίες για τον ένοχο πίσω από τις δολοφονίες για τις οποίες κατηγορείται η ίδια (σ. 167 κ.ε.)· δεν υπάρχει κανένας λόγος να κλειδώσει η Νασρίν το αρχείο: το δίνει στον Δάσκαλο, ο οποίος το παραδίδει στην Όλγα (η οποία και το ξεκλειδώνει, γάτα ούσα). Ποιος ο λόγος να γίνει όλη αυτή η ιστορία με την εικασία ως κωδικό, από τη στιγμή που η Νασρίν έδωσε το αρχείο σε φίλους για να τη βοηθήσουν να αποδείξει την αθωότητά της; Τι φοβόταν, ότι θα έπεφτε το στικάκι στα χέρια του πραγματικού ένοχου; Ε, και; Εκείνος το ήξερε ότι ήταν ένοχος, δεν περίμενε να το μάθει από το USB! Τίποτα στην ιστορία με την εικασία ως κωδικό δεν νομιμοποιεί τον συγγραφέα να βάλει τη Νασρίν να λέει, «Πού να φανταζόμουν ότι θα μου χρειαζόταν [ο προγραμματισμός] για να σώσω τη ζωή μου» (σ. 178), γιατί δεν ήταν ο κωδικός που της έσωσε τη ζωή.

Η χρήση της εικασίας στην πλοκή είναι καταφανώς προσχηματική. Ωστόσο, όταν ο αναγνώστης παίρνει στα χέρια του ένα μυθιστόρημα που τιτλοφορείται Εικασία 3ν+1, περιμένει ότι η εν λόγω εικασία θα παίξει κομβικό ρόλο στην υπόθεση. Όταν, μετά την ανάγνωση, διαπιστώνει αυτό δεν συμβαίνει, αισθάνεται εξαπατημένος. Πρόκειται για σοβαρό ατόπημα από μέρους του συγγραφέα. Κατανοώ την επιθυμία του να ενσωματώσει στην πλοκή μία μαθηματική συνιστώσα. Ωστόσο, θα έπρεπε να βρει τρόπο να καταστήσει την εικασία πραγματικά σημαντική για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Αν δεν μπορούσε, ας έγραφε ένα αμιγές κοινωνικό-αστυνομικό: δεν είναι υποχρεωμένος να ανακατεύει πάντοτε τα μαθηματικά στα έργα του.

Μετά απ’ αυτό, γίνεται ελπίζω κατανοητό ότι η Εικασία 3ν+1 είναι ένα ψευδεπίγραφο δείγμα «μαθηματικής λογοτεχνίας». Έχει ακουστεί το επιχείρημα ότι ο τίτλος δικαιολογείται γιατί στο μυθιστόρημα υπάρχουν «τρεις νεκροί συν ένας», οπότε η χρήση της εικασίας έχει κάποιο, συμβολικό έστω, νόημα. Ούτε αυτό ισχύει. Οι νεκροί που αφήνει πίσω του ο «κακός» της ιστορίας (δεν θα τον αποκαλύψω, εννοείται) είναι όντως τρεις, αλλά υπάρχει και ο δολοφονημένος Ιρλανδός (τέσσερις), καθώς και ο ίδιος ο δολοφόνος (πέντε). Όσο για τον «συν ένα» νεκρό, ναι, ίσως εκεί να λειτουργεί το στοιχείο του συμβολισμού. Το μυθιστόρημα τελειώνει –βεβιασμένα και αμήχανα, κατά τη γνώμη μου– με ένα απόσπασμα άρθρου εφημερίδας, όπου διαβάζουμε για την αυτοκτονία ενός διαπρεπούς ποινικολόγου, του Αλέξη Λυκουρόπουλο (λύστε μόνοι σας τον εύκολο γρίφο του ονόματος), για την οποία ο συντάκτης αφήνει σαφείς υπαινιγμούς ότι πρόκειται για δολοφονία. Αυτός υποτίθεται ότι είναι ο εγκέφαλος της εγκληματικής συμμορίας. Ποιος τον δολοφόνησε; Οι Κινέζοι μάλλον. Έχει καμιά σημασία; Το ζητούμενο ήταν να επέλθει κάθαρση. Πώς; Όπως να ’ναι. Το λέει και η Όλγα: «Καμιά φορά τα δυσκολότερα προβλήματα λύνονται μόνα τους…» (σ. 230). Θα συμφωνήσω. Στη ζωή έτσι συμβαίνει. Όχι όμως στη μυθοπλασία· εκεί τα προβλήματα οφείλει να τα λύνει ο συγγραφέας…

Τούτου λεχθέντος, είναι πρόδηλο ότι η Εικασία 3ν+1 δεν ανήκει ειδολογικά στη «μαθηματική λογοτεχνία», την οποία εκτιμούμε λίγοι μεν, φανατικοί δε. Κι εγώ, άλλωστε, ως φανατικός του είδους δηλώνω απογοητευμένος από αυτό το μυθιστόρημα. Αντίθετα, οι αναγνώστες αστυνομικών εν γένει ενδέχεται να το βρουν ικανοποιητικό.

Με εδραιωμένη την επί της μαθηματικής βάσης αστοχία της Εικασίας 3ν+1, θα συνεχίσω εξετάζοντας την σαν ένα οποιοδήποτε procedural αστυνομικό. Αφού ξεκαθαρίσω ότι, ως τέτοιο, έχει αρκετές αρετές (λ.χ., είναι θαυμαστή η γεωμετρία στην ανάπτυξη των τριών διακριτών υποθέσεων), θα εστιάσω στα προβλήματα, αφήνοντας τις κοσμητικές κορόνες στους επαγγελματίες βιβλιοπαρουσιαστές.

Το κύριο (μη «μαθηματικό») πρόβλημα στην Εικασία 3ν+1 είναι ότι ο Μιχαηλίδης προσπάθησε να χωρέσει μέσα σε 230 σελίδες τα περισσότερα εγκλήματα της οικουμένης. Μετρήστε: τράφικινγκ, μαστροπεία, πορνεία, κακοποίηση γυναικών, παράνομες κυνομαχίες, τοκογλυφία, εμπόριο ανθρώπινων οργάνων, παράνομα στοιχήματα, ξέπλυμα χρήματος, σύσταση εγκληματικών οργανώσεων, στήσιμο ποδοσφαιρικών αγώνων, δωροδοκίες, διαφθορά δικαστικών και αστυνομικών, φόνοι. Εμπλέκονται, δε, Τούρκοι δουλέμποροι, Έλληνες μαστροποί, στημένοι ποδοσφαιριστές και διαιτητές, βρόμικοι δικαστές και μπάτσοι, μία «προσφυγική» ΜΚΟ-βιτρίνα για τη συγκάλυψη ανομιών, μία ιταλική φαρμακοβιομηχανία, μία γερμανική ιδιωτική κλινική-σφαγείο και κλειδί στο κύκλωμα παράνομων μεταμοσχεύσεων, μία κινέζικη διαδικτυακή εταιρεία στοιχημάτων και μία συμμορία Κορεατών παράνομων στοιχηματατζήδων. Απ’ τη ζωή βγαλμένα όλ’ αυτά, ποιος διαφωνεί; Όλα έχουν τη θέση τους στο σύγχρονο κοινωνικό-αστυνομικό. Αλλά όταν τα τσουβαλιάζεις μέσα σε ένα και μόνο μυθιστόρημα, χάνεται η δυναμική τους· κρύβεται το δέντρο μέσα στο δάσος, ούτω ειπείν. Πρόκειται για λάθος που περιμένει κανείς από έναν πρωτάρη – και ο Μιχαηλίδης είναι όντως πρωτάρης σε αυτό το είδος.

Έχω ξαναγράψει ότι δεν είναι απαραίτητο να γράφει κανείς μόνο για ό,τι ξέρει· πρέπει, όμως, να ξέρει τι γράφει. Ο Μιχαηλίδης καταπιάνεται, μεταξύ πολλών άλλων, με έναν στημένο ποδοσφαιρικό αγώνα (σσ. 204-205). Κι ενώ έχει την έξοχη ιδέα για κόντρα-στήσιμο στο ήδη στημένο ματς, εκτίθεται γιατί δεν ξέρει από ποδόσφαιρο: είναι αδύνατον να προβλέψει κανείς ότι ακριβώς στο τελευταίο λεπτό ενός αγώνα ένας συγκεκριμένος ποδοσφαιριστής θα μπει στην αντίπαλη περιοχή για να «βουτήξει» έτσι ώστε να δοθεί πέτσινο πέναλτι. Απλώς δεν γίνεται! Δεν είναι έγκλημα να αγνοεί ένας συγγραφέας λεπτομέρειες για έναν ξένο προς αυτόν τομέα του επιστητού, όπως είναι εδώ το ποδόσφαιρο. Αλλά όταν δεν γνωρίζει κανείς κάτι σε βάθος, ρωτάει κάποιον που ξέρει.

Η αλήθεια είναι ότι, παρά το «δειγματολόγιο εγκλημάτων», ο Μιχαηλίδης καταφέρνει και δένει την πλοκή του. Όλα εξηγούνται στο τέλος. Υπάρχουν μικρές τρύπες εδώ κι εκεί, οι οποίες εύκολα θα μπορούσαν να αποφευχθούν (ακόμα και να αιτιολογηθούν, στην ανάγκη, ως έχουν). Πάντως, ο μέσος αναγνώστης δύσκολα θα τις εντοπίσει μέσα στον γενικό χαμό – κι αυτή είναι άλλη μία καθόλου ζηλευτή τεχνική που μας έχουν «διδάξει» οι Σκανδιναβοί.

Έχω ήδη αναφερθεί στους (αποδεκτούς μυθοπλαστικά) κεντρικούς χαρακτήρες. Ως προς τη δομή δεν έχω πολλά να πω: τριτοπρόσωπη αφήγηση στον αόριστο, γραμμική ανέλιξη (με την εξαίρεση του χρονικά απροσδιόριστου 2ου κεφαλαίου) – η κλασικότερη όλων. Υπάρχει, εντούτοις, μία ανεξήγητη διαφοροποίηση στην αφήγηση που με προβλημάτισε. Στην αρχή του Κεφαλαίου 14 (σσ. 137-138), ο συγγραφέας εγκαταλείπει στιγμιαία τον ρόλο του παντεπόπτη και περνάει στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο («ας αφήσουμε», «ας ασχοληθούμε», «είχαμε δει», «δεν μπορέσαμε», «να μας διαφωτίσει»). Ποιοι είμαστε «εμείς» που τα λέμε αυτά; Πρόκειται για φαινομενικά ασήμαντο ολίσθημα που θα περάσει απαρατήρητο από τους περισσότερους αναγνώστες, αλλά εμένα με ξένισε, γι’ αυτό και το αναφέρω. Εικάζω ότι πρόκειται για τεχνική που εγκαταλείφθηκε στην πορεία και αυτά τα δείγματα παρέμειναν γιατί ξέφυγαν στην τελική διόρθωση του κειμένου. Αν είναι έτσι, αυτό το «ασήμαντο ολίσθημα» μαρτυρά, αν μη τι άλλο, προχειρότητα.

Ως προς τη γραφή, ο Μιχαηλίδης δεν στέκεται στο ύψος προηγούμενων βιβλίων του. Ποτέ δεν τον χαρακτήριζε «υψηλή λογοτεχνικότητα», αλλά εδώ διαπιστώνεται πισωγύρισμα: υπάρχουν κομμάτια που θυμίζουν εντυπωσιοθηρική ιστοσελίδα. Ένα δείγμα: «Ήταν δάκρυα χαράς για τη σωτηρία της ανιψιάς της ανάκατα με δάκρυα πίκρας και απελπισίας: για τους δικούς της που είχε χάσει, για τη ζωή της που είχε ρημαχτεί, για την πατρίδα που είχε θυσιαστεί στα σχέδια και τις επιδιώξεις των ισχυρών» (σ. 138). Τα πλέον αξιοσημείωτα από λογοτεχνικής άποψης σημεία είναι τα σεξπιρικά αποσπάσματα, ένα τετράστιχο από το Ρουμπαγιάτ (σ. 153), μία πρόταση του Thomas Vogel [«Τα μαθηματικά είναι το σύνολο των κανόνων που επιτρέπουν στην ποίηση να ξεδιπλωθεί» (σ. 152)] και το ξυράφι του Όκαμ, απλουστευμένο [«Καμιά φορά η απλούστερη λύση είναι και η σωστή» (σ. 49)] – σημεία που τελικά λειτουργούν, συγκρινόμενα, σε βάρος του υποδεέστερου πρωτογενούς υλικού.

Πιστεύω ότι ο Μιχαηλίδης δεν άντεξε το βάρος του σύγχρονου κοινωνικού-αστυνομικού μυθιστορήματος. Για παράδειγμα, είναι φανερή η αμηχανία του στη μοναδική σκηνή δράσης (σ. 172 κ.ε.). Μοιάζει σαν να τον υποσκέλισε η επιθυμία του να «παρέμβει» στα όσα τραγικά ζούμε στις μέρες μας. Θέλησε να πει πολλά, εκεί που θα έπρεπε απλώς να τα δείξει.

Εκείνη που λέει τα περισσότερα είναι αναμφίβολα η υπαστυνόμος Όλγα Πετροπούλου. Ασφαλώς ο αναγνώστης περιμένει εξηγήσεις: τι, ποιος, πότε, πού, πώς, γιατί. Αλλά ο τρόπος που επέλεξε ο Μιχαηλίδης δεν ταιριάζει σε σύγχρονο αστυνομικό. Βάζει την Όλγα να βγάζει λόγο, κανονικά, σε δύο περιπτώσεις: σσ. 194-198 και σσ. 211-230. Θα έπρεπε να είχε βρει άλλους τρόπους, πιο ευέλικτους, για να μας εξηγήσει το δέσιμο της υπόθεσης. Το να βάζει την ηρωίδα του να κατεβάζει στατικούς μονόλογους-σεντόνια (ειδικά στο τελευταίο κεφάλαιο) ξενίζει τον αναγνώστη που είναι μαθημένος να διαβάζει ανάμεσα στις γραμμές. Αυτή η τεχνική θυμίζει τις ξεπερασμένες εποχές του βρετανικού whodunit – αν και, για να είμαστε ειλικρινείς, ο Πουαρό το έκανε ακόμα και αυτό με κάποια χάρη: τους μάζευε όλους σε ένα δωμάτιο και τους έβαζε στη θέση τους θεατρικά.

Κλείνοντας, δεν θα ήθελα να μείνετε με την εντύπωση ότι η Εικασία 3ν+1 του Τεύκρου Μιχαηλίδη είναι ένα κακό μυθιστόρημα. Παρά τα προβλήματά του, διαβάζεται ευχάριστα και κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη – και οπωσδήποτε περιγράφει μια ζοφερή μα υπαρκτή πραγματικότητα, λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους. Απλώς περίμενα περισσότερα από τον καθιερωμένο συγγραφέα – και, δεδομένου του τίτλου, σίγουρα ήθελα περισσότερα μαθηματικά στην πλοκή.

 

— Τεύκρος Μιχαηλίδης, Εικασία 3ν+1, Ψυχογιός: 2022, 231 σελίδες, ISBN: 9786180145281, τιμή: €16,60.