Skip to main content
Πέμπτη 13 Ιουνίου 2024
«Μιλάς με γρίφους»

«Οι σταγόνες της βροχής χόρευαν στον αέρα σαν λιλιπούτεια ξωτικά, όταν ένας ήχος τον έκανε να σκιρτήσει. Γρύλισμα μακρινό και ανεπαίσθητο, σαν τρίξιμο στα ξερόφυλλα. Το γρύλισμα πέρασε μέσα από τις φυλλωσιές και τους κορμούς των δέντρων κι έφτασε σαν απόηχος σ’ εκείνον. Η πρώτη του αντίδραση ήτανε να κρυφτεί. Να απομακρυνθεί από τον κίνδυνο, να σωθεί. Η σκέψη που τον συγκράτησε ήταν ότι με τον τρόπο αυτό θα πρόδιδε τη θέση του και θα γινόταν εύκολη λεία. Έμεινε ασάλευτος κρατώντας την ανάσα του. Ήξερε πως ο διώκτης του τον είχε μυρίσει και προσπαθούσε να εντοπίσει τη θέση του. Κάτι κρύο κυλούσε πάνω του. Ρίγησε. Κοίταξε ψηλά, στη νεαρή σημύδα που ορθωνόταν πίσω του. Μια στάλα είχε κυλήσει από τα μουσκεμένα φυλλώματά της και διέτρεχε τη ράχη του. Έμοιαζε με προειδοποιητική βολή» (σ. 11). 

Έτσι ανοίγει η νουβέλα του Κώστα Αρκουδέα (Αθήνα, 1958). Ο Αρκουδέας αποπειράται να κατασκευάσει μια ιστορία ουροβόρο όφι. Έναν μύθο που θα κάνει έναν πλήρη κύκλο και θα δαγκώσει την ουρά του. Βρήκα ενδιαφέρον ότι ο συγγραφέας τουλάχιστον δένει αυτή την αρχή που έχω παραθέσει με το τέλος του βιβλίου, γιατί τελικά ο αφηγητής δεν αναφέρεται σε κάποιο πρόσωπο, αλλά σε ένα μανιτάρι. Η «[...] στάλα [που] είχε κυλήσει από τα μουσκεμένα φυλλώματα [...] και διέτρεχε τη ράχη του» είναι η ράχη ενός μανιταριού. Δυστυχώς όμως πολύ λίγα πράγματα λειτουργούν σε αυτή τη νουβέλα όπως θα έπρεπε ή όπως θα ήθελε ο συγγραφέας. Ο Αρκουδέας προσπάθησε να γράψει ένα παραμύθι συμβολισμών: ένας «συλλέκτης μανιταριών» εισέρχεται στο δάσος όπου και συναντάει έναν λύκο με τον οποίο ξεκινάει μια μακροσκελή συζήτηση σχεδόν επί παντός επιστητού. Ενδιάμεσα, στα κεφάλαια που ο συλλέκτης δεν συνομιλεί με τον λύκο, ένας κόρακας ξεκινάει την αφήγηση μιας ιστορίας προς τα ζώα και τα φυτά του δάσους κάτω από τα φυλλώματα μιας πελώριας σεκόγιας. Η σεκόγια, στο προτελευταίο κεφάλαιο, θα πάρει τον λόγο για να εξηγήσει ότι όλα όσα έχουμε ακούσει από τον κόρακα στα προηγούμενα κεφάλαια έλαβαν χώρα «[...] γιατί ένας μανιταροσυλλέκτης είχε το θράσος να πάει στα λημέρια των λύκων και να κόψει έναν αμανίτη. Μια φαινομενικά αθώα κίνηση που οδήγησε στον πάτο της κόλασης» (σσ. 102-103). 

Η αλήθεια όμως, όπως ανακαλύπτουμε στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, είναι ότι αυτά που έχουμε ακούσει από τον κόρακα και τη σεκόγια δεν έχουν συμβεί στην πραγματικότητα. Ζωικό και φυτικό βασίλειο έχουν παραπλανηθεί και νομίζουν ότι ο άνθρωπος έχει αφανισθεί· ζώα και φυτά έχουν κυριαρχήσει επί γης. Τι άλλο μαθαίνουμε στις τελευταίες σελίδες; Οι λύκοι δεν υπάρχουν, ή τουλάχιστον δεν υπάρχουν όπως παρουσιάζονται στην ιστορία που λέει ο κόρακας. Οι λύκοι όμως δεν υπάρχουν ούτε στην άλλη ιστορία του διαλόγου ανάμεσα στον λύκο και τον συλλέκτη μανιταριών. Τι υπάρχει τελικά; Μόνον ο υπερόπτης αλαζόνας άνθρωπος που συμπεριφέρεται σαν λύκος, αν και αυτό τελικά αμφισβητείται γιατί ο άνθρωπος –υποστηρίζει ο λύκος του μύθου– είναι κατά πολύ χειρότερος του λύκου. Υπάρχει δηλαδή ο λύκος/συλλέκτης μανιταριών που με κάποιο τρόπο έχει μπει σε αυτό τον διάλογο που έχουμε διαβάσει με τον συλλέκτη μανιταριών/μανιτάρι. Φαντάζει πολύπλοκο; Μετά από δύο αναγνώσεις του βιβλίου δεν ξέρω να σας πω τι ακριβώς θέλει να πει ο Αρκουδέας σε αυτή την ιστορία που ανοίγει με ένα απόσπασμα από το «Ο νοητός λύκος» του Μάνου Ελευθερίου, που αφιερώνεται στην αλληλεγγύη και που ανάμεσα σε όλα όσα θα σας παραθέσω διανθίζεται και από στίχους του Μπομπ Ντίλαν σε ελεύθερη μετάφραση από τον συγγραφέα. Συνιστά το μανιτάρι, ιδωμένο και ως «συλλέκτ[η] πληροφοριών» (σ. 112), μια κραυγή σοφίας και ψευδαισθήσεων της φύσης απέναντι στην επέλαση της ανθρώπινης λαίλαπας; Δεν έχω απάντηση. «“Μιλάς με γρίφους” του επισήμανε» (σ. 64) διαβάζουμε. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο.  Άλλοι, εναργέστεροι εμού αναγνώστες ας δώσουν τις απαντήσεις.

Ο Αρκουδέας μπορεί να καταφέρνει να στήσει τον σκελετό αυτής της κατασκευής –δεν πείθομαι ακριβώς ότι το φέρει εις πέρας ούτε αυτό– αλλά αποτυγχάνει στο γέμισμά της. Και λέω «γέμισμα» γιατί όπως θα δείτε καθώς θα παραθέσω εκτενώς, η νουβέλα βρίθει τσιτάτων και ψευδοφιλοσοφικών εδαφίων που ο συγγραφέας επιλέγει να βάλει άλλοτε στο στόμα του συλλέκτη και άλλοτε στο στόμα του λύκου και του κόρακα. Το αποτέλεσμα, τελικά, δοκιμάζει την υπομονή του αναγνώστη που αρέσκεται να κοιτάζει ένα πεζογράφημα με περισσότερη σύνεση και σοβαρότητα. Το περιεχόμενο εδώ, όχι μόνο δεν δένει με τη φόρμα αλλά λειτουργεί επιβαρυντικά καθώς κάθε σε αναλαμπή που θα μπορούσε ίσως ο συγγραφέας υπό προϋποθέσεις να βοηθήσει κάπως το έργο, αναλώνεται ξανά σε ψευδοφιλοσοφίες. Υπάρχουν σημεία όπου ο συγγραφέας καταφέρνει μερικές καίριες παρατηρήσεις με σχετική αυταξία αλλά έτσι όπως τις χειρίζεται, χωρίς να τις εργαλειοποιεί στον μύθο, τις ακυρώνει. Προς το τέλος, ο Αρκουδέας μοιάζει να αφήνεται σε ένα παραλήρημα κοινοτοπιών που όχι μόνο τον αποπροσανατολίζουν από τον όποιο στόχο μπορεί να είχε αλλά καταφέρνουν να αμαυρώσουν και την όποια λογοτεχνικότητα του έργου. Θα προσπαθήσω να σας δώσω μερικά παραδείγματα για να δείτε πώς ο συγγραφέας εξαερώνει την όποια λογοτεχνικότητα του κειμένου καθώς ενδίδει σε μια εμμονή να θίξει μεγάλη ποικιλία θεματικών. Έτσι, ενώ βάζει τον λαλίστατο κόρακα να λέει «“Τα μανιτάρια”, τους είπε, “είναι ένα παράξενο είδος ανάμεσα στα ζώα και τα φυτά. Οι μύκητες αποτελούν το δεύτερο πολυπληθέστερο είδος μετά τα έντομα» (σ. 27) αυτό δεν το εκμεταλλεύεται όπως θα έπρεπε ώστε να αναδείξει μυθοπλαστικά τη γέφυρα ανάμεσα στα δύο βασίλεια αλλά και προς τη μεγάλη ανατροπή του τέλους όπου ο συλλέκτης μανιταριών συνειδητοποιεί ότι είναι μανιτάρι που μάλιστα έχει πέσει θύμα «fake news» από το δίκτυο των μυκηλίων – «Έως τώρα γνωρίζαμε ότι τα δίκτυα των μυκηλίων μοιράζονται και αποθηκεύουν γνώση που βοηθά τα δέντρα να επιβιώσουν [...] Ε, η γνώση αυτή είναι ψευδής. Μοιάζει με τα δικά μας fake news. Τα κάνει να πιστεύουν ότι τα δάση εξαπλώνονται και καταλαμβάνουν τις πόλεις» (σ. 110). Πώς και γιατί συμβαίνει αυτό δεν εξηγείται. Παραμύθι διαβάζουμε βέβαια οπότε ο συγγραφέας δικαιούται να γράφει ό,τι θέλει.

Ο Αρκουδέας θα υπαινιχθεί ότι το μανιτάρι, ένας αμανίτης, είναι ένας «συλλέκτης πληροφοριών», κάποιος/κάτι που εισέρχεται αρχικά στο δάσος για να επιδοθεί με σύνεση σε μια δραστηριότητα: «Αναρωτιέμαι… αν η αγάπη σου για τα μανιτάρια σού προσφέρει τη δυνατότητα να καταλάβεις ποιος είσαι» (σ. 34), θα διερωτηθεί κρυπτικά ο λύκος, προοικονομώντας την ανατροπή του τέλους. Η μανία για τα μανιτάρια θα βρει ανάξιους μιμητές που θα θέσουν σε κίνδυνο τόσο τα μανιτάρια όσο και το δάσος που τυγχάνει επικράτεια των λύκων. Προσέξτε όμως την απάντηση που δίνει ο συλλέκτης στην ερώτηση που μόλις παρέθεσα: «“Δεν το αρνούμαι”, είπε με τη φωνή του να ηχεί σαν υπόκωφος ψίθυρος. “Δεν πρέπει ν’ αφήσεις τον ίσκιο σου να σε παραπλανήσει, να σε κάνει να πιστέψεις ότι είσαι ψηλότερος απ’ όσο είσαι. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα αρχίσεις να καταστρέφεις ό,τι έχεις δημιουργήσει”» (ό, π.). Ο Αρκουδέας θυσιάζει την προσήλωσή του στον μύθο γιατί θέλει να πει περισσότερα από όσα σηκώνει τελικά η ιστορία του.

Το αποτέλεσμα αυτής της ιδιότυπης αναλυτικότητας είναι ένα κείμενο που φυλλορροεί νοηματικά χωρίς να προσφέρονται απαντήσεις επί του πρακτέου. Ο Αρκουδέας θέλει να κάνει το κομμάτι του· θέλει να καταπιαστεί με την ηθική, την ελευθερία, την απληστία, τους λαϊκιστές ηγέτες, την προπαγάνδα, την επιστήμη, τις διαφορές ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες, αλλά και με ακόμη μεγαλύτερα ερωτήματα. Θα παραθέσω μερικά αποσπάσματα: 

– «“Αν θέλεις, όμως, να μιλήσουμε σοβαρά, πρέπει ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα πώς βρεθήκαμε εδώ. Και γιατί. Αν έχει δηλαδή κάποιο νόημα όλο αυτό”. “Και η απάντηση που δίνεις…” Το σκέφτηκε λίγο. “Είμαστε ένα υλικό μέσα απ’ το οποίο περνά η εξέλιξη. Ίσως να μη βρισκόμαστε τυχαία εδώ. Ίσως η ζωή μας είναι δώρο… δεν ξέρω”» (σ. 36).

Εφιστώ απλώς την προσοχή στον πάντα αμφίβολο και άβολο χαρακτηρισμό της ζωής ως «δώρο».    

– «Κάνεις χίλια λάθη στη νεανική σου ζωή κι όταν επιτέλους μαθαίνεις να κάνεις το σωστό, βρίσκεσαι στην τελική ευθεία» (σ. 65), αλλά και « “Είναι άδικο να φεύγεις στην ωριμότερη φάση της ζωής σου”, είπε μελαγχολικά ο συλλέκτης. “Τότε που το απόθεμα γνώσης, ή μάλλον της επίγνωσης, σε κάνει θελκτικό στα μάτια των νέων και απολαυστικό στις συντροφιές των γερόντων. Όταν ξέρεις ποιος είσαι, τι θέλεις και πώς να το αποκτήσεις”» (σ.66).  

– «Οι άντρες είναι πιο εξατομικευμένοι. Μπορεί να συγκροτούν ομάδα για να κυνηγήσουν, αλλά το θήραμα στην τελική φάση θα το χτυπήσει ένας, ο αρχηγός. [...] Ενώ οι γυναίκες είναι πιο ικανές να υπολογίζουν και να δημιουργούν πλέγματα ασφαλείας. Γίνονται εξπέρ στο χειρισμό των υπάρξεων και των σχέσεων. Πρόσεξε, στο χειρισμό τους, όχι στην κατανόησή τους. Η κατανόηση είναι άλλο ζήτημα. [...] “Οι άντρες χειρίζονται καλύτερα τα εργαλεία, τα αντικείμενα. Είναι πιο πρακτικοί”, συνεχισε ο συλλέκτης. “Οι γυναίκες χειρίζονται καλύτερα, όπως είπα, τις άλλες υπάρξεις. Με πρώτους και καλύτερους τους άντρες, και δη τους άντρες τους. Όταν μια γυναίκα ρωτάει “μ’ αγαπάς” στην ερώτηση αυτή περιλαμβάνονται τα πάντα. Τα πάντα! Απ’ αυτό που εννοεί η ίδια ως αγάπη μέχρι το “αν θα κάνεις αυτό που θέλω, αν θα γίνει αυτό που θέλω” και ούτω καθεξής. Χίλια δυο πράγματα συνυφασμένα σε μια ερώτηση”. [...] “Γυναίκες και άντρες. Δυο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι”, υπογράμμισε εμφατικά ο συλλέκτης. “Στις μέρες μας, οι κόσμοι αυτοί έχουν οδηγηθεί στα άκρα. Οι γυναίκες θεωρούν τους άντρες πηγή όλων των δεινών τους. Γιατί; Οι άντρες είναι εκείνοι που τις μεταμορφώνουν από θελκτικες υπάρξεις σε τροφούς που θυσιάζουν το χρόνο και το σώμα τους. Μια τρομακτική διαφοροποίηση στη ζωή τους, την οποία ο άντρας δεν μπορεί να συλλάβει. Τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες θα ‘θελαν να ζουν μακριά από τις ανάγκες που επιβάλλει η διαιώνηση του είδους. Στην πραγματικότητα, αυτό που θα ‘θελαν είναι να ζουν ελεύθεροι”. “Ακόμα και η έννοια της ελευθερίας έχει διαφορετική σημασία γι’ αυτούς. Για τον άντρα, η ελευθερία έχει να κάνει με την περιπλάνηση και την αναζήτηση, ακόμα και –γιατί όχι;– με την αλητεία. Για τη γυναίκα, αντίθετα, η ελευθερία έχει να κάνει με τη χειραφέτηση και την αυτοδιάθεση, γιατί όχι και με την επικυριαρχία. Να έχει δηλαδή τα υλικά μέσα ώστε κάποιος να κάνει αυτό που επιθυμεί η ίδια. Δυο εντελώς διαφορετικές θεάσεις της ίδιας έννοιας” [...] “Πού να δεις τι γίνεται στο συναισθηματικό πεδίο”, είπε στο λύκο. “Εκεί υπάρχει το αληθινό χάος. Οι άντρες φαντάζουν αφελείς στα μάτια των γυναικών. Τα συναισθήματα των γυναικών είναι πολύ πιο μεστά. Πολύ πιο δυνατά. Προσφέρουν σε αυτά όλο τους το είναι. Αυτό έχει να κάνει με το ότι ζουν σε επάλληλους κύκλους. Ο κύκλος της έμμηνης ρήσης (sic), μ’ όλες του τις ορμόνες, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη ζωή τους. Αντίθετα, οι άντρες δεν λειτουργούν σε κύκλους. Κινούνται σε ευθείες. Μια ευθεία εδώ, μια ευθεία εκεί, μια ευθεία παραπέρα. Οι άντρες έχουν τις εποχές που ερωτεύονται, όπου εκλύουν ορμόνες, αλλά κινούνται σε ευθύγραμμη πορεία. Δεν έχουν κύκλους να τους επαναφέρουν στο σημείο στο σημείο που βρίσκονταν προηγουμένως. Δες την τεράστια διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον αντρικό και τον γυναικείο οργασμό. Στον άντρα μοιάζει με καρφί που μπήγεται μέσα του και τον οδηγεί σε κορύφωση. Στη γυναίκα μοιάζει με κύμα που την πλησιάζει, την υψώνει και τη ρουφά.” [...] Όταν είναι αρνητικά φορτισμένοι, οι άντρες εκφράζονται με βία και οι γυναίκες με κακία”» (σσ. 67-69). 

Μη με ρωτήσετε τι ρόλο παίζουν αυτές οι θέσεις στον μύθο – δεν έχω απάντηση. Το μόνο που θα πω εδώ, πέρα από το ότι όλα αυτά φαντάζουν με εκλαϊκευμένες θέσεις του προηγούμενου αιώνα, είναι ότι τα καζαντζακικά δάνεια που επωμίζεται ένας συγγραφέας προσφέρονται με επαχθείς όρους που επιβαρύνουν τη σοβαρότητα ενός κειμένου.

Και μια που αναφέρθηκα στον Καζαντζάκη: «Ο άνθρωπος φτάνει σε ένα σημείο που δεν αντέχει τον εαυτό του. Του πέφτει στενός. Τον περιορίζει. Δεν του παρέχει τη δυνατότητα να μεταμορφωθεί από σκουλήκι σε πεταλούδα. Θέλει να πεθάνει και να πάρει μαζί του όσο περισσότερους γίνεται. Δεν του αρκεί να πεθάνει μόνος του γιατί η ζωή έχει χάσει στα μάτια του την αξία της» (σ. 95).  

– «Ωστόσο, η ελευθερία προϋποθέτει την ανυπακοή και η ανυπακοή την αμφισβήτηση. Μόνο όσοι επαναστατούν απέναντι στον ίδιο τον εαυτό τους είναι πραγματικά ελεύθεροι.  Μόνο όσοι αυτοσαρκάζονται προσεγγίζουν την αυτοτέλεια με τσαγανό» (σ 77). 

– «“Στην εποχή μας, οι άνθρωποι έχουν περισσότερα αγαθά από ποτέ, όμως δεν είναι ευτυχισμένοι. Κι αυτό γιατί δεν έχουν ελευθερία κινήσεων. Είναι υποχρεωμένοι να κάνουν πράγματα που δεν τους αρέσουν για να δικαιολογήσουν τα αγαθά που κατέχουν. Αν είσαι εκδιδόμενη, πρέπει να δίνεις το κορμί σου. Αν είσαι διανοούμενος, πρέπει να εκδίδεις το μυαλό σου, να το στύβεις για να παράγει ιδέες. Αν είσαι επιχειρηματίας, πρέπει να παίρνεις υψηλά ρίσκα. Οφείλεις να κάνεις τα πάντα για να δικαιολογείς την ύπαρξή σου”. [...] Υπάρχουν ελεύθερα πνεύματα γύρω μας, μέχρι να τα θεωρήσουν επικίνδυνα και να τα περιθωριοποιήσουν ή, στη χειρότερη, να τα φυλακίσουν και να τα εξαφανίσουν. Μέχρι να συμβεί αυτό, όμως, θα είναι ελεύθερα να φτιάξουν ό,τι επιθυμούν – και αυτό είναι ένα ρίσκο που αξίζει να πάρουν. Το ελεύθερο πνεύμα μπορεί να φτάσει στην πηγή της αλήθειας. Είναι το μόνο που μπορεί να το κατορθώσει. Αν δεν το κάνει εκείνο, δεν θα μπορέσει κανένα άλλο. Η πηγή της αλήθειας παράγει το τελειότερο πλάσμα στον κόσμο”» (σσ. 80-81)    

– «“Η προπαγάνδα επιδιώκει να πολώσει. Όταν πολώνεις κάτι σημαίνει ότι χάνεις πεδία. Και βαθμούς κίνησης.  Σε υποχρεώνει να κοιτάς προς μια κατεύθυνση. Από έναν απέραντο χώρο επιλέγει μονάχα ένα μικρό κώνο. Αφήνει τα υπόλοιπα έξω απ’ αυτόν. Σου λέει πως οτιδήποτε σ’ ενδιαφέρει υπάρχει μέσα σ’ αυτό τον κώνο”. “Το ίδιο δεν κάνει και η επιστήμη με την υπερ-εξειδίκευση; από έναν απέραντο χώρο εστιάζει σε κάτι πολύ μικρό”. Αυτό ακριβώς είναι η προπαγάνδα. Σου προσφέρει έτοιμη υπερ-εξειδίκευση. Πράγματα που έχουν σκεφτεί άλλοι για σένα. Σου λέει ότι εκεί πρέπει να καταλήξεις. Ως ένα βαθμό, οποιοσδήποτε μιλάει για κάτι, το προπαγανδίζει”» (σ. 106)  

Έτσι, το βιβλίο δεν καθίσταται γόνιμα ανοιχτό σε αναγνώσεις που θα μπορούσαν να βρουν ερείσματα στον μύθο του αλλά τείνει προς ένα φλύαρο ψευδοφιλοσοφικό κολάζ όπου ο κάθε αναγνώστης δύναται να απομονώσει ένα απόσπασμα και να πιστέψει ότι έχει καταστεί κοινωνός μιας ρηξικέλευθης θέσης, ή ακόμη και να υποστηρίξει ότι διαβλέπει πίσω από το παραμύθι τις καταβολές ουκ ολίγων δεινών της συγχρονίας. Δυστυχώς, ειδικά μετά τη μέση, το παστίς των ψευδοφιλοσοφικών θέσεων και εξηγήσεων χαρακτηρίζεται από τόσο πολλές κοινοτοπίες που ο αναγνώστης αγανακτεί. Ο Αρκουδέας, με το συγκεκριμένο βιβλίο του εμπίπτει στην κατηγορία των συγγραφέων που καλούν τον αναγνώστη να συγγράψει το βιβλίο που εκείνος έχει ψυχανεμιστεί αφήνοντας πλειάδα σημείων με τη μορφή “βαθυστόχαστων” αναφορών. Κατά συνέπεια, το αποτέλεσμα τελικά τείνει περισσότερο προς κάποιο οδηγό αυτοβελτίωσης μέσω μιας ιδιοσυγκρασιακής ερμηνείας του κόσμου.   

Γενναίες δόσεις αυτοσυγκράτησης θα μπορούσαν με τις κατάλληλες αποσαφηνιστικές παρεμβάσεις σε επίπεδο μύθου να φέρουν διαφορετικό αποτέλεσμα. Η ιστορία θα μπορούσε να σταθεί ως ένα οικολογικό παραμύθι που θα υποστήριζε μια δοκιμή ερμηνεία για τις αβλεψίες της παρέμβασης του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον. Τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει όμως εδώ πέρα. 

— Κώστας Αρκουδέας, Συλλέκτης μανιταριών, Καστανιώτης: 2023, 120 σελίδες, ISBN: 9789600370911, τιμή: €12.00.