Skip to main content
Παρασκευή 19 Απριλίου 2024
Μυθοπλαστική μπουνάτσα

Βιβλίο αποκάλυψη, τουλάχιστον για κάποιον που δεν έχει διαβάσει ποτέ κάτι αντίστοιχο. Σε τι αναφέρεται το «αντίστοιχο»; Αρχικά, στα κατεξοχήν ευπώλητα που εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να επιτυγχάνουν πωλήσεις αρκετών δεκάδων χιλιάδων αντιτύπων. Είναι σχεδόν αδύνατον να αγνοήσει ο αναγνώστης το γεγονός ότι η συγκεκριμένη κατηγορία βιβλίων είναι άρρηκτα δεμένη με την εμπορικότητά της σε βαθμό που τουλάχιστον άλλα είδη λογοτεχνίας δεν είναι. Και το λέω αυτό όχι γιατί επηρεάζεται με κάποιο τρόπο η αισθητική πρόσληψη του βιβλίου από κάτι τέτοιο αλλά επειδή μέσα από αυτή την ταμπέλα προσπαθεί κανείς να αφουγκραστεί καλύτερα τα χαρακτηριστικά του. Ομολογώ ότι επέλεξα τον συγκεκριμένο τίτλο σχεδόν στην τύχη, και λέω «σχεδόν» γιατί έπεσα σε μια διαφημιστική καταχώρηση του εκδοτικού οίκου με το πρόγραμμα παρουσιάσεων του βιβλίου. Αν σήμερα είναι δύσκολο να επιλέξει κανείς βιβλία από τα κείμενα που κατηγοριοποιούνται ως κριτικές, το να επιλέξει κάποιο από τα ευπώλητα είναι σχεδόν αδύνατο καθώς για αυτά δεν γράφεται τίποτα.

Γιατί όμως το χαρακτηρίζω «βιβλίο αποκάλυψη»; Το μυθιστόρημα του Κώστα Κρομμύδα (Τρίκαλα, 1971) λειτούργησε για μένα κάπως σαν στήλη Ροζέτας που με βοήθησε να προσεγγίσω –να “μεταφράσω”– το αξιακό κριτήριο “αλλόφυλων” αναγνωστών. Μπορώ τώρα λοιπόν να αντιληφθώ γιατί, για παράδειγμα, κάποιος δύναται να πιστεύει ότι ο Ισίδωρος Ζουργός ή ο Χρήστος Χωμενίδης γράφουν καλή λογοτεχνία – προς αποφυγήν παρεξηγήσεων ο Χωμενίδης γράφει πολύ καλύτερα από τον Ζουργό. Και δεν τα λέω ουδόλως ειρωνικά αυτά καθώς στη λογοτεχνία οι αξιακές κρίσεις δεν χαρακτηρίζονται από απολυτότητες για τον απλό λόγο ότι η φύση του αντικειμένου δεν τις επιδέχεται. Όχι μόνο επειδή η όποια "αντικειμενική" κρίση αμαυρώνεται πάντα από τον παράγοντα «γούστο» αλλά και γιατί η ίδια η σμίλευση αισθητικού κριτηρίου προϋποθέτει εμπειρία και χαρακτηρίζεται από εγγενή σχετικότητα – χωρίς αυτή η σχετικότητα να σημαίνει ότι δεν υπάρχει «Κανόνας», ή αυτό που ονομάζουμε «κλασικό» στη λογοτεχνία. Μπορώ λοιπόν επίσης τώρα, για να σταθώ στον αντίποδα των δύο προηγούμενων περιπτώσεων που ανέφερα, να καταλάβω πολύ καλά γιατί κάποιος αδυνατεί, για παράδειγμα, να διαβάσει Θάνο Σταθόπουλο ή Θωμά Συμεωνίδη ή Θανάση Βαλτινό – η επιλογή των συγκεκριμένων συγγραφέων δεν έγινε με το κριτήριο της παρήχησης. Σημαίνει λοιπόν αυτή η εμπειρία μου της ανάγνωσης του μυθιστορήματος του Κρομμύδα ότι θα αναθεωρήσω με κάποιο τρόπο τις κρίσεις μου; Κάθε άλλο. Αυτό που λέω είναι ότι τώρα νομίζω ότι έχω ευκρινέστερη εικόνα για το πώς προσλαμβάνουν κάποιοι τα βιβλία που εγώ προσπαθώ πολλές φορές να σας πείσω ότι χαρακτηρίζονται από σοβαρές αδυναμίες ή μελανά σημεία, αλλά, από την άλλη πλευρά, και πώς κάποιοι βλέπουν τα βιβλία που διατείνομαι ότι ξεχωρίζουν. Κατανοώ δηλαδή τώρα καλύτερα πού μπορεί να εδράζεται η αξιακή μας διαφορά. Κατά βάθος βέβαια, για να σας δώσω ακόμη μια αξιακή παράμετρο, εξακολουθώ να πιστεύω ότι ομάδες ανθρώπων που έχουν εκτεθεί σε παρόμοια εμπειρικά ερεθίσματα τείνουν σε βάθος χρόνου να αξιολογούν τα ερεθίσματα αυτά με τον ίδιο τρόπο. Με απλά λόγια, οι συστηματικοί αναγνώστες ευπώλητων τείνουν σε βάθος χρόνου να είναι ακριβώς αυτό: συστηματικοί αναγνώστες ευπώλητων. Πρόθεσή μου είναι η ανάγνωση αυτή να έχει και συνέχεια, γιατί δεν μπορώ να φανταστώ ότι και τα βιβλία του είδους δεν επιδέχονται πιο λεπτές αξιακές διαβαθμίσεις. Έτσι, όπως οι Ζουργός και Χωμενίδης δεν ανήκουν ακριβώς στην ίδια κατηγορία, ξεκάθαρα δεν ανήκουν αμφότεροι και στην ίδια κατηγορία με τον Κώστα Κρομμύδα του συγκεκριμένου μυθιστορήματος που διάβασα. Επιπροσθέτως, είμαι της άποψης ότι σχετικά εύκολα μπορεί κάποιος να κάνει στη συγκεκριμένη κατηγορία τη διαφορά και να μεταπηδήσει σε άλλη κατηγορία – το αν αυτό βέβαια είναι επιθυμητό από συγγραφείς και εκδότες είναι άλλη συζήτηση, καθώς αναγνωρίζω την εξουσία που ασκεί στον εκάστοτε συγγραφέα το κοινό του.

Τι ακριβώς όμως είναι το συγκεκριμένο βιβλίο εκτός από ευπώλητο; Πρώτα και κύρια, ένας κυλιόμενος αφηγηματικός διάδρομος που μετακινεί τον αναγνώστη μπροστά από ένα σύνολο προκατασκευασμένων εκθεμάτων τα οποία αναγνωρίζει μέχρι κεραίας. Η ορφανή –«Ήμουν απλώς ένα μωρό που στις 2 Σεπτεμβρίου 1949 κάποιος εγκατέλειψε στις σκάλες» (σ. 11)– που θα εγκαταλείψει με τη σειρά της το ορφανοτροφείο για να γλιτώσει τα κακά, θα πέσει στα χειρότερα, αλλά που στο τέλος θα βρει τον δρόμο της και όχι μόνο θα γίνει διάσημη λαϊκή τραγουδίστρια αλλά θα γνωρίσει και την αληθινή αγάπη – «“Η πραγματική αγάπη δεν σε φυλακίζει. Σε κρατά ελεύθερη μέσα στην αγκαλιά της…”» (σ. 212) διαβάζουμε σε μια από τις ουκ ολίγες κορόνες κοινοτοπίας του βιβλίου. Η αλήθεια είναι ότι δύσκολα θα μπορούσε να αποφύγει να πει κανείς ότι ο μοναδικός στόχος είναι η απόλυτη αταραξία. Ο αναγνώστης δεν πρέπει επουδενί να ξεβολευτεί, αλλά, αντιθέτως, πρέπει να νανουριστεί γλυκά από την πρώτη κιόλας σελίδα έτσι ώστε να μην διασαλευτεί πουθενά η τάξη της δομικής κοινοτοπίας. Ο Κρομμύδας γράφει μια απόλυτα προβλέψιμη ιστορία ακόμη, και αυτό είναι το εντυπωσιακό, στο σημείο που κατασκευάζει τη σκληρή σκηνή μιας έκτρωσης. Η συγκεκριμένη σκηνή, που και πάλι χαρακτηρίζεται από κοινοτοπίες, δεν καταφέρνει να διασαλεύσει την πολύτιμη νηνεμία του κειμένου, γιατί πουθενά δεν ξεφεύγει από την ποσοτική υπερβολή έτσι ώστε, έστω και στιγμιαία, να διαισθανθεί ο αναγνώστης ότι ο συγγραφέας ρισκάρει κάτι προς όφελος μιας κάποιας αφαιρετικότητας ή ελλειπτικότητας που θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να λειτουργήσει ευεργετικά προς την ποιότητα της αφήγησης. Ο Κρομμύδας δεν το έχει καθόλου με τον υπαινιγμό ή τουλάχιστον πιστεύει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι για το κοινό του. Παραθέτω μια λίστα κομβικών φράσεων από τη συγκεκριμένη σκηνή που δείχνουν πόσο προσηλωμένος είναι ο συγγραφέας στη γραμμικότητα και προσήνεια του κειμένου: «“Από εδώ…” είπε και της έδειξε τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο υπόγειο. [...] “Βγάλε τη φούστα και το εσώρουχό σου και ξάπλωσε σε αυτή την καρέκλα”. [...] “Τι θα κάνουμε ακριβώς;” ρώτησε ανήσυχη[…]. [...] “Πάρε μια βαθιά ανάσα…” [...] Αμέσως ένιωσε να ζαλίζεται… [...] Και ξαφνικά ένας οξύς πόνος τής έσκισε τα σωθικά. Τραντάχτηκε ολόκληρη. [...] Το άμοιρο κορίτσι, δεμένο σαν ζώο, πάσχιζε να ελευθερωθεί, αλλά μάταια. Τσίριζε ασταμάτητα γδέρνοντας τις φωνητικές της χορδές, μέχρι που το μόνο που ακουγόταν ήταν μια ακαθόριστη βραχνάδα. [...] Τα μάτια της έκλεισαν αργά και το κορμί της ήταν σαν να παραδόθηκε σε αυτό τον άντρα, ο οποίος είχε σκοπό να ξεριζώσει από μέσα της ό,τι είχε προλάβει να δημιουργήσει το σώμα της στους δύο μήνες που ήταν έγκυος…» (σσ. 150-3).  

Επισημαίνω ότι διαβάζοντας τα σημεία αυτά γνωρίζουμε ότι η ηρωίδα σκέφτεται το παρελθόν της από ένα ασφαλές αφηγηματικό σημείο στο παρόν. Επαναλαμβάνω, πουθενά ο Κρομμύδας δεν αναλαμβάνει κάποιο ρίσκο που δύναται να φέρει τον αναγνώστη στη δύσκολη θέση να σκεφτεί κάτι πέρα από το προφανές. Ο συγγραφέας ταλαιπωρεί την ηρωίδα του, εκβιάζοντας πραγματολογικές υπερβάσεις –την αφήνει, για παράδειγμα, να αιμορραγεί μετά την έκτρωση για σχεδόν δύο ημέρες– αλλά όλο αυτό γίνεται εκ του ασφαλούς. Είπαμε, ο αναγνώστης δεν επιτρέπεται να ταλαιπωρείται. Ο Κρομμυδας αδυνατεί να ξεφύγει από τη σαγήνη του κυλιόμενου διαδρόμου που νομοτελειακά θα περάσει τον αναγνώστη στο επόμενο έκθεμα/επεισόδιο της πλοκής. Μιας πλοκής που διαρκώς παράγει άκομψα νέες καταστάσεις που σωρευτικα επιβαρύνουν την όποια μυθοπλαστική σοβαρότητα θα μπορούσε, έστω και αχνά, να διαφανεί και αποπροσανατολίζουν όποιον δεν είναι εθισμένος στη συγκεκριμένη μανιέρα. Το ζητούμενο εδώ είναι να νιώσει το κοινό άμεση οικειότητα με τα γεγονότα που εξιστορούνται – ακόμη και, όπως έδειξα, στις ακραίες καταστάσεις που βιώνει η ηρωίδα. Εικάζω, εξάλλου, ότι δεν είναι διόλου τυχαίο πόσο εν κενώ εκτυλίσσεται η ιστορία, ειδικά αν λάβει κανείς υπόψη την ιστορική στιγμή που τοποθετείται ο μύθος: ξεκινάει από την άνοιξη του 1966 και ξετυλίγεται σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα στην επταετία χωρίς να γίνεται πουθενά η παραμικρή νύξη για αυτό. Είπαμε, ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να σκοτίζεται με άχρηστες πληροφορίες. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με την κατασκευή του απόλυτα οικείου, με τον γλυκανάλατο χυλό μιας σεναριακού τύπου διεκπεραίωσης που κάνει ακόμη και τις ταινίες της Φίνος Φιλμ να φαντάζουν σκαμπρόζικες. Σε κάθε έκφανση του μυθιστορήματος: στο τι λένε και πώς το λένε ήρωες και αφηγητής, σε κάθε κίνησή τους, σε κάθε εικόνα που κατασκευάζεται από τον συγγραφέα κυριαρχεί εννοιολογικά το ήδη έτοιμο. Ελάχιστη σημασία έχει ότι αυτά που διαβάζουμε είναι τοποθετημένα στη δεκαετία του ‘60 καθώς δεν παύουν να είναι παντελώς κοινότοπα και βαθιά στερεοτυπικά. Παραθέτω ενδεικτικά: 

«Ο Παντελής δεν ανταποκρίθηκε ιδιαίτερα, γιατί ήξερε πως, αν τον άναβε ξανά, θα έπαιρνε ακόμη και με τη βία αυτό που ήθελε» (σ. 100). Μερικές γραμμές παρακάτω, αφού ο πολλά βαρύς Παντελής έχει αποχωρήσει, διαβάζουμε: «Το νεαρό κορίτσι ακούμπησε στην ξύλινη κάσα κοιτώντας τα αστέρια στον ουρανό. Ένα απαλό αεράκι έφερνε στη μύτη της τη μυρωδιά από το γιασεμί. Έκλεισε τα μάτια απολαμβάνοντας με όλες τις αισθήσεις της τη σιγαλιά της νύχτας. Ήξερε καλά ότι μπροστά της ανοιγόταν ένας όμορφος αλλά δύσκολος δρόμος» (σ. 101). 

Λίγο παρακάτω διαβάζουμε τη στιχομυθία της ηρωίδας με την καταξιωμένη ρεμπέτισσα που θα της σταθεί στις δύσκολες στιγμές της. Σταχυολογώ από το παλμαρέ κοινοτοπιών:   

«“Οι άντρες αλλάζουν όταν τους δώσεις αυτό που θέλουν… Εσύ είσαι ομορφούλα, οπότε θα θέλουν πολλά από την πάρτη σου… [...]”» (σ. 112).

«“Πρέπει όμως να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, γιατί το πρώτο πράγμα που θέλουν όλοι είναι να σε εκμεταλλευτούν”» [...] «“Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι κακοί…”» (σ.113).

«“Οι γυναίκες ερωτεύονται με τα αφτιά και οι άντρες με τα μάτια. Γι’ αυτό οι άντρες λένε ψέματα και οι γυναίκες φοράνε μακιγιάζ…” είπε με την ιδιαίτερη βραχνάδα της. (σ. 114).

Ο αφηγητής δεν παραλείπει να μας δίνει και το απαραίτητο στίγμα του νοητικού κόσμου της ηρωίδας: «Όσο κι αν της άρεσε αυτός ο άνδρας, κάτι μέσα της την εμπόδιζε να του δοθεί. Όχι για να μην χάσει την παρθενιά της, όπως την είχαν συμβουλέψει, αλλά γιατί ήθελε ο πρώτος της να είναι κάποιος που θα την αγαπούσε απόλυτα και χωρίς αμφιβολίες. [...] Το μόνο που γύρευε ήταν να γίνουν όλα γλυκά και να είναι το αποτέλεσμα της αληθινής τους αγάπης και όχι της σαρκικής επιθυμίας» (σ. 122).        

Παντού, όπως φαντάζομαι είναι προφανές, κυριαρχεί η απόλυτη μυθοπλαστική μπουνάτσα έτσι ώστε να μην απαιτείται πουθενά κανένα πισωγύρισμα· να μην μπαίνει ποτέ ο αναγνώστης στη βάσανο της δεύτερης ανάγνωσης έστω και κάποιου σύντομου αποσπάσματος. Δεν υπάρχει πουθενά στο βιβλίο η νύξη μιας έστω ψεύτικης αμφισημίας. Στο σημείο που η ηρωίδα φτάνει να διερωτάται αν θα πρέπει να συγχωρέσει τον θύτη της, που την είχε αποπλανήσει και βιάσει, θα συναντήσει έναν πλανόδιο κουλουρά που ως άλλος Κοέλιο θα της δώσει την απάντηση που αποζητά: «“Όμως…” της φώναξε, “μπορείς να συγχωρέσεις κάποιον μόνο σε μια περίπτωση”. [...] “Όταν είσαι σίγουρη πως το κακό που έκανε σ’ εσένα δεν το έκανε ποτέ σε κανέναν άλλο… Ούτε πριν ούτε μετά!”» (σ. 310). Το απόσπασμα αυτό που στέκει και ως μότο στο βιβλίο θέτει μπροστά τα γρανάζια της απλοϊκής εκδίκησης που οδηγεί στην τιμωρία των ενόχων και φέρνει την απαιτούμενη “κάθαρση”. 

Δεν τίθεται λοιπόν θέμα αν το βιβλίο είναι καλό ή κακό. Η απάντηση είναι προφανής και εξαρτάται από τη θέση του αναγνώστη στην πραγματικότητα που, για λόγους που δεν είναι της παρούσης, έχει επιλέξει να διαβιοί. Πολύ εύκολα και εύλογα μπορώ να φανταστώ οπαδούς του συγγραφέα να υπερασπίζονται το μυθιστόρημα για τις ευχάριστες ώρες ανάγνωσης που τους χάρισε, και, πάλι εύλογα, με την ίδια ευκολία κατανοώ απολύτως γιατί ένα βιβλίο σαν και αυτό δεν τυγχάνει ποτέ κριτικών αναγνώσεων από τους επαγγελματίες του χώρου.

Θα κλείσω με ένα σχόλιο που αφορά τον τίτλο του μυθιστορήματος: Κι ως την άλλη μου ζωή θα σε λατρεύω που «[...] είναι εμπνευσμένος από τους στίχους του τραγουδιού “Λίγα ψίχουλα αγάπης σού γυρεύω” του Κώστα Βίρβου», όπως μας ενημερώνει και ο συγγραφέας στην αρχή του βιβλίου. Παραθέτω και το αμέσως επόμενο κουπλέ καθώς είναι λίαν κατατοπιστικό: «Αυτά τα λίγα ψίχουλα κι αν θα μου τάξεις/ σου τα πληρώνω με οποιαδήποτε τιμή/ και θα τα πάρω κι αν ακόμα τα πετάξεις/ όπως πετάνε σ' ένα σκύλο το ψωμί». Ναι, το τραγούδι έχει γραφτεί το 1958 και προφανώς δεν το κρίνω αισθητικά, παρότι δεν είναι του γούστου μου. Το γεγονός και μόνο ότι επιλέχθηκε ως τίτλος του μυθιστορήματος φανερώνει ότι δεν γίνεται αντιληπτό πόσο ηττοπαθές και μοιρολατρικό είναι να ζητιανεύει κάποια (ή κάποιος) «λίγα ψίχουλα αγάπης». Ο ίδιος ο τίτλος λοιπόν στέκει ως κραυγαλέα απόδειξη τόσο των τρόπων που αναπαράγονται ξεπερασμένα στερεότυπα όσο και του χάσματος που χωρίζει τις αντιλήψεις του συγγραφέα και των πολυάριθμων αναγνωστών του από κάποιον που τουλάχιστον θα διατεινόταν ότι σκέφτεται πιο κοντά στο πνεύμα της εποχής μας.    

— Κώστας Κρομμύδας, Κι ως την άλλη μου ζωή θα σε λατρεύω, Διόπτρα: 2023, 360 σελίδες, ISBN: 9786182202227, τιμή: €17.70.