Skip to main content
Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022
Ο χρήσιμος ηλίθιος

Ένα βιβλίο δεν αξιολογείται ποτέ απόλυτα, σε κάποιο αξιακό κενό, γιατί ένα βιβλίο δεν επινοείται ποτέ στο κενό. Υπάρχει πάντα ένα γίγνεσθαι, ένα αισθητικό συγκείμενο μέσα στο οποίο, πολλές φορές και ερήμην του, ο συγγραφέας κατασκευάζει το έργο του. Το συγκείμενο αυτό όχι μόνο επηρεάζει το έργο αλλά καθορίζει και τα κριτήρια με τα οποία, πολλές φορές και ερήμην του, ο αναγνώστης προσλαμβάνει το σώμα του κειμένου. Συγγραφέας και αναγνώστης καλούνται να συναντηθούν. Και αυτό δεν αποδεικνύεται πάντοτε τόσο εύκολη υπόθεση. Το Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα τού Άρη Αλεξανδρή (Πειραιάς, 1991) είναι ένα μυθιστόρημα που πασχίζει να ενταχθεί στην εποχή του αν και φαίνεται να είναι κατασκευασμένο από υλικά του παρελθόντος. Ο ήρωας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο καταστάσεις από τη ζωή του που πιστεύει ότι τον οδήγησαν στην καταστροφή.

«Ονομάζομαι Ιγνάτιος Καραθοδωρής και αισθάνομαι ότι πρέπει να μιλήσω. Όχι ότι θα έχουν σημασία για κάποιον άλλο εκτός από μένα αυτά που θα γράψω, αλλά εγώ θα τα πω κι ας μην τα διαβάσει κανείς» (σ. 7). 

Ο Ιγνάτιος, όπως διαβάσατε, έχει το θάρρος της γνώμης του αλλά και ενστικτωδώς μια επίγνωση της πραγματικότητας. Σε ένα άλλο επίπεδο βέβαια, ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, που ανοίγει το βιβλίο του με αυτό το «κι ας μην τα διαβάσει κανείς», δεν ξεκινάει καλά. Αυτά που διαβάζουμε σε λίγα σημεία παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον. Το μυθιστόρημα, παρά τις όποιες συγγραφικές αρετές του ήρωα, γιατί ο ήρωας υποτίθεται ότι είναι ταλαντούχος γραφιάς, το σκαμπρόζικό ύφος του με το δήθεν αδυσώπητο χιούμορ, δεν καταφέρνει να πει κάτι όσο ο αναγνώστης φαντάζεται τον Άρη Αλεξανδρή να το γράφει. Το έχω αναφέρει ξανά: το πρώτο πρόσωπο είναι ύπουλη συνθήκη στο μυθιστόρημα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν χαρακτηριστικά ανεκδιήγητο τύπο. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχει γεννηθεί και έχει μεγαλώσει στην Κομοτηνή. Πότε γεννιέται; Εικάζω κάπου στα τελευταία χρόνια του προηγούμενου αιώνα. Γιατί τα αναφέρω αυτά; Γιατί ο Ιγνάτιος, που προέρχεται από οικογένεια με οικονομική άνεση, παρουσιάζεται στις πρώτες σελίδες του βιβλίου να ζει σε έναν κόσμο που το διαδίκτυο (ή το «ίντερνετ» όπως επιμένει να το αποκαλεί) είναι χαρακτηριστικά απόν. Και το αναφέρω αυτό γιατί η δίνη των γεγονότων που θα τον κάνει «να χάσει τα πάντα» λαμβάνει χώρα στην Αθήνα, όπου ο δεκαοχτάχρονος Ιγνάτιος θα βρεθεί ως φοιτητής του τμήματος δημοσιογραφίας. Ο ήρωας, που όπως ανέφερα τον χαρακτηρίζει ένα ταλέντο στη γραφή, θα βρεθεί άμισθος και στη συνέχεια έμμισθος γραφιάς/δημοσιογράφος σε έντυπα/ηλεκτρονικές εκδόσεις που θα τον οδηγήσουν στην καρδιά της μεταπαράνοιας (sic) που χαρακτηρίζει τον σημερινό κόσμο, έτσι όπως τον βιώνει κάποιος μέσα από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Ο Ιγνάτιος θα βρεθεί να ανακαλύπτει τη ζωή στην Αθήνα, τον εαυτό του, τον έρωτα, όχι όμως μόνο σαν να έχει έρθει από την επαρχία, αλλά κάπως σαν να έχει έρθει από το παρελθόν. Φαντάζει εξαιρετικά περίεργο στον αναγνώστη πώς ένα παιδί από την επαρχία, τη σήμερον, εμφανίζεται τόσο αδαές περί των πάντων. Είμαι της άποψης ότι ο Αλεξανδρής τονίζει εσκεμμένα αυτή την ασυνέχεια ανάμεσα στα χρόνια της Κομοτηνής και τα χρόνια της Αθήνας, για λόγους που θα εξηγήσω στην πορεία. Ο Ιγνάτιος μπορεί λοιπόν να εμφανίζεται ασυνήθιστα άβγαλτος, αλλά σε διάστημα ενός έτους θα βρεθεί κοινωνός και βαθύς γνώστης τού πώς λειτουργούν τα πράγματα σε αυτό το δημοσιογραφικό/εκδοτικό συνάφι που έχει να κάνει τόσο με τα χιπ έντυπα όσο και με τα σημερινά ισοδύναμα του κίτρινου τύπου. Το βιβλίο όμως δυναστεύεται από μια διαρκή αναληθοφάνεια σε αυτά που συμβαίνουν στον Ιγνάτιο, τουλάχιστον έτσι όπως μας τα αφηγείται, που όμως αιτιολογούνται πίσω από την ηλιθιότητά του. Γιατί το παιδί, ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής, είναι αυτό που χαρακτηριστικά λέμε «στην κοσμάρα του». Ναι, ο Αλεξανδρής διατηρεί το δικαίωμα να παίξει το χαρτί της ανεπάρκειας και της αναξιοπιστίας του ήρωά του, γιατί κάτι θέλει να υπαινιχθεί – εγώ τουλάχιστον μόνον έτσι κατάφερα να τον διαβάσω. Τι ακριβώς πιστεύω ότι υπαινίσσεται ο συγγραφέας θα το αφήσω για το τέλος.          

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι το μυθιστόρημα κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη εκεί που ο συγγραφέας αποπειράται μια αποτύπωση του τρόπου που λειτουργεί σήμερα ο ημερήσιος τύπος σε αγαστή συνέργεια με τα ΜΚΔ. Το μυθιστόρημα βρίσκει τον βηματισμό του με μια περιγραφή εκ των έσω τού πώς κατασκευάζονται φέικ νιούζ, πώς διακινούνται μέσω φέικ λογαριασμών στο Τουίτερ, πώς σπιλώνονται υπολήψεις, και πώς συνδαυλίζονται τα πλήθη σε αυτή την ανθρωποφαγία/δολοφονία χαρακτήρων. Επειδή όμως όλα αυτά τα αφηγείται ο Ιγνάτιος με, πολλές φορές, εύστοχες παρατηρήσεις, κάτι δεν μας κάθεται καθόλου καλά. Γιατί όπως είπα ο Ιγνάτιος, παρά τις χάρες του, είναι αφελής, και οι εμβριθείς παρατηρήσεις δεν στέκουν και τόσο καλά όταν ακούγονται από το στόμα του. Θα στέκονταν πολύ καλά στο στόμα του συγγραφέα καθότι εικάζω τα έχει ζήσει και τα ζει από πρώτο χέρι με την ιδιότητα του δημοσιογράφου. Αλλά ο Ιγνάτιος, επαναλαμβάνω, δεν είναι ο Αλεξανδρής. Έτσι, όταν μας λέει κάτι χαριτωμένα όπως «Οι αλγόριθμοι και οι άνθρωποι πίσω από τα άβαταρ πλάθουν μια άυλη πραγματικότητα αντίφασης και ασυνέπειας» (σ. 177), ή «[...] ο θάνατος είναι πορνό. Αλήθεια, αυτό είναι. Τουλάχιστον έτσι νομίζω. Πολύ περισσότεροι απ’ όσους θα το παραδεχτούν ενθουσιάζονται μ’ αυτόν σε βαθμό που αγγίζει την ηδονή» (σ. 188) δεν δυνάμεθα παρά να χαμογελάμε συγκαταβατικά, ή μήπως κάτι χάνουμε; Μήπως κάτι άλλο διατείνεται ο συγγραφέας με αυτές τις αντιφάσεις;  

Λίγο μετά τη μέση του βιβλίου, ο Ιγνάτιος αναστοχάζεται πάνω στην κομβική πράξη που τον οδηγεί στο να «χάσει τα πάντα» (για ευνόητους λόγους δεν αποκαλύπτω τι ακριβώς έχει συμβεί). Οι σκέψεις του όμως χαρακτηρίζονται από μια αλλόκοτη ελαφράδα που καθόλου δεν συνάδει με το τι έκανε και τι αντίκτυπο είχε η πράξη του – ακόμη και αν αυτό που έγινε, έτσι όπως παρουσιάζεται, προσφέρεται για έναν όμορφο ψευδοφιλοσοφικό στοχασμό πάνω στις αλυσίδες αιτιότητας που πολλές φορές καθορίζουν τη ζωή μας με απρόσμενους τρόπους. Ο Ιγνάτιος αποδίδει στην τύχη κάτι που προφανώς σχετίζεται με τις αποφάσεις του –«[...] έδωσα έμφαση στο θέμα “τύχη”· ήθελα να καταλάβει ότι δεν ήμουν κακός, αλλά κυρίως άτυχος» (σ. 202)– και κάπως συγκαλύπτει τις σκέψεις και τις πράξεις του με αυτό το χαρακτηριστικό σλάπστικ που τον σαγηνεύει: «Τότε πέταξα νευριασμένος το κινητό μου στον τοίχο κι αυτό έκανε γκελ πάνω σε ένα κάδρο, γύρισε πίσω και με κοπάνησε στο κεφάλι. Είχα καρούμπαλο για δύο μέρες» (σ. 211). 

Αναρωτιέμαι ποιο ακριβώς είναι το χαρτί που παίζει ο συγγραφέας. Ο Ιγνάτιος είναι ένας αφελής που μεγαλώνει και ωριμάζει γρήγορα; Μα τελικά δεν ωριμάζει καθόλου. Λίγο πριν το τέλος, ένα κομβικό πρόσωπο του έργου θα του πει: «Δεν είναι όλα αστεία. Δεν μπορεί όλα να γίνονται για πλάκα» (σ. 266). Ο Ιγνάτιος είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως. Και δεν είναι μόνο αυτό· το ύφος του και ο αέρας που αποπνέει μαστίζονται από μια κατηγορία χιούμορ που έχει φορεθεί πάρα πολύ στον χώρο των σόσιαλ μίντια: οπισθοδρομικές κορόνες που χαρακτηρίζονται από ένα δήθεν εμπνευσμένο συγκερασμό ετερόκλητων στοιχείων: «[...] ξύπνησα με έναν οξύ πονόλαιμο λες και είχα καταπιεί σκουριασμένες πρόκες με τσίλι» (σ.224), ή «[...] η Ντιάνα Τανάκα (μισή από τη Λάρισα, μισή από το Κιότο της Ιαπωνίας)» (σ. 225), ή «[έ]νας τύπος μού άνοιγε την πόρτα με ένα φίδι τυλιγμένο γύρω από το λαιμό του» (σ. 222). Όλα αυτά μπορεί να γράφουν καλά στα σόσιαλ μίντια, αλλά δύσκολα υποστηρίζονται στο πλαίσιο του μυθιστορήματος, ειδικά αν λάβει κανείς υπόψη ότι ο Χρήστος Χωμενίδης τα μιλούσε φαρσί πριν από τριάντα χρόνια. Επιπροσθέτως, πώς να κάνει τα στραβά μάτια ο αναγνώστης σε διάφορα αλλόκοτα όπως ότι το εύπορο επαρχιωτάκι ανακαλύπτει τι σημαίνει «γκόουστινγκ» όταν έρχεται στην Αθήνα; Αλήθεια τώρα; Ή όταν διαβάζουμε να βγαίνει βόλτα με φίλη του στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και μετά από έξι ώρες περπατήματος και κουβέντας, που ήταν «κάτι αδιανόητα φανταστικό» (σ. 44), επιστρέφουν στα Άνω Πετράλωνα; Σοβαρά; Ή ότι η κοπέλα που γνωρίζει, έχει διαβάσει Προυστ αλλά τον μέμφεται γιατί δεν έχει πάει στα Κουφονήσια; Ή ότι ο Ιγνάτιος διαμαρτύρεται για το ανήθικο της άμισθης εργασίας, «η γενιά μου έχει εκπαιδευτεί να βλέπει τη δουλειά ως χάρη» (σ. 58), αλλά ο ίδιος συμμετέχει σε διαρρήξεις και κλοπές. Τι άλλο πρέπει να υποστεί ο αναγνώστης; Ή τι ακριβώς πρέπει να σκαρφιστεί για να σώσει το βιβλίο; Γιατί το πρόβλημά μου είναι ότι διαβάζοντας τακτικά τον συγγραφέα, που αρθρογραφεί στην Καθημερινή, μου φαίνεται πολύ πιο ικανός από αυτό που διάβασα. Ναι, ξέρω· άλλο αρθρογράφος και άλλο συγγραφέας. Πώς να σας το εξηγήσω; Στην προσπάθειά μου να σώσω το μυθιστόρημα πέφτω σε ένα τοίχο: υπάρχει ένα όριο στο πόσο ασυνάρτητος μπορεί να είναι ένας χαρακτήρας που αφηγείται τη ζωή του στο πρώτο πρόσωπο, γιατί ακόμη και η σκόπιμη ανεπάρκεια και η κατασκευασμένη αναξιοπιστία του, πρέπει με κάποιο τρόπο να καταφέρνουν να συντηρούν το αξιανάγνωστο του βιβλίου. 

Πώς όμως, αλήθεια, δύναται κάποιος να αποστάξει νόημα από όλο αυτό; Εδώ μπαίνει η θεωρία του «χρήσιμου ηλίθιου». Η αφήγηση του Ιγνάτιου Καραθοδωρή μπορεί να διαβαστεί ως case study τού χρήσιμου ηλίθιου των ημερών μας. Γιατί χρήσιμου; Γιατί ο Ιγνάτιος συνιστά μια ανερμάτιστη προσωπικότητα που δεν επιθυμεί να κάνει τίποτα στη ζωή του εκτός από τα να δραπετεύσει από το ασφυκτικό περιβάλλον της επαρχίας. «Και μόνο η σκέψη ότι κάτι έπρεπε να με ενδιαφέρει κι ότι σε κάτι έπρεπε να επενδύσω μου έφερνε ζάλη και απελπισία. Δεν γινόταν να αναλάβει κάποιος άλλος τον έλεγχο και την ευθύνη της ζωής μου;» (σ. 27) διαβάζουμε στις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος. Χρήσιμος ηλίθιος λοιπόν, γιατί τελικά η ευχή του γίνεται πραγματικότητα: βρίσκεται εγκλωβισμένος στα γρανάζια ενός μηχανισμού που αποφασίζει για εκείνον· ενός μηχανισμού που «αναλαμβάνει τον έλεγχο και την ευθύνη» της ζωής του· έναν μηχανισμό που έχει επινοηθεί για να βγάζει στον καθένα που συμμετέχει σε αυτόν τον χειρότερο δυνατό εαυτό του. Πώς; Ο κόσμος των ηλεκτρονικών εκδόσεων σε συνδυασμό με τα ΜΚΔ προάγουν έναν άκρατο προσωποκεντρισμό. Πώς; θα ρωτήσετε και πάλι. Με το να υποκινούν τον συμμετέχοντα να ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για το τομάρι του και πώς αυτό θα αναδειχθεί και θα φανεί περισσότερο σε αυτό τον σισύφειο αγώνα για το «κλικ» της αναγνωσιμότητας. Ο σύγχρονος αυτός κόσμος δεν είναι κόσμος της ομάδας και της συνεργασίας αλλά κόσμος της «σέλφι» και του «εγώ». Και δεν είναι μόνο αυτό. Εκεί που ο Ιγνάτιος –ετυμολογικά: ο πυροδοτών, αυτός που βάζει φωτιά– δείχνει το αληθινό ταλέντο του είναι στην ευκολία με την οποία ξεπερνάει τις μαλακίες που διαπράττει· μαλακίες που σημειωτέον δεν παραμένουν στη σφαίρα της φαντασίας ή εικασίας, αλλά κοστίζουν και ανθρώπινες ζωές. Ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι μόνο ένας ικανός αριθμός Ιγνάτιων (sic) θα μπορούσε να συντηρεί τη λειτουργία του μηχανισμού που σκιαγραφείται στο βιβλίο. Ο Καραθοδωρής, και η χαρακτηριστική ευκολία με την οποία αφήνει πίσω του αυτό που έχει συμβεί κατοπτρίζει ακριβώς τη χαρακτηριστική ευκολία με την οποία η καθημερινότητα του σοσιαλμιντιακού και όχι μόνο κόσμου, βιώνει αυτό το πάθος και την έξαψη και τη συνακόλουθη λήθη σε μια διαρκή ροή καταστάσεων που εστιάζουν κάθε φορά, κάθε λίγες μέρες, σε κάτι δήθεν νέο. Μέσα λοιπόν από αυτή την ανάγνωση δικαιολογούνται και τα περισσότερα από τα αρνητικά που επισημαίνω και προσάπτω στον ήρωα (και τον συγγραφέα) στην προηγούμενη παράγραφο. Το είδος του ανθρώπου που συμβολίζει ο Καραθοδωρής –των Ιγνάτιων που μας περιβάλλουν και που ενίοτε γινόμαστε όμοιοί τους– απαιτεί λεπτή και καλοδουλεμένη ειρωνεία, που θα μπορούσε να κρύβεται πίσω από τις αντιφάσεις που αντιλαμβάνεται ο προσεκτικός αναγνώστης τού Αλεξανδρή. Είναι ακριβώς αυτό το είδος ανθρώπου –Ιγνάτιου– που τα φιλτράρει όλα μέσα από ένα διαρκές χιούμορ, μέσα από εμβριθείς, αλλά και συνάμα αντιφατικές δηλώσεις, μέσα από μια αέναη σύγχυση και έναν αποπροσανατολισμό που πιθανώς στέκεται αντιστικτικά στην ύποπτα και αδικαιολόγητα επίπεδη –σχεδόν προνεωτερική– ζωή που διήγε ο Ιγνάτιος στα πρώτα του χρόνια στην Κομοτηνή, όταν δεν είχε ακόμη ενσωματωθεί στη μηχανή του θεάματος, των κλικ, και της ανθρωποφαγίας/δολοφονίας χαρακτήρων. Μέσα από αυτό το σκεπτικό θα μπορούσα πιθανώς να καταλάβω τον σκοπό συγγραφής του συγκεκριμένου πονήματος. 

Ο Ιγνάτιος, στο τέλος, θα καταλήξει εκεί ακριβώς που ξεκίνησε: στην Κομοτηνή. Διαβάζω τις καταληκτικές προτάσεις του: «Όλα καλά. Όταν σκέφτομαι πως έχασα τα πάντα, λέω στον εαυτό μου πως ίσως ποτέ δεν είχα τίποτα. Όλα καλά» (σ. 269). Ο ήρωας διαπράττει το λάθος των περισσοτέρων τζογαδόρων, αυτών που είναι πεπεισμένοι ότι αν δεν έχεις χάσεις το αρχικό σου κεφάλαιο, το ποσό με το οποίο εισήλθες στο παίγνιο, δεν έχεις χάσει τίποτα. Γιατί, φυσικά, παραβλέπουν ότι ήταν στο χέρι τους να αποχωρήσουν από το παιχνίδι όταν κέρδιζαν, ό,τι κι αν κέρδιζαν. Τα χαμένα, όπως και τα λάθη –στα παίγνια και στη ζωή– φέρουν όμως πάντα μια στυγερή απολυτότητα που δεν διαγράφεται, δεν συμψηφίζεται, και δεν σχετικοποιείται με αυτά που νομίζει κάποιος ότι συνιστούσαν το αρχικό του κεφάλαιο – για να μην μπούμε στην επίπονη συζήτηση «τι ακριβώς συνιστά αρχικό κεφάλαιο για τον καθένα μας», πόσο μάλλον για τον Ιγνάτιο που ξεκίνησε με την αμέριστη οικονομική συνδρομή της οικογενείας του. Η ζωή του Ιγνάτιου Καραθοδωρή όμως, έτσι όπως μας παρουσιάζεται εδώ, είναι η ζωή ενός ανθρώπου –νέου ανθρώπου– που δεν χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ροπή προς στη σκέψη. Τουναντίον, αυτό σημαίνει ότι μάλλον ο Άρης Αλεξανδρής τα σκέφτηκε αυτά, και θέλω να πιστεύω ότι θα τα σκεφτεί πιο προσεκτικά στο επόμενο εγχείρημά του.

— Άρης Αλεξανδρής, Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα, Μεταίχμιο: 2022, 272 σελίδες, ISBN: 978-618-03-3329-9, τιμή: €14.39.