Skip to main content
Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022
Πανδημία

Η δημιουργία του αστυνόμου Χαρίτου ενέχει εξ αρχής μια αντίφαση. Είναι η δημιουργία ενός αστυνομικού από έναν αριστερό (κατά ομολογία του συγγραφέα, πλέον, πρώην αριστερού). Ο Πέτρος Μάρκαρης, στη μακρά πορεία της καριέρας του αστυνόμου Χαρίτου (πρώτη εμφάνιση το 1995) έχει περάσει από διάφορα στάδια αυτής της καταστατικής αντίφασης του ήρωά του και έχει καταφέρει σε δεκατρία μυθιστορήματα να περιγράψει έναν μηχανισμό συγκοινωνούντων δοχείων ανάμεσα στις δύο πλευρές. Έχει έτσι οικοδομήσει μια λειτουργική συνθήκη ανάμεσα στον αστυνόμο Χαρίτο και τον Λάμπρο Ζήση (τον κατεξοχήν αριστερό τού μυθοπλαστικού του σύμπαντος) που συνιστά εξάλλου και το ιδεολογικό αντίβαρο του Χαρίτου αλλά και ένα alter ego του Μάρκαρη. Η σχέση Χαρίτου-Ζήση, η γνωριμία των οποίων ξεκινά το 1971 υπό τις ιδιότητες δεσμοφύλακα-φυλακισμένου, είναι βαθύτερης σημασίας για τη σχέση των δύο ανδρών από ό,τι ίσως αρχικά αφήνει να εννοηθεί μια επιφανειακή ανάγνωση. Είμαι της άποψης ότι τα μυθιστορήματα του Μάρκαρη διαβάζονται περισσότερο ως σκιαγραφήσεις τού κοινωνικού γίγνεσθαι της εποχής τους παρά ως γνήσια αστυνομικά. Ο μικροαστός Κώστας Χαρίτος συνιστά εξάλλου μια περσόνα που βοηθά την κατανόηση και ερμηνεία τής τεράστιας απήχησής του περισσότερο με όρους αυτού του κοινωνικού γίγνεσθαι παρά με αυτούς του αστυνομικού δαιμονίου του. Ο Μάρκαρης έχει πλάσει ένα σύμπαν στο οποίο ο Χαρίτος αναδεικνύεται ως ο αστυνόμος της διπλανής πόρτας. Όχι με την έννοια του ερασιτέχνη ντετέκτιβ, αλλά με αυτή του θεσμικού οργάνου της τάξης που ο αναγνώστης αναγνωρίζει ως αίμα του σε αυτό το μεταπολιτευτικό σκηνικό που διαπνέεται από το πνεύμα της εθνικής συμφιλίωσης και όπου ο αστυνομικός δεν κομίζει συνδηλώσεις βασανιστή ή οργάνου της χούντας, αλλά του προσαρμοσμένου στα καθ’ ημάς, σε σχέση με τα δυτικά πρότυπα, θεσμικού οργάνου αρμόδιου για την εξιχνίαση εγκλημάτων. Ο Χαρίτος δεν είναι μια ατάκτως ερριμμένη νουάρ περσόνα στο αθηναϊκό σκηνικό· ο Χαρίτος, και η σύζυγός του, και η κόρη τους αποτελούν έναν λειτουργικό θίασο που ανεβάζει σε κάθε εμφάνισή του μια σχεδόν λαογραφική παράσταση (η αγγελοπουλική συνεργασία του συγγραφέα έχει αφήσει το στίγμα της), που πραγματικά δεν γνωρίζουμε αν τελικά κλέβει την παράσταση από το κυρίως θέμα της αστυνομικής υπόθεσης.     

Σκοπός του παρόντος σημειώματος δεν είναι όμως η ανάλυση του χαρακτήρα του διάσημου αστυνόμου αλλά η αξιολόγηση του τελευταίου μυθιστορήματος που πρωταγωνιστεί ο Χαρίτος. Θα παραθέσω τις αρχικές παραγράφους από το πρώτο μυθιστόρημα (Νυχτερινό Δελτίο, Γαβριηλίδης, 1995) στο οποίο και εισάγεται στα λογοτεχνικά δρώμενα ο αστυνόμος Χαρίτος, για να πάρετε μια αίσθηση της γλώσσας και του ύφους που προσδίδει ο Μάρκαρης στον πρωτόλεια εντυπωσιακό Χαρίτο. Αίσθηση, η οποία στα μάτια μου τουλάχιστον είναι παντελώς διαφορετική στο τελευταίο μυθιστόρημα του Μάρκαρη.

«Κάθε πρωί στις εννιά κοιταζόμαστε. Αυτός είναι όρθιος μπροστά στο γραφείο μου, με το βλέμμα κολλημένο πάνω μου, όχι ακριβώς στο ύψος των ματιών, αλλά λίγο πιο ψηλά, κάπου εκεί ανάμεσα στη βάση του μετώπου και στις βλεφαρίδες. «Είμαι μαλάκας», μου λέει. 
Όχι με λόγια, με το βλέμμα του μου το λέει. Εγώ είμαι καθισμένος πίσω από το γραφείο και τον κοιτάω ακριβώς στην κόρη, ούτε πιο ψηλά, ούτε πιο χαμηλά. Γιατί εγώ είμαι ο προϊστάμενός του και μπορώ να τον κοιτάζω στα μάτια, αυτός δεν μπορεί. «Το ξέρω ότι είσαι μαλάκας», του λέω. Ούτε μένα βγαίνει λέξη από το στόμα μου, το βλέμμα μου μιλάει. Αυτή τη συζήτηση την κάνουμε δέκα μήνες τον χρόνο, αν εξαιρέσεις τους δυο που είμαστε ο καθένας σε άδεια, πέντε μέρες την εβδομάδα, Δευτέρα ως Παρασκευή, χωρίς να λέμε λέξη, μόνο με το βλέμμα. «Είμαι μαλάκας – το ξέρω ότι είσαι μαλάκας» (σ. 9).

Δεν θα σχολιάσω πόσο εύστοχα σκιαγραφεί ο Μάρκαρης την ιεραρχία, τη ρουτίνα και την πλήξη, τον τρόπο σκέψης, αλλά και τη γλώσσα του μπάτσου: αυτό το δομικό «μαλάκας» που μέσα σε μερικές μόνο γραμμές επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές (2+2 στην καταληκτική πρόταση για να δοθεί έμφαση) για να συνειδητοποιήσει ο αναγνώστης την περίοδο του φάρου, το στίγμα της προσήνειας. Και δεν θα αναφερθώ καν στο παιγνιώδες και χιουμοριστικό που προσφέρει η χρήση αυτή του «μαλάκα», χωρίς καν να ξεστομίζεται. Δεν υπεισέρχομαι καθόλου στην ουσία εκείνου του πρώτου μυθιστορήματος· τονίζω απλώς πόσο απουσιάζουν αυτές οι αρετές από το τελευταίο.   

«Το κίνημα της Αυτοκτονίας» βρίσκει τον Χαρίτο όχι μόνο ηλικιακά μεγαλύτερο, αλλά και αυστηρά αδυνατισμένο: έχει απεκδυθεί πλέον την τραχύτητα στον τρόπο σκέψης, στη συμπεριφορά, και στην ομιλία· στοιχεία που πρώτα και κύρια ερέθιζαν τη φαντασία του αναγνώστη. Ο Χαρίτος συνιστά πλέον μια αραιωμένη, νερωμένη εκδοχή του πρότερου εαυτού του – και ίσως αυτό να είναι αναπόφευκτο για έναν αστυνόμο καριέρας που έχει περάσει τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια στο τμήμα ανθρωποκτονιών. Πάντως, ό,τι και να φταίει, δεν γίνεται να διαβάζεις αστυνομικό μυθιστόρημα όπου στην ανάκριση υπόπτου για φόνο, ο οποίος μάλιστα ειρωνεύεται με θράσος, το μόνο που απουσιάζει είναι η χρήση του πληθυντικού, το τσάι, και τα σπιτικά κουλουράκια. 

Πέρα όμως από αντιρρήσεις σχετικά με το ύφος της γραφής, ο Μάρκαρης, στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα έχει κάνει κάτι που για μένα τουλάχιστον δεν λειτουργεί σωστά. Έχει καταπιαστεί, ενώ βρισκόμαστε μέσα στην πανδημία, με την πανδημία. Υπάρχουν σημεία που ο διάλογος θυμίζει δελτίο ειδήσεων ή, ακόμα χειρότερα, διάλογο σε πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης. Τα της πανδημίας μπορεί σταδιακά να μας αφήνουν αλλά είναι τόσο νωπά που η μυθοπλασία δεν καταφέρνει να λειτουργήσει ούτε ως αφορμή στοχασμού αλλά και ούτε ως κάποιο είδος κάθαρσης καθότι ο αναγνώστης δεν δύναται να πάρει απόσταση από την πραγματικότητα. Ας δούμε όμως λίγο τα βασικά της υπόθεσης. Ο Μάρκαρης έχει κατασκευάσει τη δυναμική δύο, φαινομενικά τουλάχιστον, αντικρουόμενων ομάδων που νέμονται τον δημόσιο χώρο, καθεμία με συγκεκριμένη ατζέντα. Από τη μία έχουμε το «κίνημα της αυτοκτονίας», που δίνει και τον τίτλο του μυθιστορήματος, και από την άλλη, τους «αγωνιστές του 2021». Ο Χαρίτος θα ακολουθήσει τις γνωστές τακτικές του: συλλογή στοιχείων, ανταλλαγή απόψεων με συνεργάτες, εκτενή χρήση των καθοριστικών πλέον υπηρεσιών της «Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος», αλλά και τη γνώμη τού μόνιμου εξωαστυνομικού συμβουλάτορά του, του Λάμπρου Ζήση, που έχει πλέον «προαχθεί» σε μέλος της οικογένειάς του. Δεν θα σχολιάσω καθόλου το πραγματολογικό κομμάτι της αστυνομικής έρευνας, δεν είμαι ειδικός και ούτε με συγκινεί. Θα αναφέρω απλώς πως το χαρτί της «Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος» που παρακολουθεί κατά βούληση τους λογαριασμούς και τις ιδιωτικές συνομιλίες των υπόπτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργεί ως ανεξάντλητη δεξαμενή εύκολων λύσεων και συντμήσεων που δεν είμαι καθόλου σίγουρος κατά πόσο είναι δυνατόν να λαμβάνει χώρα και στην πραγματικότητα, αλλά, πιο κρίσιμα, είμαι πεπεισμένος ότι αφαιρεί πόντους από τις μυθοπλαστικές ικανότητες τού συγγραφέα. 

Ο Μάρκαρης χτίζει λοιπόν μια ένταση ανάμεσα στις δύο ομάδες που ανέφερα: το κίνημα της αυτοκτονίας, που επιθυμεί να αφυπνίσει τον κόσμο σε μια διαμαρτυρία κατά των περιοριστικών μέτρων τόσο στην εστίαση όσο και την εργασία γενικότερα με το αίτημα/πρόφαση ότι οδηγούνται οι οικονομικά ασθενέστεροι σε οικονομική εξαθλίωση, και, από την άλλη, στους αγωνιστές του 2021, που με τις δολοφονίες επιδημιολόγων και τις καταστροφές εμβολίων, αποπειρώνται να αποτρέψουν τη μαζική μετατροπή του πληθυσμού σε αγέλη. Ενώ αρχικά αφήνει να εννοηθεί ότι η δεύτερη ομάδα έχει κατά βάθος συμφέροντα να συνεχίζεται το λοκντάουν γιατί τα μέλη της πλουτίζουν από αυτό, και άρα οι δολοφονίες επιδημιολόγων και οι καταστροφές εμβολίων θα μπορούσαν να παρατείνουν το λοκντάουν προς οικονομικό όφελος των εμπλεκομένων, τελικά, η λύση που προκρίνεται προσφέρει μια εξήγηση σε επίπεδο ιδεολογίας που εισέρχεται στα βαθιά των χειρότερων ποιοτήτων του αντιεμβολιαστικού κινήματος. Η απόπειρα που κάνει ο Μάρκαρης να συνδέσει τις δύο ομάδες με την ιδεολογία της αριστεράς, αφήνοντας να εννοηθεί πως (αλλά και πώς) έχει κακοφορμίσει αυτή η ιδεολογία στις μικρότερες ηλικίες δεν στέφεται από επιτυχία. Αρκεί η προκείμενη ότι οι νεότερες γενιές δεν έχουν γνωρίσει αληθινή φτώχεια και γι' αυτό δεν δύνανται να κατανοούν το διακύβευμα ή την προβληματική του νεοφιλελευθερισμού; Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι κάτι τέτοιο εξυπηρετεί τις προθέσεις του συγγραφέα. Επιπροσθέτως, το βιβλίο, συνεχίζει να χάνει πόντους όταν από το στόμα του πρώην αντιστασιακού, μέλους του ΚΚΕ, και φυλακισμένου από τη χούντα Λάμπρου Ζήση, ο αναγνώστης διαβάζει λογύδρια όπως: 

«Ξέρεις, Φάνη, τα πιο δύσκολα προβλήματα είναι εκείνα που και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο» του λέει. «Έχεις δίκιο όταν λες ότι οι συγκεντρώσεις θα αυξήσουν τα κρούσματα και δεν πρέπει να γίνουν. Έχουν όμως δίκιο και οι άλλοι, που λένε ότι με κλειστά μαγαζιά θα πεινάσουν αυτοί και οι οικογένειές τους. Διαμαρτύρονται γιατί σε λίγο δεν θα έχουν ένα πιάτο φαΐ», (σελ. 83).    

Θαρρώ και ο ίδιος ο συγγραφέας θα ήθελε κάτι καλύτερο για αυτό τον τόσο βασικό ήρωά του. Και λέω «και» γιατί εμείς σίγουρα θα θέλαμε κάτι πιο στιβαρό από έναν Πέτρο Μάρκαρη και έναν Λάμπρο Ζήση.   

 

— Πέτρος Μάρκαρης, Το Κίνημα της Αυτοκτονίας, Κείμενα 2021, σελ. 288, τιμή: € 15,90, ISBN: 9786185642013.