Skip to main content
Παρασκευή 03 Φεβρουαρίου 2023
Τα όρια του εαυτού

«Πώς μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που είσαι τώρα; τον ξαναρωτάει. Να βγεις λιγάκι από τα δικά σου όρια;» (σ. 206)

Το ζητούμενο πάντα είναι η υπέρβαση του εαυτού. Η μεγάλη δοκιμασία συνίσταται σε αυτή την κίνηση της υπέρβασης των ορίων. Αλλά πόσο κοινότοπο και αόριστο ακούγεται κάτι τέτοιο!

Η Δήμητρα Κολλιάκου (Αθήνα, 1968) γράφει ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται την πανδημία. Πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, και όχι μόνο επειδή η πανδημία είναι ακόμη κάτι τόσο νωπό. Η συγγραφέας επινοεί τον τρόπο για να περάσει στον αναγνώστη τη φαινομενολογία της πανδημίας ως συνθήκης που, παρά την εξαιρετικότητά της, έφερε στην επιφάνεια ατομικές και κοινωνικές παθογένειες ετών. Μια συνθήκη με πριν, μετά, και μια χαρακτηριστική ασυνέχεια ενδιάμεσα, όπως αναφέρει. Εικάζω ότι είναι αυτή η ασυνέχεια που στέκεται ως αφορμή για να καταπιαστεί η Κολλιάκου, και κατ’ επέκταση η ηρωίδα της, με τις επιπτώσεις και τα απότοκα μιας τέτοιας νόσου. Αυτό που με εντυπωσίασε στο βιβλίο είναι ότι η συγγραφέας πετυχαίνει να περάσει, με χαρακτηριστική λογοτεχνικότητα, εξαιρετικά ακραίες καταστάσεις και θεματολογίες που κατεβαίνουν πολύ βαθιά στην ψυχοπαθολογία της πανδημίας. Η Κολλιάκου απέφυγε κακοτοπιές και παγίδες. Είναι αξιοθαύμαστο ότι πουθενά δεν εκβιάζει το συναίσθημα, παρά το γεγονός ότι πραγματεύεται κάτι τόσο σκληρό όσο η πανδημία αλλά και θεματικές όπως οι απώλειες ερωτικών συντρόφων, στοιχείο που επίσης προσφέρεται για ατοπήματα μελοδραματισμών. Εργαλειοποίησε με ελλειπτικότητα τον ψυχισμό της ηρωίδας της για να πραγματευτεί κάτι που κόστισε εκατομμύρια ζωές και υπέβαλε δισεκατομμύρια σε πρωτοφανείς καταστάσεις, το επακόλουθο των οποίων δεν έχει ακόμη εξακριβωθεί και διερευνηθεί πλήρως.

Το βιβλίο, όμως, στον πυρήνα του, κομίζει μια αυθεντική προσπάθεια απαγκίστρωσης από τα δεσμά της έννοιας του εαυτού και διαχείρισης της απουσίας καθολικού νοήματος που χαρακτηρίζει την ύπαρξη. Διόλου τυχαία ο τίτλος «Αταραξία» έρχεται από τον Επίκουρο: «Όταν εκλείψει ο φόβος, μπορεί κανείς να φτάσει στην Αταραξία, τη διάλυση της σύγχυσης» (σ. 135). Χωρίς να έχω διαβάσει τα προηγούμενα μυθιστορήματά της, θα μου έκανε μεγάλη εντύπωση αν δεν υπήρχαν και εκεί παρόμοιες θεματικές. Και το λέω αυτό γιατί η Κολλιάκου, αν κάποιος ξύσει λίγο την επιφάνεια του κειμένου της, θα ανακαλύψει ότι αγωνιά και πασχίζει, λογοτεχνικά, προς αυτή τη διαρκή αλλά μάταιη προσπάθεια επιβολής νοήματος σε πράγματα και καταστάσεις που εξαιρετικά σπάνια επιδέχονται κάτι τέτοιο. «Το μυαλό συγκρατεί ορισμένες λεπτομέρειες. Όχι επειδή διαθέτει μαντικές ικανότητες. Ούτε όμως εντελώς τυχαία. Άλλο αν δεν τα καταφέρνει να ενσωματώσει έγκαιρα αυτές τις λεπτομέρειες σε μια συνεκτική πλοκή» (σ. 24). Η Αριάδνη, η ηρωίδα της, ρωτάει διαρκώς τον ψυχοθεραπευτή της –έναν εξαιρετικό χαρακτήρα, όσο πρέπει διαφανή και σιβυλλικά αμέτοχο στην όλη διαδικασία της ανάλυσης– και ενώ εμφανώς πραγματοποιεί πρόοδο, παρουσιάζεται πολλές φορές σαν να κοπανιέται σε ένα τοίχο απάθειας. Αναφέρω το κεφάλαιο 40, που αρχίζει με τη φράση «Σενάρια καταστροφής που ξεπηδούσαν στο μυαλό της [...]» (σ. 209) και καταλήγει στην παράγραφο «Απ' αυτό και μόνο μπορούσε να συμπεράνει κανείς πως ο εγκέφαλος, ή τουλάχιστον κάποιοι εγκέφαλοι, απέχουν παρασάγγας απ' το να είναι η θαυμαστή μηχανή που υποτίθεται πως είναι» (σ. 212), κεφάλαιο, το οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να σταθεί και ως διήγημα αξιώσεων.  

Είναι ακριβώς αυτή η προσπάθεια επιβολής νοήματος, η «συνεκτική πλοκή», που η Κολλιάκου καταφέρνει να αναδείξει ενώ κατασκευάζει ένα μυθιστόρημα όπου, σκόπιμα, η πλοκή ανθίσταται σε εύκολα συμπεράσματα καθώς δεν υπακούει σε γραμμικότητα. 

Η Αριάδνη θα βρεθεί στην Κίνα, σε μια απομακρυσμένη επαρχία, στη Διεθνή Συνάντηση Λογοτεχνών, με την ιδιότητα της Ελληνίδας συγγραφέως που ζει και εργάζεται ως καθηγήτρια σε Λύκειο στο Παρίσι. Το ταξίδι αυτό θα λάβει όμως χώρα τον Αύγουστο του ‘19, λίγους μόνο μήνες πριν το ξέσπασμα της πανδημίας. Η εμπειρία της Κίνας θα σταθεί καθοριστική όχι μόνο γιατί, αρχικά, τη φέρνει σε επαφή με μια κουλτούρα τόσο απόμακρη από αυτή της Δύσης, αλλά και γιατί η χρονική στιγμή της επίσκεψης τη βάζει, εκ των υστέρων, να αναλογίζεται τα σενάρια της κινεζικής κυβέρνησης που είχαν υποστηρίξει ότι δυτικοί έφεραν τον ιό στην Κίνα. Η Κίνα όμως στο βιβλίο περιέχει και τόσο πολλά, διάσπαρτα στοιχεία, δοσμένα εξαιρετικά, έτσι όπως έχουν θρυμματιστεί και παρεμβάλλονται ανάμεσα στα κεφάλαια που λαμβάνουν χώρα τον καιρό των ευρωπαϊκών λοκντάουν, που αυτή η απόπειρα «συνεκτικής πλοκής» βάλλεται διαρκώς. Το βιβλίο αρχικά αντιστέκεται στον αναγνώστη, τον αποπροσανατολίζει, μέχρι να βρει τον ρυθμό του και να αφεθεί και εκείνος, όπως η ηρωίδα, όπως πιθανώς και η ίδια η συγγραφέας, που μοιράζεται την ιδιότητα της Αριάδνης, όπως μοιράζεται και την εμπειρία του ταξιδιού. Ένιωσα ομολογουμένως άβολα καθώς κοίταξα το προφίλ της συγγραφέως στο Φέισμπουκ και συνειδητοποίησα ότι περιείχε φωτογραφίες της Κολλιάκου από το ταξίδι της στην Κίνα που περιγράφεται και στο μυθιστόρημα. Και ένιωσα άβολα γιατί ένιωσα τις φωτογραφίες ως βοηθήματα στη μυθοπλασία της· φωτογραφίες που μου αλλοίωναν την ευχαρίστηση της ανάγνωσης. «Τον αναγνώστη περισσότερο τον ενδιαφέρουν τα εσώψυχα του συγγραφέα από τα εσώψυχα του ήρωα» (σ.52), θα διαβάσουμε κάποια στιγμή σε ένα από τα ουκ ολίγα σημεία στο βιβλίο όπου η Κολλιάκου, άλλοτε με τη φωνή της Αριάδνης και άλλοτε με τη φωνή του παντεπόπτη αφηγητή, πραγματεύεται την ιδιότητα του συγγραφέα που πασχίζει να παραγάγει έργο ενώ βιοπορίζεται από κάπου αλλού. 

Η εμπειρία της Κίνας όμως θα εξακτινωθεί και στην ασυνέχεια που συνιστά η πανδημία, έτσι όπως η Κολλιάκου θα στοχαστεί και πάνω στις διαφορές Δύσης και Κίνας.  

Η Αριάδνη, θα πιαστεί –ο μίτος που υπονοεί το όνομά της συνιστά τυπικό συμβολισμό κάποιας που θα προσπαθήσει να βρει τον δρόμο της– από μια παρατήρηση του συντρόφου της του Γκαμπριέλ: «”δεν με συγκινεί πια η μουσική”. [...] “Δεν μπορώ να νιώσω χαρά ή λύπη ακούγοντας μουσική”» (σ. 15), θα πει εκείνος, παρότι «[δ]εν ήταν το πρόβλημα η τεχνική» (ό.π.), και αυτό θα ειπωθεί καιρό πριν λάβουν χώρα τα γεγονότα της πανδημίας, και θα αποτελέσει και την αφορμή για να βρεθεί η ηρωίδα στον ψυχολόγο. «Απολαμβάνει ο σύντροφός σας τους απλούς ήχους; Τον ήχο της βροχής; Τα πουλιά;»  (σ. 18) θα τη ρωτήσει ο ψυχολόγος. Ερώτηση που αργότερα βρίσκει την απάντησή της στο επικούρειο: «Αν το λίγο δεν είναι αρκετό, τίποτα δεν θα είναι αρκετό» (σ. 133). Το σχόλιο αυτό με την απουσία συγκίνησης στην ακρόαση της μουσικής το αναφέρω, γιατί εκ των υστέρων η Αριάδνη θα αρχίσει να διερωτάται για τους τρόπους που ο νους αποπειράται να προσδώσει νόημα ερμηνεύοντας τις ψηφίδες των διαρκώς ανανεούμενων και εμπλουτιζόμενων εμπειριών στις οποίες εξ ορισμού εκτίθεται. «Η απάθεια του Γκαμπριέλ όταν δοκίμαζε να ακούσει μουσική έμοιαζε εκ των υστέρων με νεύρωση πολυτελείας, που εμφανίζεται μόνο σε ήσυχους καιρούς. Ή μήπως όχι; Μήπως δεν χάνεται μόνο η όσφρηση; Επηρεάζεται κι η ακοή; Μπορεί να χάνεται και η συγκίνηση; Να προηγούνται τα συμπτώματα; Να τα βιώνουν άραγε κάποιοι πρώιμα, είτε από κάτι σαν προαίσθηση είτε επειδή όλα ξεκινούν πριν τα αντιληφθούμε;» (σ. 24). Όπως και «Ποια από τα παιχνίδια των αισθήσεων θα αποδεικνύονταν μια μέρα συμπτώματα. Έστω κι αν προϋπήρχαν ανεξάρτητα, έπαιρναν άλλες διαστάσεις στον κλοιό της πανδημίας» (σ. 54). Αλλά και «Όλοι ξέρουν, θα απαντούσε αυτή, ότι πολλά στοιχεία, και διαφορετικά μεταξύ τους, μπορούν να αποτελέσουν ενδείξεις ή και τεκμήρια για μια επερχόμενη καταστροφή, να αναγνωριστούν εκ των υστέρων ως τέτοια, να θεωρηθούν τότε "αλάθευτα σημάδια"» (σ. 59) θα διαβάσουμε λίγο παρακάτω. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Αριάδνη, προς το τέλος του βιβλίου, θα αποπειραθεί να βρει σε ποιο σημείο η παθολογία συναντά τη φυσιολογία: «[...] πού βρίσκονται τα όρια ανάμεσα στο παθολογικό και το φυσιολογικό» (σ. 210).

Αλλά αυτό το όριο η Κολλιάκου το χρησιμοποιεί και για τον στοχασμό της, ξανά, πάνω στις διαφορές Δύσης και Κίνας. 

Στο ταξίδι στην Κίνα, η Αριάδνη, καθώς συγχρωτίζεται με τους Κινέζους συγγραφείς θα έρθει αντιμέτωπη και με την περίπτωση του Λιόου Σιαομπό. Βρήκα άκρως ενδιαφέρουσα την εισαγωγή στον μύθο της Κολλιάκου όλων αυτών των ιστορικών στοιχείων. Ο Σιαομπό –Νομπέλ Ειρήνης 2010– ήταν ακτιβιστής που τιμωρήθηκε από το καθεστώς της Κίνας επειδή ζητούσε σεβασμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Η Κολλιάκου, ενσωματώνει στο μυθιστόρημα και την περίπτωση της ποιήτριας Λιού Σιά, ποιήτριας, και μετέπειτα συζύγου του Σιαομπό που τον επισκέφτηκε στη φυλακή για να τον ενημερώσει για το Νομπέλ και ύστερα κρατήθηκε για επτά χρόνια σε κατ’ οίκον περιορισμό που έληξε το 2018 μετά από πιέσεις των Δυτικών κυβερνήσεων και ειδικά της Γερμανίας. Η ηρωίδα, έκπληκτη, θα συνειδητοποιήσει την άγνοια, ή την υποτιθέμενη άγνοια, των Κινέζων συγγραφέων που λαμβάνουν μέρος στη Διεθνή Συνάντηση Λογοτεχνών. Και μάλιστα, η ερωτική ιστορία της με έναν Κινέζο, τον Γε-Τιαν, μια προσχηματική αλλά αριστοτεχνικά δοσμένη ιστορία, επικεντρώνεται, πέρα από την ατομική διάσταση που κυριαρχεί πάντα στο ερωτικό στοιχείο, και σε μια προσπάθεια της Αριάδνης να διακρίνει αν ο Γε-Τιαν προσπαθεί να την κάνει, μέσω της αποσπασματικής επικοινωνίας τους, να καταλάβει ότι είναι κοινωνός της ύπαρξης του Λιόου Σιαομπό, των λόγων και των συνθηκών κράτησής του, αλλά και της ερωτικής ιστορίας του με τη Λιού Σιά.  

«“Οι Κινέζοι συγγραφείς δεν μπορούν να γράψουν δημιουργικά, γιατί δεν τους ανήκει ούτε η ίδια τους η ζωή" θα πει ο Λιόου Σιαομπό» (σ. 68). Η κομβική αυτή φράση θα φέρει και πάλι στο προσκήνιο την έννοια της συγγραφής αλλά και τους συσχετισμούς ανάμεσα στη Δύση και την Κίνα. Είναι άραγε το τίμημα της ελευθερίας, που απολαμβάνει η Δύση, η απληστία της απόλαυσης που οδηγεί στον φόβο που διαταράσσει την επικούρεια Αταραξία; Είναι η Δύση ένα κατασκεύασμα που κάπου έχασε τον δρόμο του και κακοφορμίζει; Είναι και η πανδημία ένα επακόλουθο αυτής της γενικευμένης απληστίας του ανθρώπου απέναντι στη φύση, που όμως αφορμάται από την ανελευθερία της Κίνας; Γιατί η Κίνα φυσικά συνιστά, με τη σειρά της, ένα ιδιότυπο κατασκεύασμα μη δημοκρατικού καπιταλισμού. Ένα μόρφωμα που συνδυάζει τα χειρότερα κάθε πλευράς: απληστία χωρίς την εξιλεωτική δύναμη της τέχνης και της δημιουργίας. Είναι η Κίνα λοιπόν μια ιδιότυπη δύναμη υποδουλωμένη στην αγορά, που όμως παραμένει βαθιά ανελεύθερη, και που συμπαρασύρει με τις βαθιές παθογένειές της σε έναν φαύλο κύκλο και τη Δύση, που προσπαθεί να την ανταγωνιστεί μέσα όμως από το πλαίσιο των αστικών δημοκρατιών; 

Η σχεδόν υβριδική μορφή του μυθιστορήματος –ποιήματα, ιστορικά στοιχεία, φιλοσοφικά αποφθέγματα, γλωσσολογικές και γνωσιακές παρατηρήσεις– προσφέρεται για σχοινοτενείς αναλύσεις που όμως έχω την αίσθηση ότι δεν μπορούν να σταθούν αντάξιες της ανάγνωσης ενός μυθιστορήματος που εδράζεται σε μια περίτεχνη περιδίνηση θεμάτων και προβληματισμών που έχουν τύχει κοπιώδους και προσεκτικής μεταχείρισης. Στο τέλος, εκτίμησα δεόντως ότι όλα εκπηγάζουν από την προσωπική ιστορία της Αριάδνης που φαίνεται να στέκεται τόσο κοντά στην ίδια τη συγγραφέα. Γιατί είναι τελικά αυτή η συνθήκη του ιδιωτικού και προσωπικού που βγάζει και τη μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στη Δύση και την Κίνα. Ανάμεσα στις δικές μας ζωές, που έχουμε εθιστεί να τις απολαμβάνουμε με μια ανείπωτη απληστία ως δικές μας, σαν να μας έχει χαριστεί αυτή η δυνατότητα, παρά τον επίφοβο και εύθραυστο χαρακτήρα της πραγματικότητας που ζούμε. Θα κλείσω παραθέτοντας το Κεφάλαιο 43 του βιβλίου σε μια προσπάθεια να σας βάλω σε πειρασμό να το διαβάσετε.  

«Διαβάζει ένα βιβλίο για τη λεοπάρδαλη του χιονιού. Είδος που κινδυνεύει. Ζήτημα να έχουν απομείνει γύρω στις πέντε χιλιάδες τέτοια ζώα σε ορεινά και απομονωμένα μέρη στην κεντρική Ασία.

    Snow leopard. Στα γαλλικά, la panthère des neiges – γένους θηλυκού. Πάνθηρ. Η ελληνική λέξη συνδέεται ίσως με μια αρχαία ινδική λέξη για την τίγρη: puṇḍarīka.

    Ο αφηγητής συνοδεύει έναν φωτογράφο στα οροπέδια του Θιβέτ. Χειμώνας, σε υψόμετρα τεσσάρων και πέντε χιλιάδων μέτρων. Θερμοκρασίες μείον είκοσι ή και μείον τριάντα, τουλάχιστον τη νύχτα.

    Ο αφηγητής και ο φωτογράφος, πραγματικά πρόσωπα, ξέρουν να περιμένουν. Καρτέρι. Αλλά όχι με την κυνηγετική σημασία, όχι ενέδρα. Ο αφηγητής και ο φωτογράφος είναι εδώ μόνο για να δουν, να φωτογραφίσουν, να γράψουν. Βρίσκουν μια θέση, δεν καπνίζουν, δεν αποκοιμιούνται. Μένουν σιωπηλοί με τις ώρες. Είναι μια αναμονή που οξύνει τις αισθήσεις. Βίγλα, καραούλι, σκοπιά. Καρτέρι από το καρτερώ. Καρτερία.

    Δεν είναι μόνο το φυσικό καμουφλάζ. Ο αφηγητής δεν διαθέτει τα μάτια του φωτογράφου. Στο σινιάλο του τελευταίου, πάντα του παίρνει λίγο χρόνο μέχρι να ξεχωρίσει τη μορφή του ζώου –οποιουδήποτε ζώου– , κόντρα στο φόντο, τα βράχια και τις σάρες των οροπεδίων του Θιβέτ.

     Θα σταθούν τυχεροί.

     Η λεοπάρδαλη του χιονιού θα τους φανερωθεί. Ίσως τους παρακολουθεί κι εκείνη από τις κρυψώνες της. 

Έχει βεβαιωθεί για τις προθέσεις τους;

    Κάθε φορά θέλει λίγο χρόνο μέχρι να τη δουν και τα δικά του μάτια. Κάθε φορά, του φαίνεται πως είναι σαν να υποχωρεί ξαφνικά γύρω της το τοπίο. Η αίσθηση ότι η παρουσία αυτού του ζώου έχει κάτι από την αναπάντεχη εμφάνιση αρχαίου θεού» (σ. 225-6).

— Δήμητρα Κολλιάκου, Αταραξία, Πατάκης: 2022, 250 σελίδες, ISBΝ: 9786180702187, τιμή: €12.90.