Skip to main content
Δευτέρα 15 Απριλίου 2024
«Τι λέξη»

«Κάπως έτσι φαντάζομαι το έργο: ένα αργόσυρτο τράβελινγκ από τη μία ιστορία στην άλλη. Από τον εφιάλτη του Β.Η. στο φιάσκο της συμβίωσης του Η.Σ. με τη Σ.Φ. Έχω συγκεντρώσει εκατοντάδες τέτοιες ιστορίες. Κι όλες ασπρόμαυρες. Αλλά μου λείπει η συγκολλητική ουσία». 

Δημήτρης Καρακίτσος, Αυτο-κοινωνιο-παραμυθία, Ποταμός: 2023, σ.18.

 

Κάπως έτσι φαντάζει και η «μυθιστορηματική ιλαροτραγωδία» του Δημήτρη Φύσσα (1956-2024). Ένα ίσως όχι και τόσο «αργόσυρτο τράβελινγκ», σε πρώτο πρόσωπο, από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή, τον Στέλιο Μέσκουλα, σε περίπου τριάντα ακόμα χαρακτήρες. Κοινό χαρακτηριστικό όλων, η συμμετοχή τους στην ομάδα «ημιπεριθωριακών νυχτερινών τύπων» με την ονομασία «Σαρίπολοι». Ο Φύσσας όμως, μέσω μιας σειράς «Εις εαυτόν» του Μέσκουλα, ταλανίζεται για το τι ακριβώς γράφει: 

«Πάντως αυτό, όπως είναι μέχρι τώρα, μυθιστόρημα σίγουρα δεν είναι» (σ. 100).

«Πού είναι η αφηγηματική ροή σου; Πότε θα γίνεις συγγραφέας και θ’ αφήσεις τις εξυπνάδες;» (σ. 128). 

«Ρε μαλάκα Μέσκουλα, μυθιστόρημα είναι αυτό ή άθροισμα από λίστες, θεατρικά, διηγήματα, μαρτυρίες και σημειώσεις;» (σ. 160). 

Ας προσπαθήσουμε όμως να βρούμε κάτι που να δικαιολογεί τον χαρακτήρα του Στέλιου Μέσκουλα. Τι συμπέρασμα να βγάλει άραγε ο αναγνώστης για τον άστεγο πρώην φιλόλογο και επίδοξο συγγραφέα; Γιατί βρέθηκε σε τόσο δεινή θέση; Τι κάνει ανάμεσα στους Σαρίπολους; Υπάρχουν στο μυθιστόρημα στοιχεία που να επιτρέπουν την ψηλάφηση και την έστω σχηματική ανασύνθεση της ζωής του; 

«[...] και να σκεφτεί κανείς ότι τώρα αποζητάω το μεροκάματο, ενώ τότε που ήμουνα πιτσιρικάς, νεαρός καθηγητής στα φροντιστήρια, είχα μπουχτίσει τόσο τη δουλειά, που είχα παρατήσει, είχα κρεμάσει κανονικά το αφεντικό μου τον Πολύκαρπο [...] (σ. 229).

«[...] είχα γραφτεί στη Σχολή Σταυράκου στα 19 μου και δεν πήγα να φοιτήσω ο ηλίθιος, ας όψεται το Κόμμα που μου το απαγόρεψε, τέτοιος μαλάκας ήμουνα [...]» (σ. 231). 

Ο Κούντερα, στις Προδομένες διαθήκες, γράφει ότι οι άνθρωποι τείνουν να μην διαβάζουν προσεκτικά τις ζωές τους, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τείνουν να μην διαβάζουν, με τη δέουσα προσοχή, και τα μυθιστορήματα. Υπάρχει όμως μια ειδοποιός διαφορά: η ζωή δεν ζητά, και, κυρίως, συνήθως δεν δίνει εξηγήσεις. Οι εξηγήσεις, οι ερμηνείες και γενικά η εμμονή με το νόημα είναι πλάσματα του νου και της συνείδησης. Η πραγματικότητα δεν οφείλει καμία εξήγηση για το τι επιφυλάσσει στη ζωή του καθένα μας. Η μυθοπλασία όμως οφείλει να προσφέρει εξηγήσεις, ή, στην περίπτωση που ο συγγραφέας επιθυμεί «ανοιχτό τέλος» ή άλλες ελευθερίες που σκόπιμα δεν καθιστούν δυνατή την εξαγωγή συμπερασμάτων, οφείλει να το κάνει διακριτό γιατί το έργο στέκει τοιουτοτρόπως («τι λέξη»). 

Ο Φύσσας, παρά τις περί του αντιθέτου δηλώσεις του Μέσκουλα, γράφει ένα πολύ καλό μυθιστόρημα· πολύ ανώτερο από πολλά δήθεν μυθιστορήματα αξιώσεων. 

Ο Μέσκουλας αποσύρεται για να πεθάνει γιατί, μεταξύ άλλων, όπως μας λέει «[...] δεν αντέχεται άλλο να είμαι φτωχαδάκι, δεν αντέχεται άλλο η χώρα αυτή που “δε μοιάζει για πατρίς” μου, “είναι η χώρα” του Καμμένου και του Τσίπρα [...]» (σσ. 235-236).

Γιατί όμως, όπως διαβάζουμε σε σημεία, ο Μέσκουλας αποκρύπτει από τους Σαρίπολους το παρελθόν του; Ντρέπεται για τον ξεπεσμό του; Βδελύσσεται («τι λέξη») την ημιμάθειά τους; Στρέφεται άραγε ο βδελυγμός αυτός και προς το πρόσωπό του; Θα ήθελε να είχε αρθεί στο ύψος των περιστάσεων; 

Τι σημαίνει η εμμονή του με τις λέξεις; Και τι δουλειά έχει σε ένα μυθιστόρημα ένα κεφάλαιο/δοκίμιο για τη γλώσσα; Η προσκόλληση στην προφορικότητα συμβολίζει την απόρριψη της προσποίησης –του «λογιωτατισμού», όπως χαρακτηριστικά λέει–, ακόμα κι αν αυτή δεν είναι παρά το μέσο έκφρασης του συγγραφέα. Ο Μέσκουλας, η αφηγηματική δεινότητα («τι λέξη») του οποίου ξεχωρίζει ακόμα κι όταν κατασκευάζει λίστες ή όταν αφιερώνει ένα κεφάλαιο στα γυναικεία κομμωτήρια, απεκδύεται κάθε στιγμή –είναι χαρακτηριστικό αυτό το «(τι λέξη)», που παρεμβάλλεται διαρκώς στο κείμενο κάθε φορά που ο ειρμός του λόγου προσφεύγει έστω και στο ελάχιστα επιτηδευμένο· χρήση του οποίου επιδεικνύει και το παρόν κείμενο–, απεκδύεται, επαναλαμβάνω, τη συγγραφική ιδιότητα και εναγκαλίζεται («τι λέξη») την απλότητα των λέξεων που θα ξεστόμιζε αν συμμετείχε κι εκείνος ενεργά στις συζητήσεις των Σαρίπολων. Αλλά ο Μέσκουλας σπάνια μετέχει σε αυτές τις κουβέντες. Παρακολουθεί, σημειώνει, νοερά ή γραπτά, και μεταγράφει σε αυτή την προσπάθειά του να πει και να πείσει τον αναγνώστη ότι το νόημα αποδίδεται και με αφοπλιστική απλότητα.

Στον μύθο παρεισφρέουν ήρωες από άλλα μυθιστορήματα του Φύσσα, όπως ο Συμεών Συντυχάκης, από το Στρατιώτης του Χριστού, στο οποίο διαβάζουμε το δήθεν κλεμμένο από τον Φύσσα ημερολόγιο του Συντυχάκη, ο οποίος δολοφόνησε «τον πρώην πρωθυπουργό Σημίτη στη Σίφνο» (σ. 103). «Ο ίδιος ο Συμεών, [...] θεωρήθηκε ήρωας σε ποικίλους θεουσικούς, ακροδεξιούς, εθνικιστικούς, αντιευρωπαϊκούς και αριστερίστικους ακόμα κύκλους [...] (ό.π.). Ο Μέσκουλας επομένως, ως φωνή του Φύσσα, συνθέτει ένα μωσαϊκό χαρακτήρων και καταστάσεων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στέκονται ως τροχοπέδη («τι λέξη»), άλλοτε εκμαυλιστικά («τι λέξη») και άλλοτε ως άχθος, απέναντι σε κάθε προσπάθεια νουνεχούς προόδου. Οι Σαρίπολοι όμως στέκουν και ως ένα ιδιότυπο καταφύγιο, ένας τόπος διδασκαλίας –μια δόση ειρωνείας άραγε για το αμφιθέατρο Σαριπόλων της Νομικής;– ακόμα και για έναν άνθρωπο σαν τον Μέσκουλα.

Ο Μέσκουλας είναι ένας άνθρωπος χωρίς ιδεολογία, ένας βέρος άθεος, που, αφού έχει απεκδυθεί τα εγελιανά-μαρξιστικά-χριστιανορθόδοξα αποκούμπια, στέκει έρμαιο της πραγματικότητας που κατοπτρίζεται στην απλότητα. Μια απλότητα βέβαια που ουδόλως τον στέργει, αλλά, αντίθετα, τον θυματοποιεί. Η απόφασή του να αυτοκτονήσει από ασιτία φαντάζει και ίσως είναι η μοναδική λογική επιλογή του. Ένθερμος υποστηρικτής της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας, αποφεύγει να αποδώσει ευθύνες, να σκαρφιστεί δικαιολογίες για το αδιέξοδό του: «δεν έφερε το μνημόνιο την κρίση μα η κρίση το μνημόνιο» (σ. 49) θα πει. Η πολιτική στάση του Μέσκουλα είναι ξεκάθαρη. Αρνείται να ασπαστεί, έστω και μυθιστορηματικά, τη θέση της «πολιτικής» λύσης, που προέτασσε κάποια στιγμή η κυβέρνηση της εποχής που λαμβάνει χώρα το μυθιστόρημα. 

Ακόμα λοιπόν κι αν κάποιος, όπως ο Μέσκουλας, διατείνεται ότι αυτό που διαβάζουμε δεν είναι ακριβώς μυθιστόρημα, γιατί δεν υπάρχει «συγκολλητική ουσία», όπως λέει ο Καρακίτσος στο απόσπασμα που παρέθεσα στην αρχή, είναι ένα ανάγνωσμα που συγκολλητική του ουσία αναδεικνύεται η πιο πολύτιμη αρετή ενός μυθιστορήματος: η απόλαυση που προσφέρει στον αναγνώστη. 

Οι αντιρρήσεις μου, παραδόξως, εστιάζονται σε αυτό που Μέσκουλας και Φύσσας προτάσσουν ως πλοκή: στην ιστορία της αυτοκτονίας από ασιτία. Το σημείο αυτό είναι περιττό και λίαν μελοδραματικό. Και ο Φύσσας το διαισθάνεται αυτό. Εξού και το καταληκτικό μετα-μυθοπλαστικό κεφάλαιο «Νιλουφέρ για πάντα» όπου εμφανίζεται έτερη ηρωίδα του από άλλο μυθιστόρημα, η Νιλουφέρ, που με μια επιστολή της στον Φύσσα έρχεται να διασκεδάσει την όποια υπερβολή του μελοδράματος. Εξού και το κομβικό «Επιτέλους πλοκή (λέμε τώρα)» όπου ο Μέσκουλας συνδιαλέγεται με τον εαυτό του για να υποστηρίξει τις αρετές της πλοκής άνευ πλοκής. 

Επιπροσθέτως, το «Τι είναι πιο σημαντικό στη ζωή, η Τέχνη ή οι γυναικείοι κώλοι;», που πλανάται ως ερώτημα σε διάφορα σημεία, παρότι καθόλα δόκιμο, δεν υποστηρίζεται αρκούντως και τελικά στερείται λογοτεχνικότητας. Θα περίμενε κανείς ότι ο Μέσκουλας, που μας προσφέρει το εξαιρετικό κεφάλαιο «Λιβιδώ», θα μπορούσε να το δει αυτό. Επιστέγασμα του ατοπήματος, και ένας επιπλέον λόγος που οξύνεται ο μελοδραματισμός της κατάληξης, η απάντηση που δίνει ο ίδιος, στο τέλος, ενώ σβήνει από ασιτία: «Ούτε η Τέχνη, ούτε οι γυναικείοι κώλοι [...]. Το πιο ωραίο πράμα στη ζωή είναι η εναλλαγή των εποχών» (σ. 263).  

Θα κλείσω με ένα σχόλιο που δεν έχει θέση στην κριτική του βιβλίου. Η εξαίρεση όμως υπαγορεύεται από την ιδιότυπη χροιά αυτού του σημειώματος, στον απόηχο του ξαφνικού θανάτου του συγγραφέα λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου. Απόρησα με την αγάπη και τον θαυμασμό που εξέφρασαν ουκ ολίγοι προς το πρόσωπο αλλά και, κυρίως, προς το συγγραφικό έργο του Φύσσα. Και την απορία μου αυτή θα ήθελα να πιστεύω ότι θα την ενστερνιζόταν και ο ίδιος ο Φύσσας. Αν ο θαυμασμός ήταν αληθινός, ο Φύσσας δεν θα αναγκαζόταν να πουλάει τη βιβλιοθήκη του, όπως όλοι όσοι τον είχαμε «φίλο» στο Φέισμπουκ γνωρίζουμε. 

«Το χειρότερο για έναν αναγνώστη είναι να φτωχαίνει τόσο, που να πουλάει τα βιβλία του. Όμως τι καλά έκανα που δεν είχα κρατήσει μερικά μακρότατα, κλασικά μυθιστορήματα, κι ας τα υπογράφουν “μεγάλα ονόματα”. Δεν αντέχονται» (σ. 258), λέει κι ο Μέσκουλας στο βιβλίο, κι έτσι ο κύκλος κλείνει. Η ζωή, παρότι απείρως πολυπλοκότερη από κάθε μυθιστόρημα, είναι απλή, γιατί τελικά δεν δίνει εξηγήσεις σε κανέναν. Και αυτό προτάσσει ο Φύσσας μέσω κάθε χαρακτήρα, κάθε λίστας, κάθε διαλόγου και κάθε αδιεξόδου που αποδελτιώνεται σχεδόν σε κάθε σελίδα του βιβλίου. Μεγαλώνω, εξάλλου, σημαίνει και παραιτούμαι από τη βάσανο αναζήτησης εξηγήσεων.

«Αργότερα κατάλαβα ότι πολλές φορές οι άνθρωποι εξαφανίζονται δίχως να εξηγούν γιατί. Είναι ένας από τους τρόπους που καταλαβαίνεις ότι μεγαλώνεις» (σ. 216).

— Δημήτρης Φύσσας, Ο Μέσκουλας αποσύρεται για να πεθάνει, Εστία: 2023, 272 σελίδες, ISBN: 9789600519051, τιμή: €14.00.