Skip to main content
Δευτέρα 15 Απριλίου 2024
Η αφήγηση της Δήμητρας
Δήμητρα

Ο πατέρας τζιαι η μητέρα μου ήταν από τον Πεδουλά. Ο παππούς, από τη μητέρα μου, είχε κάτι κτήματα τζιαι τα έδωσε στον πατέρα για να τα καλλιεργήσει όπως ήθελε αυτός. Όταν ο Άγγλος Διευθυντής Γεωργίας πήγε κάποτε στον Πεδουλά, ζήτησε να του δείξουν το καλύτερο κτήμα. Του έδειξαν το κτήμα του Φράγκου. Κάτι μήλα τεράστια, κάτι κεράσια που δεν υπήρχαν αλλού τέτοιες ποικιλίες. Τόσο εντυπωσιάστηκε ο Άγγλος, που είπε στον πατέρα μου: «Θα κάνουμε μαζί το Γεωργικό Τμήμα». Το έκαναν λοιπόν τζιαι η πρώτη δουλειά ήταν να φυτέψουν τους κήπους του Κυβερνείου. Πρέπει να ήταν γύρω στο 1900.
    Έτσι, ο πατέρας μου έγινε επιθεωρητής σχολικών κήπων. Πήγαμε για δύο χρόνια στου Μόρφου. Ο πατέρας μου κατάλαβε ότι ο κόσμος θα έφευγε από τα χωριά τζιαι θα πήγαινε στις πόλεις τζιαι οργάνωσε κήπους στα σχολεία για να μάθουν τα παιδιά να καλλιεργούν τη γη. Κουραζόταν όμως πολύ τζιαι ζήτησε να του φέρουν τρεις βοηθούς. Επειδή δεν υπήρχαν τα χρήματα για τους τρεις βοηθούς, ζήτησε να υποβιβαστεί τζιαι να πάει σε μια πιο απλή δουλειά. Τον έστειλαν για έντεκα μήνες στη Λάρνακα. Κατοικούσαμε σε ένα σπίτι μέσα στο δημόσιο κήπο. Κάθε Πέμπτη απόγευμα ερχόταν ο κυβερνήτης, ο Στορρς, τζιαι έκανε βόλτα με τη γυναίκα του στον κήπο. Μόλις άδειασε η θέση του Φράγκου, έκαναν πολλοί αίτηση αλλά θεώρησαν ότι κανένας δεν είχε τα προσόντα του κι έτσι τον επανέφεραν στη θέση με τρεις βοηθούς.
    Όταν παντρεύτηκε η μητέρα μου ήταν δεκάξι χρονών τζιαι ο πατέρας τριάντα δύο. Το σπίτι μας ήταν πέντε σκάλες, είχαμε δύο χαβούζες τζιαι ανεμόμυλο. Τα απαλλοτρίωσαν οι Εγγλέζοι τζιαι έκαμαν τη λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Στους Αγίους Ομολογητές ήμασταν οι μόνοι ξένοι. Οι άλλοι ήταν όλοι συγγενείς μεταξύ τους. Τα απογεύματα έβλεπα τον Στορρς να πηγαίνει περίπατο στο δρόμο, ήταν ένας στενός δρόμος τότε. Είχε σχισμένο αδιάβροχο τζιαι μας έκαμνε όλους εντύπωση.
 
 
Όταν τέλειωσα το Γυμνάσιο για δύο χρόνια δεν ερχόταν διορισμός γιατί δεν υπήρχαν θέσεις. Ο πατέρας μου είχε στη Λεμεσό μια εξαδέλφη, τη Θεοφανώ Κυριακίδη. Είχαν ένα ωραίο σπίτι με κολόνες στο κομισαριάτο. Ο άντρας της, ο Ιωάννης Κυριακίδης, ήταν γνωστός σαν ο «λευκός πολιτευτής» γιατί δεν πήρε ποτέ μαύρη ψήφο στις εκλογές. Ήταν δικηγόρος. Είχε τρία παιδιά, το Φειδία, τον Ευαγόρα τζιαι την Ελένη. Η Θεοφανώ είχε μια φίλη, την Ταβελούδη, που είχε σχολή ιδιωτική. Έτσι, πήγα για δυο χρόνια στη Λεμεσό στη Σχολή της Ταβελούδη.
    Εκεί έμαθα τέλεια αγγλικά. Κάθε Κυριακή ερχόταν ο Φειδίας τζιαι με έπαιρνε τζιαι πηγαίναμε στο σπίτι τους για φαγητό. Οι εξετάσεις εγίνοντο από Άγγλο εξεταστή. Όταν ήρθε η σειρά μου, με κράτησε πολλή ώρα, τζιαι όταν τέλειωσε η εξέταση είπε στην Ταβελούδη ότι πρώτη φορά άκουσε τόσο καλά αγγλικά. Όταν ξεκίνησαν οι φασαρίες με τους Εγγλέζους, ο Φειδίας ήταν επικεφαλής των διαδηλώσεων τζιαι επειδή ο Ιωάννης φοβήθηκε ότι υπήρχε κίνδυνος να τον συλλάβουν, έστειλε τζιαι τα τρία παιδιά στην Αθήνα. Όταν τέλειωσαν πήγαν στη Γαλλία για σπουδές. Εκεί αρρώστησε ο Ευαγόρας τζιαι πέθανε. Ο πατέρας τζιαι η Ελένη πήγαν να φέρουν τον νεκρό για την ταφή. Έφεραν τη στάχτη του. Η μητέρα τούς περίμενε στην είσοδο, Μαραθεύτισσα,1 όπως κι εγώ, αδάκρυτη. Κοπιάστε να φάμε, καλώς ορίσατε, παιδιά μου, ούτε ένα δάκρυ δεν της ξέφυγε.
    Ο Ιωάννης είχε ένα ωραίο περιβόλι τζιαι έκαναν συχνά εκδρομές, προσπαθούσαν να πείσουν τζιαι τη μάνα να πάει, αδύνατον, μέχρι που τους είπε η υπηρέτρια να την αφήσουν, γιατί μόλις έφευγαν από το σπίτι πήγαινε μπροστά στα εικονίσματα όπου είχε βάλει την υδρία με την τέφρα του παιδιού της τζιαι έκλαιγε με τις ώρες.
    Η Ελένη παντρεύτηκε το Σπύρο Χριστοδούλου. Δεν έκαναν ποτέ παιδιά. Όμως μου είπε η ίδια, ο πόνος του χαμού του αδελφού ήταν τέτοιος, που δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να ξαναπεράσει κάτι τέτοιο. Έτσι, πριν γίνει ο γάμος, όταν τη ζήτησε ο Σπύρος Χριστοδούλου, του είπε πως δεν θα έκαμνε παιδιά.
    Θυμούμαι στα Οκτωβριανά ο όχλος που πήγαινε προς το κυβερνείο ξερίζωσε τα κάγκελα του σπιτιού μας τα σιδερένια. Ήμουν τότε δασκάλα στο Junior School τζιαι δίδασκα τζιαι ελληνικά στο σπίτι στα μωρά των Εγγλέζων. Έτρεμε η ψυχή μου για τα μωρά, όταν έφευγαν για το σπίτι. Τα κρατούσα από το χέρι τζιαι τα έπαιρνα στους γονείς τους, μην τα πειράξει κανένας. Ήταν δύσκολοι καιροί τότε. Όταν μιλούσες με Τούρκο σε θεωρούσαν προδότη.
 
 
Μετά ήρθε ο διορισμός. Με διόρισαν δασκάλα στην Έμπα. Πέρασα καλά, όπου πήγαινα περνούσα καλά. Νοίκιαζα ένα δωμάτιο στο οποίο έπρεπε να κοιμούμαι, να διαβάζω, να μαγειρεύω, να έρχεται κανένας άνθρωπος να με βλέπει. Τουαλέτα δεν υπήρχε. Για να πάω στην τουαλέτα έπρεπε να βγω στο δρόμο, να ξεκλειδώσω το σχολείο τζιαι να πάω εκεί. Τη νύχτα φοβούμουν να βγω, έτσι είχα ένα δοχείο τζιαι πήγαινα με το ποδήλατο τζιαι το άδειαζα μακριά. Αλλά δεν παραπονέθηκα ποτέ.
    Μια μέρα ήρθε ο Άγγλος διοικητής της Πάφου να δει την εκκλησία τζιαι με φώναξαν. «What can I do for you?» ρώτησα τζιαι τους ξενάγησα στην εκκλησία. Η γυναίκα του ευχαριστήθηκε πολύ τζιαι μετά από λίγες μέρες ήρθε ο αστυνομικός στο σχολείο τζιαι με ζήτησε. «Τη δεσποινίδα Φράγκου», εγώ είμαι του είπα. Μου έδωσε περιοδικά. «Σου τα στέλνει η γυναίκα του διοικητή, κι όταν τα διαβάσεις να μου τα δώσεις να τα στείλω πίσω τζιαι θα σου φέρει άλλα». Έτσι έπαιρνα κάθε εβδομάδα τα αγγλικά περιοδικά. Μέχρι που έφυγε μου έστειλε ένα δώρο τζιαι τα περιοδικά να τα κρατήσω. Μετά ήρθε ο διορισμός μου για την Αμμόχωστο. Πήγαμε με τον πατέρα μου στην Αμμόχωστο να βρω δωμάτιο. Είχα μια φίλη, την Πολυξένη, που επρόκειτο να παντρευτεί, τζιαι τη διόρισαν στο Ριζοκάρπασο. Πήγαμε να τους δούμε τζιαι ήταν όλη η οικογένεια στεναχωρημένη για το διορισμό, γιατί το Ριζοκάρπασο ήταν πολύ μακριά. Προσπάθησαν να τον αλλάξουν αλλά δεν τα κατάφεραν.
    «Πολυξένη», της είπα, «θα ’ρθεις μαζί μου να πάμε αύριο στη Λευκωσία τζιαι θα ζητήσω να αλλάξουμε, να πάω εγώ στο Ριζοκάρπασο για να μείνεις εσύ να ετοιμαστείς για το γάμο».
    Πήγαμε στη Λευκωσία, κάμαμε την αίτηση, ο Άγγλος υπεύθυνος έλειπε, μας την ενέκριναν. Πήγα λοιπόν στη θέση της στο Ριζοκάρπασο.
    Όταν γύρισε ο Άγγλος διευθυντής ζήτησε το φάκελό μου. Όταν είδε ότι πήγα στο Ριζοκάρπασο έγινε έξω φρενών.
    «Εγώ είπα η Φράγκου να πάει σε πόλη, επειδή μιλά καλά αγγλικά», είπε. Του εξήγησαν ότι εγώ η ίδια ζήτησα να γίνει η αλλαγή.
    Στο Ριζοκάρπασο γνώρισα το Χριστάκη τζιαι ζήτησε να με παντρευτεί. Ο πατέρας μου δεν τον ήθελε γιατί ο μισθός του δασκάλου ήταν χαμηλός τζιαι θα γυρίζαμε τα χωριά. Εγώ όμως επέμενα τζιαι ο πατέρας μου που μου είχε μεγάλην αγάπη δεν είπε τίποτε. Αρραβωνιαστήκαμεν. Το 1939 επέθανεν ο πατέρας μου τζιαι τον πένθησα δυόμισι χρόνια. Έβγαλα τα μαύρα τζιαι φόρεσα το νυφικό μου. Φορούσα ακόμα τα μαύρα, όταν έπιασαν οι Γερμανοί την Κρήτη τζιαι όλοι περίμεναν ότι θα έρχονταν στην Κύπρο. Ορίσαμε το γάμο τζιαι ζήτησα άδεια από το σχολείο για το γάμο. Μου έδωσαν μια εβδομάδα άδεια. Μιλούσα καλά αγγλικά τζιαι όταν τους μιλούσες αγγλικά ό,τι ήθελες επετύχαινές το. Η μάνα μου είπε: «Πρέπει να καταφέρεις να φύγει ο αδελφός σου ο Νικίας από το στρατόπεδο, γιατί απόψε θα έρθουν οι Γερμανοί. Πρέπει να τον γλιτώσουμε». Πήγα στο στρατόπεδο. Εξήγησα ότι παντρεύομαι, ότι ο πατέρας μου πέθανε, τα άλλα δύο αδέλφια μου λείπουν τζιαι ο Νικίας ήταν ο μόνος που μπορούσε να με πάρει στην εκκλησία. Του έδωσαν άδεια του Νικία. Τελικά δεν ήρθαν οι Γερμανοί. Τότε ήμουν διορισμένη στον Στρόβολο. Είχα ένα ποδήλατο. Ερχόμουν κάθε μέρα από την Κυθραία με το αυτοκίνητο της γραμμής, τζιαι έπιανα το ποδήλατο που το άφηνα στο καφενείο στον Αϊ-Αντώνη τζιαι πήγαινα στον Στρόβολο. Μετά που παντρεύτηκα, ο Χριστάκης δεν μου επέτρεπε να δουλεύω.
    Η Lady Stubs οργάνωσε τότε το Self Help Society, που βοηθούσε τις γυναίκες να πουλούν τα κεντήματα, τα υφαντά τους κ.τ.λ. Τα κεντήματα τα πουλούσαν στο σπίτι της Αντιγόνης Ιωαννίδου, αδελφής του Θησέα Ταβερνάρη. Πήγαινα εκεί τζιαι βοηθούσα.
 
 
Επήρε τότε ο Χριστάκης μετάθεση για το Μαραθόβουνο. Στεναχωρήθηκε πάρα πολύ, έκαμνε εμετούς από τη στεναχώρια του, αποφάσισε να παραιτηθεί. Του είπα να περιμένει να δοκιμάσω να μιλήσω εγώ με τον διευθυντή. Ξεκίνησα τζιαι πήγα στον Διευθυντή Παιδείας τον Εγγλέζο, τον κύριο Κάλεϋ.
    «Ο άντρας μου», του είπα, «έκαμε τόσα χρόνια στο Καρπάσι. Γιατί τον στέλνετε πάλι σε χωριό;»
    Ο Κάλεϋ πήρε τον φάκελο του Χριστάκη τζιαι μου είπε: «Το σχολείο στο Μαραθόβουνο έχει τους χειρότερους βαθμούς. Θέλω να δω ποιος φταίει γι’ αυτό κι έτσι διάλεξα τον άντρα σου που είναι από τους καλύτερους δασκάλους. Να πάτε πέντε χρόνια στο Μαραθόβουνο, να διοριστείς και εσύ εκεί κι έτσι θα γίνουν πέντε οι δασκάλοι και ο άντρας σου θα πάρει προαγωγή τζιαι θα γίνει βοηθός διευθυντής».
    Τι να κάμω, πήγα πίσω τα είπα του Χριστάκη ο οποίος έγινε έξαλλος. «Δε φτάνει το χάλι μας πήγες και δεσμεύτηκες για πέντε χρόνια».
    Εκεί θύμωσα εγώ, «Χριστάκη», του είπα, «δεν έχει εκκλησία το χωριό; Δεν είναι άνθρωποι τζιαι εκεί; Εγώ όταν σε πήρα ήξερα ότι θα πηγαίνουμε από χωριό σε χωριό τζιαι δεν παραπονέθηκα. Γιατί παραπονιέσαι εσύ; Όπου πάμε καλά θα ζήσουμε». Τζιαι πήγαμε στο Μαραθόβουνο. Ο Χριστάκης δεν δέχτηκε να δουλέψω. Στο Μαραθόβουνο οι αριστεροί ήταν σε μεγάλη έχθρα με τους δεξιούς. Η ΠΕΚ από τη μία, το ΑΚΕΛ από την άλλη. Ο Χριστάκης κατάφερε σιγά-σιγά τζιαι τους μόνιασε τζιαι συνεδρίαζαν μαζί για πράγματα που ήταν καλά για το χωριό. Μια φορά πήγε ο μουχτάρης2 στον Κάλεϋ. Του λέει αυτός: «Θέλω να διδάσκει στο σχολείο η κυρία Δήμητρα». Έρχεται ο μουχτάρης λέει του Χριστάκη: «Μα γιατί να μην έρθει η Δήμητρα στο σχολείο; Αφού κάθεται στο σπίτι, ας κάθεται εδώ κοντά σου, μόνο για δύο μήνες μου είπε ο Κάλεϋ μέχρι να φέρουν αντικαταστάτη». Οι δύο μήνες έγιναν δύο χρόνια. Είχα δράση στο Μαραθόβουνο. Επειδή ήξερα εγγλέζικα, υπήρχαν πολλοί ξενιτεμένοι τζιαι έγραφά τους γράμματα. Στις νύφες τους τις Εγγλέζες, στα εγγόνια τους που δεν ήξεραν πια ελληνικά. Μιας γυναίκας έγραφά της τακτικά τζιαι φίλεψε με τη νύφη της που δεν την ήξερε. Μια μέρα πήρε γράμμα από τη νύφη ότι ο γιος της είχε κάμει φιλενάδα τζιαι θα την άφηνε.
    «Μα θα το επιτρέψεις τούτο αφού έχουν μωρό;» της είπα εγώ, «να πάρεις τον άντρα σου να πάτε, δήθεν ότι τους επεθυμήσατε τζιαι να μεν πεις τίποτε για το γράμμα. Προσπάθησε να τους μονιάσεις». Πράγματι, πήγεν η γυναίκα τζιαι σε τρεις μήνες γύρισε πίσω, το ζευγάρι εμόνιασε. Μια άλλη είχεν άντρα που πολέμησε στην Παλαιστίνη τζιαι καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Με έβαλε τζιαι έγραψα γράμμα στον κυβερνήτη. Ότι ήταν μόνη της, ήταν ορφανά τα παιδιά της. Ήρθε απάντηση από τον κυβερνήτη ότι δεν ήταν αυτός αρμόδιος, αλλά ο στρατός τζιαι έπρεπε να απευθυνθώ στον τάδε στρατιωτικό. Μου έγραψε να του στείλω τη νέα επιστολή τζιαι θα την έστελνε ο ίδιος με σύσταση. Να μην σου τα πολυλογώ, τον άφησαν. Πήγα μια μέρα στο παντοπωλείο τζιαι μου είπαν: «Μα πώς τα κατάφερες, κυρία Δήμητρα, τζιαι αφήσαν τον Λευτέρη, που να μεν τον άφηναν, γιατί μόλις εβκήκεν που τη φυλακή έδειρεν τη γυναίκα του». Δόξα σοι ο Θεός επεράσαμεν καλά.
 
 
Ο άντρας μου είχεν έναν ελάττωμα. Είχε φοβία από μικρόβια τζιαι όλη την ώρα κρατούσε σπίρτο3 τζιαι τριβόταν. Αν περνούσε γάτος κάτω από μια καρέκλα, έπρεπε να τριφτεί ολόκληρη με σπίρτο. Έμεινέν του όταν ήταν στην Αθήνα τζιαι αρρώστησε με τύφο. Πιο ιδιότροπος άντρας που τον δικό μου δεν υπήρχε. Όμως, ποτέ δεν του αντιμίλησα τζιαι επεράσαμεν μέλι-γάλα. Πριν να ξαπλώσει, έπρεπε να τρίψει το κρεβάτι του με σπίρτο. Με πείραζε που τον έβλεπα, αλλά δεν είπα ποτέ τίποτα. Αφού ένιωθε καλύτερα έτσι, αν του έλεγα τζιαι δεν το έκαμνε, δεν θα εκοιμάτουν ήσυχος.
    Εγώ έκαμνα το δικόν μου χωρίς να τον ενοχλώ. Αφού, όταν έρχονταν οι σκουπιδιάρηδες να πάρουν τα σκουπίδια, άνθρωποι του Θεού τζιαι τούτοι, με τέθκοιαν σκληρή δουλειά, δεν τους άφηνα να φύουν αν δεν πάρουν πρόγευμα. Τους είχα στρωμένο τραπέζι, έπιναν τον καφέ τους, το χαλλούμι, το παξιμάδι τους, πού να πάρει μυρωδκιά ο Χριστάκης, εκοιμάτουν.
 
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1. Μαραθεύτισσα: από την περιοχή της Μαραθάσσας.
 
2. μουχτάρης: δήμαρχος.
 
3. σπίρτο: οινόπνευμα.

(από το βιβλίο: Νίκη Μαραγκού (επιμ.), Δεκαοκτώ αφηγήσεις, Το Ροδακιό, 2012)